Τζακ, μην μετράς τις καρακάξες! Εδώ και μερικές μέρες ο Τζακ αρνιόταν να φάει φαγητό που του έφερνε η Λυδία: — Τι συμβαίνει, καλέ μου; Είναι τα ίδια μπιφτέκια που σου αγόραζε ο κύριος Δημήτρης. Δεν θα έρθει τώρα… Μην τον περιμένεις, — η Λυδία σήκωσε απολογητικά τα χέρια της… Παράξενη σκηνή… Στη μακριά, κίτρινη στάση του λεωφορείου, όλοι οι εργάτες του εργοστασίου είχαν μαζευτεί ομαδικά στη μία πλευρά. Η άλλη μισή ήταν άδεια, εκτός από έναν ξεθωριασμένο κανελί σκύλο, αχτένιστο, που είχε απλωθεί μπροστά στο παγκάκι… Ο Τζακ μπήκε στον τέταρτο του χρόνο και ήξερε τη ζωή όσο καλά ήξερε τις τέσσερις του πατούσες. Όλες του τις μέρες τις πέρναγε δίπλα στη στάση μπροστά από το φοιτητικό συγκρότημα. Από πίσω το εργοστάσιο, και παραπέρα ένα χωράφι. Τίποτα σπουδαίο – ο Τζακ τα είχε δει όλα. Πώς έγινε „Τζακ”, ούτε ο ίδιος θυμόταν πια. Έτσι τον φώναζαν μερικά νέα κορίτσια από το φοιτητικό. Αυτές, βλέποντας του τη μοίρα, τον λυπόντουσαν και τον φρόντιζαν. Κατά τ’ άλλα, οι άνθρωποι παραμέριζαν τον Τζακ. Ο Τζακ δεν σε κοιτούσε με θλιμμένα μάτια. Δεν κουνούσε φιλικά την ουρά… Δεν ήταν τέτοιος τύπος. Στα τρία του μόλις χρόνια, έμοιαζε με γέρο γκρινιάρη που δεν έβρισκε τίποτα να του αρέσει. Ο Τζακ τρομάζε τους ανθρώπους με τον άσχημο χαρακτήρα του. Άνθρωποι… Τι καλό να πει κανείς γι’ αυτούς; Για τους περισσότερους; Τίποτα σπουδαίο! Μόνο δυο κορίτσια που τον φρόντιζαν δεν τα έβαζε με το υπόλοιπο πλήθος… Ο Τζακ δεν αγαπούσε τους ανθρώπους, δεν αγαπούσε τις καρακάξες, κοίταζε με αηδία τα σπουργίτια που τσακώνονταν και πλενόντουσαν στις λακκούβες. Η εποχή που είσαι κουτάβι και πιστεύεις κάθε άνθρωπο, περνάει. Πέρασε και του Τζακ. Κατά τη γνώμη του, άνθρωποι και καρακάξες έβγαζαν το ίδιο βρωμερό ήχο. Έτσι, σαν μάλωναν στη στάση, σπρώχνονταν και τον έδιωχναν! Γιατί να τους αγαπά; Ώρα να το ψάξει; Καλύτερα όχι… Με τις καρακάξες άλλη ιστορία – του κλέβανε τα λίγα που του άφηναν από το φοιτητικό. Ο Τζακ ορμούσε στα φτερωτά θρασίμια. Οι καρακάξες πέταγαν λίγο, τα σύζητουσαν και γύριζαν πάλι, αποφασισμένες να μην παραδοθούν αμαχητί. Έτσι πήγαινε η μέρα. Μάλωνε με καρακάξες, μετρούσε πόσες είχαν απομείνει ολόκληρες, αγρίευε τους ανθρώπους… Κατά τούτα, στη στάση τη χρυσή του εργοστασίου δεν περνούσε κι άσχημα. Δεν ήταν βίλα, αλλά από βροχές και αέρα τουλάχιστον έκρυβε την ουρά του. Μόνο ανθρώπους είχε πολλούς… — Ε, τι κάνεις πρωί πρωί, αρχοντόσκυλο! Άσε να περάσουμε στο παγκάκι! — μια μπότα διέκοψε τον ύπνο του σκύλου. Ο Τζακ άνοιξε τα μάτια – η μπότα προσπάθησε να τον περάσει από πάνω, μα ο φύλακας της στάσης δεν θα το άφηνε έτσι: “Να τσακωθούμε θες; Για περίμενε!” Ο Τζακ τινάχτηκε πάνω. Η μπότα προσπάθησε να σωθεί, αλλά ο λεωφορειάκιας ήρθε. Πιο πολύ από όλα, ο Τζακ μισούσε να βλέπει ανθρώπους να τρέχουν για τα λεωφορεία – όλο έτσι ξεγλιστρούσαν όσοι τον πείραζαν. Η μπότα αυτή έμεινε όμως μόνη, χωρίς αφεντικό. “Καλά να πάθεις!” είπε ο Τζακ και με περηφάνια πήγε τη μπότα του πίσω από τον κάδο… — Τάνια, φύγε από δω, με τον τρελό το σκύλο, — η ξανθιά γυναίκα τράβηξε τη φίλη της. — Τι θες, είναι μανιασμένος ο σκύλος, — συμπλήρωσε ένας με το τσιγάρο. Η γόπα σχεδόν έπεσε πάνω στον Τζακ. Αυτός ξέσπασε σε γαβγίσματα… ***** Την επόμενη μέρα, ο Τζακ ξανά αντίκρισε τον ιδιοκτήτη της μπότας με ακόμα έναν άντρα. — Να τος! — το δάχτυλο της “μπότας” έδειχνε εξαγριωμένο – αλλά ο φίλος της μπότας κρατούσε απόσταση. — Αυτός ο επιθετικός σκύλος! Κάντε κάτι! — Τι να κάνουμε; — απορημένος ο δεύτερος. — Δεν υπάρχει υπηρεσία αδέσποτων στο δήμο… Η “μπότα” χειρονομούσε. Ο Τζακ τους κοίταζε ατάραχος. Καλά δεν είναι να βλέπεις τους ανθρώπους να μιλάνε έτσι μεταξύ τους; — Είστε φύλακας, κάντε κάτι! — εξάντλησε την υπομονή του ο άνθρωπος της μπότας. Ο Τζακ ούτε γάβγισε. Ανθρώποι να τσακώνονται… καλύτερο από του καρακάξες τη φασαρία. — Εγώ φροντίζω το φοιτητικό, όχι τη στάση! — απάντησε ο φύλακας. — Πετάξτε του ένα κόκαλο και δεν θα σας ενοχλεί. — Λυπάμαι, να του πάρω και μπιφτέκια απ’ τη λέσχη; — ειρωνεύτηκε ο άνθρωπος της μπότας. Ο “μπότας”, νομίζοντας ότι ο σκύλος τον άκουγε, εκνευρίστηκε ακόμα πιο πολύ. Ο σκύλος, σα να κατάλαβε τα λόγια, έκανε τον άνθρωπο να φύγει στο λεωφορείο με ταχύτητα, ενώ γαύγιζε πίσω του ο Τζακ… Η επόμενη συνάντηση αναπόφευκτη. Ο Δημήτρης Ιωάννου (δηλαδή ο “μπότας”) μόλις είχε ανέβει στη θέση του αναπληρωτή διευθυντή παραγωγής στο εργοστάσιο. Όλα του φαίνονταν καινούρια, κι αυτός ο βρωμερός αδέσποτος τον περίμενε κάθε πρωί. Το αυτοκίνητο του στο συνεργείο. Κάθε πρωί του φώναζε ο σκύλος. Μερικές φορές ο Τζακ περίμενε μόνο εκείνον! Αποφάσισε να δοκιμάσει τη συμβουλή του φύλακα – κουράστηκε να τον κοιτάζουν όλοι με μισό μάτι, και του έφερε μπιφτέκι. — Φάε, — άφησε το ζεστό μπιφτέκι μπροστά του. Ο Τζακ παραλίγο να γαβγίσει, αλλά η μυρωδιά τον νίκησε. Το μπιφτέκι εξαφανίστηκε στη στιγμή. Ο Τζακ κοίταξε ξανά τον άνθρωπο. — Για κοίτα! Δεν σου φτάνει; Λοιπόν, δεν έχω γυναίκα, δεν ξέρω να μαγειρεύω. Να στα φέρνω κάθε πρωί; Θα μου σκάσει η μουσούδα σου! ***** Το άλλο πρωί, ο Δημήτρης Ιωάννου έπαθε πλάκα. — Δημήτρη, μάλλον σε συμπάθησε πλέον ο Τζακ! Δεν σου γαβγίζει! — γελούσε η Λυδία, η γραμματέας με τα ροζ μάγουλα. — Με σέβεται, — είπε περήφανα, κοιτώντας πάντα περίεργα τον Τζακ. Από τότε, το μοναχικό κανελί σκυλί συνήθισε το καθημερινό του κέρασμα – το μπιφτέκι έφτανε πάντα με τον Δημήτρη Ιωάννου. Μήπως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι τόσο άσχημοι; Μήπως διαφέρουν τελικά από τις καρακάξες; Ο καιρός κρύωνε… Ήρθε το πρωί που η στάση σκεπάστηκε με χιόνι. Ο Δημήτρης άφησε πάλι μπροστά του φαγητό. Ο Τζακ έτρεμε, αλλά πάντα κάτι προλάβαινε πρώτη την κοιλιά του. Μια μυστηριώδης ταχύτητα μπιφτεκιού… Ο Δημήτρης στάθηκε και κοίταξε το σκυλί που έτρεμε. — Έλα, έλα, μπες στην κούτα αυτή με το παλιό πάπλωμα. Τα κρύα και το χιόνι ξαφνικά χάθηκαν για τον Τζακ. Μέσα του ζεστάθηκε κάτι παράξενο και γλυκό. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα! ***** Μέρες ολόκληρες, ο Τζακ δεν ήθελε το φαγητό της Λυδίας. — Ίδια μπιφτέκια, Τζακ μου, όπως αυτά που σου ‘φερνε ο Δημήτρης. Δεν θα έρθει ακόμα, είναι άρρωστος, — είπε η Λυδία. Ο Τζακ περίμενε κάθε πόρτα που άνοιγε. Θλιμμένος, γύριζε στο πάπλωμά του. Οι καρακάξες τσακώνονταν πίσω από τη στάση για λίγο ξερό ψωμί, η καθεμιά να το πάει στο μυστικό της μέρος. Ο Τζακ τις κοίταζε στεναχωρημένος. Γαβ! Ανόητα πουλιά! Κι αυτός είχε μυστικό μέρος – μια τρύπα κάτω από τη στάση, πίσω απ’ τον κάδο. Έτρεξε, πήρε το παλιό παπούτσι. Τώρα; Μα που είναι ο Δημήτρης; Το ψευδώνυμό του το ήξεραν όλοι – “ο δικός του άνθρωπος”… Μα είναι φίλος; Μπορεί ένας σκύλος που απέκτησε άνθρωπο να τον χάσει έτσι; Τρεις φορές γρύλισε στις καρακάξες. Έφτανε! Δεν θα μείνει άλλο μαζί τους! — Δημήτρη! Δημήτρη! Σήκωσε τα αφτιά του προς τη νεαρή με το κινητό. — Δεν ακούγεσαι… Μπαίνω στο λεωφορείο τώρα. Έχω τον φάκελο μαζί. Η Λυδία κάθισε και δεν κατάλαβε το κανελί ουρά να μπαίνει πίσω της στο λεωφορείο… ***** Ο σκύλος και η Ελπίδα κοίταζαν τη Λυδία, που φώναζε πολλές φορές το όνομα του “δικού του ανθρώπου”. Η Λυδία σφιγγόταν στο φουλάρι της και κατέβηκε απ’ το λεωφορείο• ο Τζακ πίσω με το μαύρο παπούτσι στα δόντια! Η διάθεση του Τζακ ήταν ανεβασμένη. Ποιος έλεγε πως το χιόνι είναι αναγκαία δυστυχία; Τόσο ωραία που τρίζει κάτω απ’ τις μπότες της Λυδίας! Η Λυδία χτύπησε το κουδούνι και ακούστηκε η φωνή που περίμενε. Ο σκύλος γάβγισε. Η Λυδία παραλίγο να γλιστρήσει. — Κύριε Δημήτρη, μήπως να με βοηθήσετε πρώτα να σηκωθώ αντί να αγκαλιάζετε τον σκύλο; Ο Δημήτρης είχε μάτια θολά απ’ τη συγκίνηση. — Ήρθες σε μένα; Μου ’φερες δώρο; — έλεγε, αγκαλιάζοντας τον Τζακ με το παπούτσι στη χούφτα. Η Λυδία, βέβαια, σηκώθηκε και ήπιε ζεστό τσάι. — Ένα δεν καταλαβαίνω, κύριε Δημήτρη, — παρατήρησε, — γιατί δεν πήρατε νωρίτερα τον σκύλο στο σπίτι; — Φοβόμουν. Ήμουν χρόνια μόνος… Σκύλος σημαίνει φροντίδα, ευθύνη. Είναι σαν οικογένεια… Τώρα δεν τον αφήνω πουθενά. Θα μάθω και να μαγειρεύω μπιφτέκια, μόλις γίνω καλά… — Άρα ήθελε “έφοδο”; — γέλασε η Λυδία. — Τουλάχιστον, ο Τζακ σας βρήκε μόνος του! Και η Λυδία έκρυψε γελώντας το πρόσωπό της πίσω απ’ το φλιτζάνι…

Άκου να δεις, μα φίλε μου, ιστορία πραγματική, από αυτές που σ αγγίζουν λίγο παραπάνω, γιατί θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε γειτονιά της Αθήνας. Ας σου πω λοιπόν για τον Ρούλη, τον ατίθασο σκύλο με το κοκκινοκαφέ τρίχωμα που εδώ και τέσσερα χρόνια είχε κάνει σπίτι του τη στάση έξω από μια φοιτητική εστία στο Αιγάλεω. Πίσω του το εργοστάσιο, πιο πέρα χωράφια, τίποτα σπουδαίο, αλλά ο Ρούλης τα είχε δει όλα.

Πώς βγήκε το όνομα; Κάτι κορίτσια από την εστία τον λέγαν Ρούλη. Λυπήθηκαν τη φάτσα του ο καημένος, πολλές φουρτούνες είχε περάσει και πάντα του πέταγαν κάτι φαγώσιμο στο διάλειμμα. Οι υπόλοιποι τον απέφευγαν. Κανένα γλυκό βλέμμα, ούτε κουνημένη ουρά ο Ρούλης δεν ήταν από τα φιλικά σκυλιά. Στα τρία του χρόνια έμοιαζε με γέρο μουρτζούφλη που τα είχε δει όλα κι όλοι τον ενοχλούσαν. Έβγαζε κι έναν τραχύ γρυλισμό, φοβόταν και τον τελευταίο που πήγαινε να καθίσει στην άκρη του παγκακιού.

Τώρα άνθρωποι… τι να σου πω γι αυτούς; Τα περισσότερα απ όσα έβλεπε ο Ρούλης στη στάση τον απογοήτευαν: φωνές, σπρωξίματα, και να τον διώχνουν απ τα πόδια τους να μη μπλέκεται. Μόνο όσες κοπέλες του έδιναν φαγάκι έβλεπε με συμπάθεια. Κατά τ άλλα, ούτε ανθρώπους, ούτε καν τα σπουργίτια με τους χαζούς τσακωμούς τους ή τις καρακάξες που ήθελαν τα κομμάτια του, δεν τους χώνευε.

Η αρχή της μέρας για τον Ρούλη ήταν μια από τα ίδια να τσακώνεται με τις καρακάξες, να γαβγίζει σε όσους πήγαιναν να τον πατήσουν, να φυλάει με νύχια και με δόντια τη γωνιά του. Ε, καλά τη βγάζει στη στάση! Ούτε φανταχτερά σπίτια ούτε τίποτα, αλλά τουλάχιστον, όταν φυσούσε και ψιχάλιζε, είχε ένα μέρος να χωθεί. Σκιά το καλοκαίρι, παρέα οι περαστικοί, μα και πού και πού καβγάς για λίγη γεύση από τη ζεστή τυρόπιτα που έπεφτε κατά λάθος απ κάποιον βιαστικό φοιτητή.

Μια μέρα εκεί που χουζούρευε, μια μπότα διακόπτει τον ύπνο του: «Άντε σήκω ρε φίλε να κάτσω!» του λέει ένας μπαρμπάς, πάει να τον πατήσει, αλλά ο Ρούλης τον προλαβαίνει, του πετά το ποδάρι, ο άλλος παραπατάει, χάνει τη μπότα του, κι αυτή μένει έτσι στην άκρη, μόνη και έρημη. Ο Ρούλης περήφανα τη γραπώνει, τη μελετάει μ αναίδεια και την κουβαλάει πίσω απ τον κάδο των σκουπιδιών τρόπαιο κανονικό.

Δίπλα στη σκηνή, η Γεωργία, μια ξανθιά που δουλεύει στο εργοστάσιο, φωνάζει: «Έλα εδώ, τι πας κοντά στον τρελό το σκύλο!», και ο Κυριάκος, που καθόταν παραδίπλα με το τσιγάρο στο στόμα, φωνάζει: «Άντε, λυσσασμένο πράγμα!» Πετάει τη γόπα, παραλίγο να πετύχει τον Ρούλη, και φυσικά, εκείνος γαβγίζει σα να του ριξες νερό στη μπομπότα!

Την επόμενη ο ιδιοκτήτης της μπότας ο κύριος Μανώλης, που τώρα τελευταία είχε γίνει υπεύθυνος παραγωγής στο εργοστάσιο επιστρέφει με συνοδεία. «Να τος, ο σκύλος ο προβληματικός! Κάντε κάτι μ αυτόν, φάτε τον, διώξτε τον!» Ο σεκιουριτάς της εστίας σηκώνει τους ώμους: «Στον δήμο να τηλεφωνήσετε, εμείς δεν κάνουμε περισυλλογές εδώ». Παραδίπλα ο Μανώλης χειρονομεί, λέει-λέει σαν την καρακάξα. Ο Ρούλης τον κοιτάζει, σχεδόν διασκεδάζει με τα καμώματά τους.

Ο σεκιουριτάς προσπαθεί να βοηθήσει: «Ρίξε του φίλε κάνα κόκαλο, να γλιτώσεις κι εσύ, δεν θα σου κάνει τίποτα.» Ο Μανώλης αντιδρά ειρωνικά: «Και τι θες να του φέρνω, και μισό μπιφτέκι απ τη λέσχη;» Φεύγει, κι ο Ρούλης τον σπρώχνει με τα γαβγίσματα ως το λεωφορείο, μέχρι να τον δει να φεύγει πίσω από τα θολά τζάμια.

Οι μέρες περνούσαν. Ο Μανώλης αποφασίζει να του φέρει επιτέλους μια μπιφτεκογεύση απ τη φοιτητική λέσχη, μπας και γλιτώσει χλεμπόνες από όλους. «Φάε, ρε παλιοχαρακτήρα!» του λέει και του αφήνει το φαγητό στη στάση. Ο πεινασμένος Ρούλης κοντοστέκεται, αφήνει για λίγο το καχύποπτο ύφος και τσαπ το μπιφτέκι γίνεται άφαντο. Μόνο μια μυρωδιά μένει για να του υπενθυμίζει τι απόλαυσε. Ο Μανώλης γελάει: «Ρε συ, δεν σου φτάνει; Φαντάσου να ξέρω κι από μαγείρεμα! Σιγά που θα σου φέρνω συνέχεια. Άμα πάρεις κι απ αλλού, τη γλύτωσες».

Από κει και πέρα, κάθε πρωί, καθώς έμπαινε ο Μανώλης στη στάση, ο Ρούλης περίμενε τη λιχουδιά του αγόγγυστα. Ούτε γαβγιά ούτε ψέμα, ένας άλλος σκύλος έγινε οι συνήθειες αλλάζουν, μα πόσα δεν αλλάζουν με λίγο φαγητό και λίγη φροντίδα, ε; Έπιασαν τα κρύα, στην Αθήνα πέφτει λάσπη και ψιλόβροχο συχνά, λίγο πιο πέρα το χιόνι φάνηκε στα βουνά, στη στάση έπεσε ανοιξιάτικο χνούδι.

Ένα πρωινό, καθώς ο Ρούλης τρέμει κοντά στον άνεμο, ο Μανώλης δεν μπαίνει αμέσως στο λεωφορείο. Τον κοιτάει και του λέει: «Έλα, ξάπλωσε σ αυτήν την χαρτόκουτα με την κουβερτούλα. Πήγαινε, ρε ψυχή, να νιώσεις λίγο σπίτι…» Κι αλήθεια, στην παλιά τεράστια χαρτόκουτα, με το ξεβαμμένο και πλυμένο σεντόνι, ο Ρούλης κουρνιάζει για πρώτη φορά με μια γλυκιά αίσθηση ασφάλειας.

Ένα Σάββατο, ο Μανώλης είναι σπίτι στη Νέα Σμύρνη έφτιαξε μια ομελέτα, έφαγε, βγήκε στην αυλή να ξεχιονίσει λίγο με φτυάρι, αλλά το μυαλό του γύριζε στη στάση και τον Ρούλη. Μ ένα ξαφνικό βήμα, παρατάει όλα και φεύγει να τσεκάρει τη στάση οι μέρες με το λεωφορείο λιγοστές, κόσμος λίγος, το στομάχι του σκύλου γουργουρίζει όπως ποτέ.

Κατηφορίζει το λεωφορείο, ο Ρούλης σηκώνει αυτιά: «Πού πας, ρε λεβέντη; Θες να χαθείς στη μπόρα;» Το λέει ο Μανώλης και του κατεβάζει σάκους με λουκάνικα Νίκαιας. Ο Ρούλης τρώει λες και δεν θα ξαναφάει ποτέ σπάνια ευτυχία κι εκείνο το πρωινό. Και να σου και η κουβερτούλα μέσα στη μεγάλη κούτα Ο Ρούλης νιώθει πραγματικά τυχερός. Ποτέ κανείς δεν του είχε δώσει τόσο.

Περνάνε λίγες μέρες, και ο Ρούλης αρνείται την τροφή της Γεωργίας. «Άντε, βρε παιδί μου, τα ίδια μπιφτέκια που ο Μανώλης σου έφερνε. Μην τον περιμένεις, είναι άρρωστος!» Ο Ρούλης στριμώχνει τα αυτιά του λυπημένος, κάθε φορά σηκώνεται και κοιτάζει όποιον κατεβαίνει. Μάταια… Πάει και ξαναφέρνει το παλιό, ξεχασμένο παπούτσι από τη γωνία του. Παλιά το μισούσε τώρα του θυμίζει τον φίλο του.

Στο τέλος της μέρας, ακούει τη φωνή της Γεωργίας από το κινητό στην άλλη άκρη: «Μανώλη! Φέρνω τα χαρτιά για υπογραφή, στον δρόμο είμαι!» Μπαίνει στο λεωφορείο, κι ο Ρούλης σκαρφαλώνει πίσω της, στην τύχη του χειμώνα, με το παλιό μαύρο παπούτσι στο στόμα.

Μόλις βγαίνουν στη Νέα Σμύρνη, τρέχουν χαρούμενα, η Γεωργία μπροστά, ο Ρούλης ξοπίσω, το χιόνι να τρίζει κάτω απ τις μπότες της. Εκείνη χτυπάει το κουδούνι και ο Μανώλης με δάκρυα χαράς κρατάει σφιχτά τον Ρούλη και το παπούτσι του. Ο Ρούλης έχει βρει το σπίτι του το δικό του άνθρωπο.

Η Γεωργία, πίνοντας τσάι στην κουζίνα, γελάει: «Καλά, Μανώλη, γιατί δεν τον πήρες σπίτι σου νωρίτερα; Εδώ έχεις αυλή για πέντε!». Ο Μανώλης χαμογελάει αμήχανα: «Φοβόμουν, βρε Γεωργία. Μόνος μου τόσο καιρό, σκύλος είναι ευθύνη. Οικογένεια μικρή. Τώρα όμως, δεν τον αφήνω με τίποτα. Όταν μάθω και μπιφτέκια, δεν θα του λείψει τίποτα!»

Κι έτσι, όπως γελάμε πια και οι τρεις στριμωγμένοι στην κουζίνα, ο Ρούλης βρίσκει τελικά το μέρος του δίπλα σε μια ζεστή καρδιά και σε μια οικογένεια που του αξίζει έστω και με καθυστερήσεις.

Oceń artykuł
Τζακ, μην μετράς τις καρακάξες! Εδώ και μερικές μέρες ο Τζακ αρνιόταν να φάει φαγητό που του έφερνε η Λυδία: — Τι συμβαίνει, καλέ μου; Είναι τα ίδια μπιφτέκια που σου αγόραζε ο κύριος Δημήτρης. Δεν θα έρθει τώρα… Μην τον περιμένεις, — η Λυδία σήκωσε απολογητικά τα χέρια της… Παράξενη σκηνή… Στη μακριά, κίτρινη στάση του λεωφορείου, όλοι οι εργάτες του εργοστασίου είχαν μαζευτεί ομαδικά στη μία πλευρά. Η άλλη μισή ήταν άδεια, εκτός από έναν ξεθωριασμένο κανελί σκύλο, αχτένιστο, που είχε απλωθεί μπροστά στο παγκάκι… Ο Τζακ μπήκε στον τέταρτο του χρόνο και ήξερε τη ζωή όσο καλά ήξερε τις τέσσερις του πατούσες. Όλες του τις μέρες τις πέρναγε δίπλα στη στάση μπροστά από το φοιτητικό συγκρότημα. Από πίσω το εργοστάσιο, και παραπέρα ένα χωράφι. Τίποτα σπουδαίο – ο Τζακ τα είχε δει όλα. Πώς έγινε „Τζακ”, ούτε ο ίδιος θυμόταν πια. Έτσι τον φώναζαν μερικά νέα κορίτσια από το φοιτητικό. Αυτές, βλέποντας του τη μοίρα, τον λυπόντουσαν και τον φρόντιζαν. Κατά τ’ άλλα, οι άνθρωποι παραμέριζαν τον Τζακ. Ο Τζακ δεν σε κοιτούσε με θλιμμένα μάτια. Δεν κουνούσε φιλικά την ουρά… Δεν ήταν τέτοιος τύπος. Στα τρία του μόλις χρόνια, έμοιαζε με γέρο γκρινιάρη που δεν έβρισκε τίποτα να του αρέσει. Ο Τζακ τρομάζε τους ανθρώπους με τον άσχημο χαρακτήρα του. Άνθρωποι… Τι καλό να πει κανείς γι’ αυτούς; Για τους περισσότερους; Τίποτα σπουδαίο! Μόνο δυο κορίτσια που τον φρόντιζαν δεν τα έβαζε με το υπόλοιπο πλήθος… Ο Τζακ δεν αγαπούσε τους ανθρώπους, δεν αγαπούσε τις καρακάξες, κοίταζε με αηδία τα σπουργίτια που τσακώνονταν και πλενόντουσαν στις λακκούβες. Η εποχή που είσαι κουτάβι και πιστεύεις κάθε άνθρωπο, περνάει. Πέρασε και του Τζακ. Κατά τη γνώμη του, άνθρωποι και καρακάξες έβγαζαν το ίδιο βρωμερό ήχο. Έτσι, σαν μάλωναν στη στάση, σπρώχνονταν και τον έδιωχναν! Γιατί να τους αγαπά; Ώρα να το ψάξει; Καλύτερα όχι… Με τις καρακάξες άλλη ιστορία – του κλέβανε τα λίγα που του άφηναν από το φοιτητικό. Ο Τζακ ορμούσε στα φτερωτά θρασίμια. Οι καρακάξες πέταγαν λίγο, τα σύζητουσαν και γύριζαν πάλι, αποφασισμένες να μην παραδοθούν αμαχητί. Έτσι πήγαινε η μέρα. Μάλωνε με καρακάξες, μετρούσε πόσες είχαν απομείνει ολόκληρες, αγρίευε τους ανθρώπους… Κατά τούτα, στη στάση τη χρυσή του εργοστασίου δεν περνούσε κι άσχημα. Δεν ήταν βίλα, αλλά από βροχές και αέρα τουλάχιστον έκρυβε την ουρά του. Μόνο ανθρώπους είχε πολλούς… — Ε, τι κάνεις πρωί πρωί, αρχοντόσκυλο! Άσε να περάσουμε στο παγκάκι! — μια μπότα διέκοψε τον ύπνο του σκύλου. Ο Τζακ άνοιξε τα μάτια – η μπότα προσπάθησε να τον περάσει από πάνω, μα ο φύλακας της στάσης δεν θα το άφηνε έτσι: “Να τσακωθούμε θες; Για περίμενε!” Ο Τζακ τινάχτηκε πάνω. Η μπότα προσπάθησε να σωθεί, αλλά ο λεωφορειάκιας ήρθε. Πιο πολύ από όλα, ο Τζακ μισούσε να βλέπει ανθρώπους να τρέχουν για τα λεωφορεία – όλο έτσι ξεγλιστρούσαν όσοι τον πείραζαν. Η μπότα αυτή έμεινε όμως μόνη, χωρίς αφεντικό. “Καλά να πάθεις!” είπε ο Τζακ και με περηφάνια πήγε τη μπότα του πίσω από τον κάδο… — Τάνια, φύγε από δω, με τον τρελό το σκύλο, — η ξανθιά γυναίκα τράβηξε τη φίλη της. — Τι θες, είναι μανιασμένος ο σκύλος, — συμπλήρωσε ένας με το τσιγάρο. Η γόπα σχεδόν έπεσε πάνω στον Τζακ. Αυτός ξέσπασε σε γαβγίσματα… ***** Την επόμενη μέρα, ο Τζακ ξανά αντίκρισε τον ιδιοκτήτη της μπότας με ακόμα έναν άντρα. — Να τος! — το δάχτυλο της “μπότας” έδειχνε εξαγριωμένο – αλλά ο φίλος της μπότας κρατούσε απόσταση. — Αυτός ο επιθετικός σκύλος! Κάντε κάτι! — Τι να κάνουμε; — απορημένος ο δεύτερος. — Δεν υπάρχει υπηρεσία αδέσποτων στο δήμο… Η “μπότα” χειρονομούσε. Ο Τζακ τους κοίταζε ατάραχος. Καλά δεν είναι να βλέπεις τους ανθρώπους να μιλάνε έτσι μεταξύ τους; — Είστε φύλακας, κάντε κάτι! — εξάντλησε την υπομονή του ο άνθρωπος της μπότας. Ο Τζακ ούτε γάβγισε. Ανθρώποι να τσακώνονται… καλύτερο από του καρακάξες τη φασαρία. — Εγώ φροντίζω το φοιτητικό, όχι τη στάση! — απάντησε ο φύλακας. — Πετάξτε του ένα κόκαλο και δεν θα σας ενοχλεί. — Λυπάμαι, να του πάρω και μπιφτέκια απ’ τη λέσχη; — ειρωνεύτηκε ο άνθρωπος της μπότας. Ο “μπότας”, νομίζοντας ότι ο σκύλος τον άκουγε, εκνευρίστηκε ακόμα πιο πολύ. Ο σκύλος, σα να κατάλαβε τα λόγια, έκανε τον άνθρωπο να φύγει στο λεωφορείο με ταχύτητα, ενώ γαύγιζε πίσω του ο Τζακ… Η επόμενη συνάντηση αναπόφευκτη. Ο Δημήτρης Ιωάννου (δηλαδή ο “μπότας”) μόλις είχε ανέβει στη θέση του αναπληρωτή διευθυντή παραγωγής στο εργοστάσιο. Όλα του φαίνονταν καινούρια, κι αυτός ο βρωμερός αδέσποτος τον περίμενε κάθε πρωί. Το αυτοκίνητο του στο συνεργείο. Κάθε πρωί του φώναζε ο σκύλος. Μερικές φορές ο Τζακ περίμενε μόνο εκείνον! Αποφάσισε να δοκιμάσει τη συμβουλή του φύλακα – κουράστηκε να τον κοιτάζουν όλοι με μισό μάτι, και του έφερε μπιφτέκι. — Φάε, — άφησε το ζεστό μπιφτέκι μπροστά του. Ο Τζακ παραλίγο να γαβγίσει, αλλά η μυρωδιά τον νίκησε. Το μπιφτέκι εξαφανίστηκε στη στιγμή. Ο Τζακ κοίταξε ξανά τον άνθρωπο. — Για κοίτα! Δεν σου φτάνει; Λοιπόν, δεν έχω γυναίκα, δεν ξέρω να μαγειρεύω. Να στα φέρνω κάθε πρωί; Θα μου σκάσει η μουσούδα σου! ***** Το άλλο πρωί, ο Δημήτρης Ιωάννου έπαθε πλάκα. — Δημήτρη, μάλλον σε συμπάθησε πλέον ο Τζακ! Δεν σου γαβγίζει! — γελούσε η Λυδία, η γραμματέας με τα ροζ μάγουλα. — Με σέβεται, — είπε περήφανα, κοιτώντας πάντα περίεργα τον Τζακ. Από τότε, το μοναχικό κανελί σκυλί συνήθισε το καθημερινό του κέρασμα – το μπιφτέκι έφτανε πάντα με τον Δημήτρη Ιωάννου. Μήπως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι τόσο άσχημοι; Μήπως διαφέρουν τελικά από τις καρακάξες; Ο καιρός κρύωνε… Ήρθε το πρωί που η στάση σκεπάστηκε με χιόνι. Ο Δημήτρης άφησε πάλι μπροστά του φαγητό. Ο Τζακ έτρεμε, αλλά πάντα κάτι προλάβαινε πρώτη την κοιλιά του. Μια μυστηριώδης ταχύτητα μπιφτεκιού… Ο Δημήτρης στάθηκε και κοίταξε το σκυλί που έτρεμε. — Έλα, έλα, μπες στην κούτα αυτή με το παλιό πάπλωμα. Τα κρύα και το χιόνι ξαφνικά χάθηκαν για τον Τζακ. Μέσα του ζεστάθηκε κάτι παράξενο και γλυκό. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα! ***** Μέρες ολόκληρες, ο Τζακ δεν ήθελε το φαγητό της Λυδίας. — Ίδια μπιφτέκια, Τζακ μου, όπως αυτά που σου ‘φερνε ο Δημήτρης. Δεν θα έρθει ακόμα, είναι άρρωστος, — είπε η Λυδία. Ο Τζακ περίμενε κάθε πόρτα που άνοιγε. Θλιμμένος, γύριζε στο πάπλωμά του. Οι καρακάξες τσακώνονταν πίσω από τη στάση για λίγο ξερό ψωμί, η καθεμιά να το πάει στο μυστικό της μέρος. Ο Τζακ τις κοίταζε στεναχωρημένος. Γαβ! Ανόητα πουλιά! Κι αυτός είχε μυστικό μέρος – μια τρύπα κάτω από τη στάση, πίσω απ’ τον κάδο. Έτρεξε, πήρε το παλιό παπούτσι. Τώρα; Μα που είναι ο Δημήτρης; Το ψευδώνυμό του το ήξεραν όλοι – “ο δικός του άνθρωπος”… Μα είναι φίλος; Μπορεί ένας σκύλος που απέκτησε άνθρωπο να τον χάσει έτσι; Τρεις φορές γρύλισε στις καρακάξες. Έφτανε! Δεν θα μείνει άλλο μαζί τους! — Δημήτρη! Δημήτρη! Σήκωσε τα αφτιά του προς τη νεαρή με το κινητό. — Δεν ακούγεσαι… Μπαίνω στο λεωφορείο τώρα. Έχω τον φάκελο μαζί. Η Λυδία κάθισε και δεν κατάλαβε το κανελί ουρά να μπαίνει πίσω της στο λεωφορείο… ***** Ο σκύλος και η Ελπίδα κοίταζαν τη Λυδία, που φώναζε πολλές φορές το όνομα του “δικού του ανθρώπου”. Η Λυδία σφιγγόταν στο φουλάρι της και κατέβηκε απ’ το λεωφορείο• ο Τζακ πίσω με το μαύρο παπούτσι στα δόντια! Η διάθεση του Τζακ ήταν ανεβασμένη. Ποιος έλεγε πως το χιόνι είναι αναγκαία δυστυχία; Τόσο ωραία που τρίζει κάτω απ’ τις μπότες της Λυδίας! Η Λυδία χτύπησε το κουδούνι και ακούστηκε η φωνή που περίμενε. Ο σκύλος γάβγισε. Η Λυδία παραλίγο να γλιστρήσει. — Κύριε Δημήτρη, μήπως να με βοηθήσετε πρώτα να σηκωθώ αντί να αγκαλιάζετε τον σκύλο; Ο Δημήτρης είχε μάτια θολά απ’ τη συγκίνηση. — Ήρθες σε μένα; Μου ’φερες δώρο; — έλεγε, αγκαλιάζοντας τον Τζακ με το παπούτσι στη χούφτα. Η Λυδία, βέβαια, σηκώθηκε και ήπιε ζεστό τσάι. — Ένα δεν καταλαβαίνω, κύριε Δημήτρη, — παρατήρησε, — γιατί δεν πήρατε νωρίτερα τον σκύλο στο σπίτι; — Φοβόμουν. Ήμουν χρόνια μόνος… Σκύλος σημαίνει φροντίδα, ευθύνη. Είναι σαν οικογένεια… Τώρα δεν τον αφήνω πουθενά. Θα μάθω και να μαγειρεύω μπιφτέκια, μόλις γίνω καλά… — Άρα ήθελε “έφοδο”; — γέλασε η Λυδία. — Τουλάχιστον, ο Τζακ σας βρήκε μόνος του! Και η Λυδία έκρυψε γελώντας το πρόσωπό της πίσω απ’ το φλιτζάνι…