Μια μέρα, έτυχε να φέρω στη δουλειά ένα αδέσποτο κουτάβι… Έτσι απλά έγινε. Το βρήκα πέντε λεπτά πριν ξεκινήσει το ωράριο. Ήταν βρόμικο, μικρό, παιδί της γειτονιάς και της τύχης. Το έκρυψα στη γωνία του γραφείου, μα το κουτάβι πεισματικά έβγαινε έξω γκρινιάζοντας και σκούζοντας με εκείνη τη λεπτή του φωνούλα. Τελικά, το είδαν όλοι οι συνάδελφοί μου.
κι άρχισαν να πέφτουν στα πόδια μου οι ανθρώπινες μάσκες.
Να σου η αγαπητή και πάντα ομιλητική γραμματέας, η Μαργαρίτα Καραγιάννη. Νέα και γελαστή γυναίκα. Το καλοφτιαγμένο της πρόσωπο παραμορφώθηκε παράξενα μόλις είδε το βρόμικο κουτάβι. „Χρήστο Παπαδόπουλε! Μα καλά, δεν σιχαίνεσαι καθόλου; Τι ακαταστασία έφερες εδώ μέσα…” Η φωτεινή της μάσκα έσπασε με θόρυβο δίπλα στο χαρούμενο, βρόμικο ταλαιπωρημένο κουτάβι που κουνούσε ουρά.
Νάτη κι η καθαρίστρια, η κυρία Ευγενία Σταματίου. Πάντα κουρασμένη, αυστηρή και λίγο μουτρωμένη, μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Και ξαφνικά, το πρόσωπό της άνοιξε σε χαμόγελο: „Ωω, ποιος είναι τούτος ο μικρούλης με την ουρά; Χρήστο Παπαδόπουλε, επισκέπτης για τη δουλειά ή για το σπίτι;!” Στα πόδια μου σωριάστηκε η παλιά της σκληρή μάσκα κι εγώ είδα το τρυφερό, γεμάτο καλοσύνη πραγματικό της πρόσωπο.
Έπειτα ο συνάδελφός μου, ο Πέτρος Αντωνίου. Πάντα πρόθυμος, έτοιμος να βοηθήσει, καλός με όλους. Θα σου πει αστείο, θα γελάσεις και θα γελάσει μαζί σου. Εκείνη τη μέρα ούτε στο γραφείο μου μπήκε. Με αποδοκιμασία στο πρόσωπο, ο Πέτρος δήλωσε πως τα αδέσποτα φέρνουν μόνο βρομιά και αρρώστιες… Μια λεπτή λερωμένη μάσκα υποκρισίας έμεινε πεσμένη στην πόρτα μου.
Μα πιο πολύ απ’ όλους με παραξένεψε ο διευθυντής μου, ο κύριος Κωνσταντίνος Γεωργίου. Πάντα σοβαρός, βαρύς, σχεδόν απόμακρος, χωρίς διάθεση για κουβέντα. Κι όμως, απλά και ξάστερα είπε: „Ε, Χρήστο Παπαδόπουλε… μάλλον χρειάζεσαι άδεια σήμερα… Πάρε μαζί σου αυτό το μωρό και πήγαινε στο σπίτι… Υπάρχουν και πράγματα πιο σημαντικά από τη δουλειά. Μόνο, πρόσεξε μην το αφήσεις πουθενά. Είναι ψυχή ζώσα.” Κι έβγαλε δειλά τη μάσκα του αυστηρού αφεντικού, χαμογέλασε αμήχανα σε μας και χάθηκε πίσω από την πόρτα.
…Στα πόδια μου ήταν σκορπισμένες οι μάσκες των ανθρώπων που έβλεπα καθημερινά τόσα χρόνια Κι όμως, ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο λίγο ήξερα στ αλήθεια όλους αυτούς τους ανθρώπουςΚι έτσι βγήκα στο δρόμο με το κουτάβι στα χέρια, πιο ελαφρύς από ποτέ. Τόση ώρα νόμιζα πως προσπαθούσα να προστατέψω εκείνο, μα τελικά, ήταν αυτό που έβγαλε τις μάσκες γύρω μας και πολύ περισσότερο, τη δική μου. Γιατί η βρομιά του ήταν ειλικρινής, η γκρίνια του αθώα, και τα μάτια του με κοίταζαν δίχως προσχήματα.
Στη διαδρομή για το σπίτι, ξαφνικά ο κόσμος φάνηκε λίγο πιο αληθινός. Περαστικοί χαμογέλασαν, δυο παιδιά ήρθαν να το χαϊδέψουν, κι εγώ για πρώτη φορά εδώ και καιρό σκέφτηκα πως ίσως να μου ταίριαζε αυτή η απρόσμενη συντροφιά. Χωρίς στολές, χωρίς ρόλους μονάχα άνθρωποι και ζώα, σε αυτό το φοβερό μωσαϊκό της πόλης.
Όταν φτάσαμε σπίτι, το κουτάβι χώθηκε στον καναπέ, έγλειψε τα χέρια μου, κι έγειρε το κεφάλι του στα πόδια μου. Και τότε είδα πως κάτω από τη σκόνη και το φόβο του κρυβόταν μια καινούρια αρχή δική του, δική μου. Από εκείνη τη μέρα, κανείς μας δεν φόρεσε πια μάσκα, και κανένα πρωινό δεν ήταν το ίδιο. Μόνο λίγη γαλήνη και η ουρά που κουνιόταν όλο χαρά, υπενθυμίζοντάς μου πως το απρόσμενο μπορεί τελικά να φέρει τις σπουδαιότερες αλήθειες.





