Γιατί της έλαχε τέτοια μοίρα; Χρόνο με τον χρόνο, όσο μεγάλωνε, η Λυμπη καταλάβαινε ότι δεν ήθελε και δεν θα ζούσε όπως η μητέρα της, η Βαρβάρα. Η Βαρβάρα, αν και νέα γυναίκα, είχε φαίνονταν πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της – φταίχτης ο μόνιμα μεθυσμένος άντρας της, ο Σωτήρης. Η Λυμπη, στα δεκαεπτά της, δεν συνέχισε σπουδές μετά το σχολείο. Φοβόταν να αφήσει τη μητέρα της μόνη, θα είχε φύγει εδώ και καιρό αν δεν τη λυπόταν τόσο. Όταν ο πατέρας της θύμωνε, ήταν απρόβλεπτος – ποιος θα φρόντιζε τότε τη μάνα, ποιος θα της έβαζε πάγο στις μελανιές ή θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό; Εκείνη τη μέρα, ο Σωτήρης γύρισε πάλι μεθυσμένος, κάθεται στην κουζίνα και η Βαρβάρα του φέρνει σούπα, αλλά εκείνος πετάει το πιάτο κάτω από τα νεύρα του. Η Λυμπη βοηθάει τη μητέρα να μαζέψει τα κομμάτια, ο πατέρας σηκώνεται αδέξια και σπρώχνει τη μητέρα καθώς περνάει. – Αύριο πρωί για ψάρεμα, θα φέρουμε ψάρια στη γριά σου, να φτιάξει καμιά ψαρόσουπα. Η Λυμπη ελπίζει ότι θα ξεχάσει το ψάρεμα, μα ξημερώματα ο πατέρας τη σκουντάει να σηκωθεί. Ενώ ετοιμάζεται, εμφανίζεται η Βαρβάρα με το κουβά με το γάλα από την αγελάδα. – Δεν βλέπεις έξω; Θα ξεσπάσει καταιγίδα, πού θα πάτε με τέτοιον καιρό στον ποταμό; Η Βαρβάρα βάζει τον κουβά και στέκεται μπροστά στη Λυμπη να μη φύγει, αλλά ο Σωτήρης τη σμπρώχνει βίαια και το γάλα χύνεται. Πιάνει τη Λυμπη και τη βγάζει έξω στο σκοτεινό ουρανό και τον αέρα που δυναμώνει. Κωπηλατούν όλο και πιο βαθειά, εκεί που „πιάνει καλά”. Ο καιρός χειροτερεύει· ο Σωτήρης χάνει την ισορροπία του και πέφτει στη φουρτουνιασμένη λίμνη. Η Λυμπη προσπαθεί να τον βοηθήσει, αλλά και η ίδια γκρεμίζεται στο νερό όταν η βάρκα αναποδογυρίζει. Ανοίγει τα μάτια της σε ένα άγνωστο, υγρό δωμάτιο. Ένας άντρας με γενειάδα, ο Κλήμης, την περιθάλπει, της δίνει τσάι από βότανα. Μα εκείνη δεν θυμάται τίποτα – ούτε το όνομά της. – Είσαι η γυναίκα μου, η Βαλεντίνα, της λέει με επιμονή ο Κλήμης. Η Λυμπη τρομαγμένη, ανυπεράσπιστη, αναγκάζεται να ανεχτεί την κακοποίηση και την αιχμαλωσία του. Ο καιρός περνά, με τη Λυμπη άρρωστη, βασανισμένη και απομονωμένη στο ξύλινο σπίτι βαθιά στο βουνό, να αναρωτιέται διαρκώς: «Θεέ μου, γιατί να μου έλαχε τέτοια μοίρα;» Ο Κλήμης ελέγχει κάθε βήμα της. Όταν μαθαίνει ότι είναι έγκυος, σταματά τη βία μα ο εγκλεισμός παραμένει. Μέχρι που μια μέρα, βγαίνοντας για λίγο έξω, συναντά τυχαία τον γείτονα της παλιάς γειτονιάς, τον θείο Νίκο. Εκείνος τη θυμάται, εκείνη αρχίζει να θυμάται. Βρίσκει τη δύναμη να του μιλήσει – θα τη βοηθήσει να γυρίσει στη μητέρα της, στη Βαρβάρα, που τόσα χρόνια την νόμιζε νεκρή. Μετά από μία αγωνιώδη διαφυγή, μάνα και κόρη επανενώνονται. Με τη βοήθεια της γειτόνισσας, φεύγουν για το χωριό, προσπαθώντας να ανασάνουν ξανά. Ο Κλήμης ψάχνει, αλλά βρίσκει το σπίτι άδειο. Ο θείος Νίκος βοηθάει τη Βαρβάρα και τη Λυμπη να φτιάξουν μια νέα αρχή. Η Λυμπη κρατά στην αγκαλιά τον μικρό της γιο, καρπό της κακοτυχίας της, αλλά του χαρίζει όλη της την αγάπη και αποφασίζει να ζήσει για εκείνον. Δίπλα της είναι επιτέλους άνθρωποι που τη νοιάζονται. Και μπροστά της ανοίγεται η ελπίδα για μια νέα, φωτεινή ζωή, με τον Γρηγόρη, τον νεαρό από το διπλανό χωριό που θέλει να της δώσει την αγάπη και την ασφάλεια που της αρμόζει. Γιατί άραγε καμιά ψυχή να κουβαλάει τόσο βαρύ σταυρό; – Το συγκλονιστικό ταξίδι της Λυμπης, από τη σκιά της βίας στην ελπίδα της λύτρωσης, σε μια μοντέρνα ελληνική ιστορία γεμάτη πόνο, θάρρος και αναγέννηση.

Για ποιο λόγο της έλαχε τέτοια μοίρα

Με κάθε χρονο που περνούσε κι η Λήδα μεγάλωνε, καταλάβαινε πως δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να ζήσει όπως η μητέρα της, η Φωτεινή. Η Φωτεινή, αν και νέα ακόμα γυναίκα, έδειχνε καταπονημένη, τα χρόνια τη βάραιναν με έναν τρόπο άδικο και γι αυτό έφταιγε ο μόνιμα μεθυσμένος άντρας της, ο Χρήστος.

Η Λήδα πλέον ήταν δεκαεφτά. Με το τέλος του σχολείου, δεν γράφτηκε πουθενά. Φοβόταν να αφήσει μόνη της τη μάνα της. Εδώ και καιρό ήθελε να φύγει απ το σπίτι, όμως της ήταν αδύνατον να εγκαταλείψει τη Φωτεινή στα χέρια του πατέρα που συχνά την άφηνε γεμάτη μώλωπες. Κάποιος έπρεπε να σταθεί δίπλα της, να της δώσει νερό ή να της βάλει πάγο στα χτυπήματα.

Το ίδιο βράδυ ο Χρήστος μπήκε στο σπίτι παραπατώντας. Έπεσε βαρύς στην καρέκλα της κουζίνας. Η Φωτεινή του άφησε μια κούπα με ζεστή σούπα, μα αμέσως αυτή βρέθηκε στο πάτωμα, κομμάτια παντού.

Μ έπνιξες πια με τη σούπα σου, φώναξε αναψοκοκκινισμένος.

Η Λήδα έτρεξε να βοηθήσει, μάζευε τα σπασμένα, κι ο πατέρας τη σπρώχνει με το γόνατο καθώς περνούσε. Απευθύνεται στη Λήδα:

Πρωί-πρωί, πάμε για ψάρεμα, θα φέρουμε ψάρια στη μάνα σου, να κάνει ψαρόσουπα.

Η Λήδα ήλπιζε πως θα το ξεχνούσε, όμως ξύπνησε από ένα δυνατό σκούντημα: ο πατέρας όρθιος στο κεφάλι της.

Σήκω, θα χάσουμε το ψάρεμα! Τα ξημερώματα δαγκώνει καλά.

Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της, κι εκεί μπαίνει η Φωτεινή, φέρνοντας ένα κουβά με γάλα, μόλις άρμεξε την αγελάδα.

Το έχεις δει το φεγγάρι έξω; Έρχεται καταιγίδα, Χρήστο! Πού πας με το παιδί σε τέτοιον καιρό;

Η Φωτεινή στάθηκε μπροστά στη Λήδα, δεν την άφηνε να περάσει.

Δεν θα αφήσω να πνίξεις το παιδί μου.

Όμως ο Χρήστος έσπρωξε τη γυναίκα του, αυτή έπεσε, ο κουβάς χύθηκε, κι ο άντρας, γελώντας σαρδόνια, άρπαξε τη Λήδα και την έσπρωξε έξω. Στον ουρανό μεγάλωνε μια μελανιά, σύννεφο απειλητικό. Μπήκαν σε βάρκα, κι ο Χρήστος έκανε κουπί στη μέση του Εύηνου ποταμού. Τα κύματα δυνάμωναν, ο αέρας πύκνωσε, η Λήδα φοβόταν.

Ο γέρος μου έλεγε, τέτοιο καιρό τσιμπάνε τα ψάρια, φώναξε ο Χρήστος.

Σηκώθηκε όρθιος με καλάμι ψαρέματος, ένας δυνατός άνεμος ρίχνει νερό στη βάρκα, κι ο Χρήστος σωριάζεται στο ποτάμι. Η Λήδα βλέπει τα κύματα να σκεπάζουν τον πατέρα της. Προσπάθησε να τραβήξει κουπί, αλλά ξαφνικά βρέθηκε κι η ίδια στο νερό η βάρκα αναποδογύρισε, ένα χτύπημα στο κεφάλι, σκοτάδι.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, βρέθηκε σ ένα χαμηλοτάβανο, υγρό δωμάτιο, ξαπλωμένη σ ένα φτωχικό κρεβάτι. Μπροστά της ένας μυστήριος, γενειοφόρος άντρας. Ο αέρας βαρύς, δυσκολευόταν να ανασάνει ή να κουνηθεί.

Ξύπνησες, ε, καλά τότε, μουρμούρισε εκείνος, φουντώνοντας τα κάρβουνα στην ξυλόσομπα, κι η Λήδα ξανά βυθίζεται σ ένα όνειρο: βλέπει μια κοπέλα, σίγουρη πως είναι η μητέρα της.

Την επόμενη φορά που επανήλθε, ο άγνωστος ήταν δίπλα της, της έδινε με κουταλάκι ένα αηδιαστικό, πικρό βοτάνι.

Πιες, θα σε βοηθήσει. Μετά πρέπει να φας.

Πέρασε καιρός ώσπου η Λήδα να συνέλθει τελείως. Σηκώθηκε τρεμουλιαστή, πήγε στο παραθυράκι πίσω φθινόπωρο βαθύ, τα φύλλα σάπια στα πλακάκια. Φορούσε μια ξένη, αντρική πυτζάμα· ειδώθηκε στον καθρέφτη, η κοτσίδα της μπερδεμένη, όλα παράξενα. Βρέθηκε σ ένα ξύλινο σπιτάκι, η πείνα την έκαιγε, μπήκε διστακτική στην κουζίνα.

Ωχ, ξύπνησες ε; Έλα, κάτσε, φάε ψωμί, της είπε ο γενειοφόρος, ανακατεύοντας κάτι στην κατσαρόλα· αρώματα παραξενιάς.

Η Λήδα κάθισε σιωπηλή. Ο άγνωστος τής έβαλε μια βαθιά πιατέλα με σούπα. Έκατσε απέναντί της.

Πώς βρέθηκα εδώ;

Φάε πρώτα, μετά θα πούμε.

Η Λήδα δε θέλησε να φέρει αντίρρηση· τέλειωσε τη σούπα.

Δεν θυμάσαι τίποτα; την ρώτησε ξανά.

Όχι, είπε, με το κεφάλι κάτω.

Βλέπεις; Ζεις με μια γυναίκα, τη φροντίζεις, κι αυτή τίποτα, μηδέν, ούτε το όνομά της Ίσως το ποτάμι σου πήρε τη μνήμη· παραλίγο να πνιγείς, σε έσωσα.

Η Λήδα δεν ήξερε τι να πει.

Το όνομά σου, το ξέρεις τουλάχιστον; Τίναξε το κεφάλι της αρνητικά.

Έτσι ε, λοιπόν Εσύ είσαι η γυναίκα μου, η Ευτέρπη.

Αποκλείεται φώναξε η Λήδα, μα πραγματικά δεν θυμόταν τίποτα.

Όλα γίνονται, χαμογέλασε στραβά· Έλα, μέσα στο δωμάτιο, να σου θυμίσω. Περίμενα δυο μήνες να συνέλθεις.

Την τράβηξε στο δωμάτιο, η Λήδα αντιστάθηκε, μα εκείνος τη χτύπησε και την έριξε στο κρεβάτι.

Άχαρη Εγώ σε έσωσα, και τώρα θα μάθεις ποιος είναι ο άντρας σου

Η Λήδα πόνεσε, αηδίασε, δεν είχε πια δυνάμεις, εγκατέλειψε τον εαυτό της κούκλα κουρέλι. Απ έξω ακουγόταν μια αλυσοπρίονο. Μετά από λίγο, άρπαξε μια μεγάλη μπουφάν, ντύθηκε βιαστικά και βγήκε τρέχοντας προς το δάσος. Έφτασε στη όχθη, είδε μια βάρκα με μηχανή, αλλά πίσω της ακούστηκε ξάφνου σπάσιμο. Ο γενειοφόρος την πρόλαβε, την άρπαξε απ το γιακά.

Πού νομίζεις ότι πας, ε; Μην παρεξηγείς απλά ανησύχησα για την υγεία σου! Δεν γυρίζεις πουθενά, θα ζεστάνεις λιγάκι στο χαμάμ, θα συνέλθεις. Θυμάσαι το όνομά μου; Λεωνίδας με λένε, Λεωνίδας!

Λες και στοιχειωμένη, η Λήδα μπήκε ξανά στο σπίτι. Δεν θα τολμούσε πια να φύγει. Αποφάσισε, όμως, να περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία.

Θεέ μου, γιατί τέτοια κακοτυχία; σκεφτόταν.

Ο Λεωνίδας άρχισε να της αναθέτει δουλειές: καθάριζε σπίτι, μαγείρευε, φρόντιζε ζωντανά και τον βοηθούσε στη μάντρα. Το χειρότερο, όμως, ήταν όταν ερχόταν τη νύχτα με το αλλόκοτο χαμόγελό του. Αν έφερνε αντίρρηση, έτρωγε ξύλο. Η ζωή κυλούσε, κάθε μέρα ίδια, ο Λεωνίδας πήγαινε συχνά στο ψάρεμα ή για κυνήγι, ή έφευγε για το Αγρίνιο για να πουλήσει κρέας και ψάρια.

Όταν ο Λεωνίδας ήταν μακριά, η Λήδα ένιωθε μια σταλιά ανακούφιση, διάβαζε παλιές σκονισμένες ελληνικές εκδόσεις. Όμως όταν γυρνούσε ο άντρας, ο φόβος ξαναφώλιαζε στην ψυχή της.

Κάποια μέρα, βγαίνοντας για ξύλα, πρόσεξε ότι το κλειδί της βάρκας κρεμόταν στον τοίχο, το είχε δει πολλές φορές. Όταν ο Λεωνίδας αποκοιμήθηκε το μεσημέρι, το άρπαξε, ντύθηκε ζεστά κι έτρεξε στη βάρκα. Έλυνε βιαστικά το λουκέτο, μπήκε στο νερό, αλλά μια σφαίρα σφύριξε από πάνω της. Ο Λεωνίδας την σημάδευε.

Πίσω, πριν σε πετύχω, της φώναξε. Φοβήθηκε, γύρισε τη βάρκα στην όχθη.

Την έβγαλε βίαια έξω, τη χτύπησε, την άφησε αναίσθητη.

Αν το ξανακάνεις, θα σε δέσω στη μάντρα, της είπε απότομα, πριν κλείσει δυνατά την πόρτα πίσω του.

Η βδομάδα κύλησε αργά. Η Λήδα ένιωθε ότι θα τρελαθεί, όμως σιγά σιγά συνήλθε από την ασθένεια. Ώσπου χτύπησε ναυτία, βγήκε στην αυλή κι ο Λεωνίδας την κοίταξε πονηρεμένος.

Μπας και είσαι έγκυος;

Σύντομα κατάλαβε κι εκείνη, κι εκείνος. Η σκληρότητα του Λεωνίδα μαλάκωσε, δεν τη χτυπούσε πια, απλώς απειλούσε. Μια μέρα είπε ότι θα κατέβει στο Αγρίνιο για την αγορά. Συνήθως περνούσε τον Εύηνο με τη βάρκα του και μετά πήγαινε με το λεωφορείο στην πόλη.

Η Λήδα βγήκε να βολτάρει στο ποτάμι, ο αέρας τσουχτερός, Νοέμβρης προχωρημένος, τα κύματα ψυχρά. Ξαφνικά άκουσε μοτέρ. Μια άλλη βάρκα πλησίασε ένας άντρας με ψαράδικα εργαλεία βγήκε στην όχθη και την αναγνώρισε.

Ληδούλα, εσύ είσαι; είπε με μάτια ορθάνοιχτα.

Κάνετε λάθος, Ευτέρπη με λένε, ψιθύρισε.

Τι λες, Λήδα! Σε ξέρω από πιτσιρίκι. Η μάνα σου η Φωτεινή έθαψε τον πατέρα σου και σε έχασε, οι πάντες είπαν πως χάθηκες στον ποταμό! Η μάνα έχει μαραζώσει. Είμαι ο γείτονάς σου, ο κύριος Παύλος, δε θυμάσαι;

Εδώ μένω με τον άντρα μου, είπε χαμένη η Λήδα.

Νόμιζα εδώ δεν μένει κανείς, ποτέ δεν έχω δει ψυχή. Έλα, ανέβα στη βάρκα, πες μου τι ζεις, μη φοβάσαι

Καθώς πλησίαζαν στην απέναντι όχθη, ήχησαν πυροβολισμοί πίσω τους ο Λεωνίδας! Βιάστηκαν, πέρασαν το ύψωμα.

Η Λήδα μπαίνοντας στο σπίτι που της έδειξε ο Παύλος, αντίκρισε τη Φωτεινή, την είχε δει στα όνειρά της τόσους μήνες.

Καλησπέρα ψέλλισε διστακτικά.

Κόρη μου! έτρεξε και την αγκάλιασε η Φωτεινή. Παύλο, που τη βρήκες, πώς, πότε;

Η χαρά δεν περιγραφόταν. Ο Παύλος εξήγησε ότι την ψάρευσε απ το ποτάμι και πως είχε χάσει τη μνήμη της. Η Λήδα άρχισε σιγά σιγά να θυμάται τη μητέρα, τον πατέρα, τα πάντα, ακόμα και το ποτάμι. Ξέσπασε σε λυγμούς, διηγήθηκε τον εφιάλτη που έζησε με τον Λεωνίδα.

Μαμά, αν μας βρει, θα μας σκοτώσει κι εσένα, άνθρωπος δεν είναι, θηρίο είναι.

Η αυλή γέμισε από τον Παύλο, τη γυναίκα του, τη γειτόνισσα Κατερίνα και τη γυναίκα του Παύλου, την Αρετή· όλοι συμφώνησαν πως έπρεπε να φύγουν μακριά. Να πάνε στη θεία Καλλιόπη στην Ευρυτανία, είχε σπίτι μόνη.

Συγκέντρωσαν ρούχα βιαστικά, μπήκαν στο παλιό Toyota, κοιτάζοντας για τελευταία φορά το σπίτι στο Μεσολόγγι. Ο Λεωνίδας αργότερα πέρασε από εκεί, βρήκε λουκέτο στη πόρτα.

Ποια ψάχνετε; βγήκε η Κατερίνα ξεστραβώνοντας.

Φίλη που μένει εδώ. Ξέρετε πού πήγε;

Δεν ξέρω, απάντησε ψυχρά η Κατερίνα. Εκείνος, πεισμωμένος, έφυγε.

Ο Παύλος βοήθησε τη Φωτεινή να πουλήσει το σπίτι, της έφερε τα ευρώ, βρήκε ένα μικρό χωριατόσπιτο, βοήθησε με το ασβέστωμα, η Αρετή έβαψε τους τοίχους, η ζωή άρχισε, σιγά σιγά, ξανά.

Η Λήδα ξαναβρήκε τη μνήμη και τη δύναμή της. Μόνο ο μικρός Χαράλαμπος της θύμιζε το παρελθόν μα τον αγαπούσε παραπάνω από τη ζωή της, όπως κι η γιαγιά του. Μπροστά της ανοιγόταν πια φως. Ο Γρηγόρης, ο γείτονας, ήδη σκεφτόταν να της κάνει πρόταση γάμου κι αυτή, επιτέλους, ονειρευόταν ευτυχία.

Oceń artykuł
Γιατί της έλαχε τέτοια μοίρα; Χρόνο με τον χρόνο, όσο μεγάλωνε, η Λυμπη καταλάβαινε ότι δεν ήθελε και δεν θα ζούσε όπως η μητέρα της, η Βαρβάρα. Η Βαρβάρα, αν και νέα γυναίκα, είχε φαίνονταν πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της – φταίχτης ο μόνιμα μεθυσμένος άντρας της, ο Σωτήρης. Η Λυμπη, στα δεκαεπτά της, δεν συνέχισε σπουδές μετά το σχολείο. Φοβόταν να αφήσει τη μητέρα της μόνη, θα είχε φύγει εδώ και καιρό αν δεν τη λυπόταν τόσο. Όταν ο πατέρας της θύμωνε, ήταν απρόβλεπτος – ποιος θα φρόντιζε τότε τη μάνα, ποιος θα της έβαζε πάγο στις μελανιές ή θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό; Εκείνη τη μέρα, ο Σωτήρης γύρισε πάλι μεθυσμένος, κάθεται στην κουζίνα και η Βαρβάρα του φέρνει σούπα, αλλά εκείνος πετάει το πιάτο κάτω από τα νεύρα του. Η Λυμπη βοηθάει τη μητέρα να μαζέψει τα κομμάτια, ο πατέρας σηκώνεται αδέξια και σπρώχνει τη μητέρα καθώς περνάει. – Αύριο πρωί για ψάρεμα, θα φέρουμε ψάρια στη γριά σου, να φτιάξει καμιά ψαρόσουπα. Η Λυμπη ελπίζει ότι θα ξεχάσει το ψάρεμα, μα ξημερώματα ο πατέρας τη σκουντάει να σηκωθεί. Ενώ ετοιμάζεται, εμφανίζεται η Βαρβάρα με το κουβά με το γάλα από την αγελάδα. – Δεν βλέπεις έξω; Θα ξεσπάσει καταιγίδα, πού θα πάτε με τέτοιον καιρό στον ποταμό; Η Βαρβάρα βάζει τον κουβά και στέκεται μπροστά στη Λυμπη να μη φύγει, αλλά ο Σωτήρης τη σμπρώχνει βίαια και το γάλα χύνεται. Πιάνει τη Λυμπη και τη βγάζει έξω στο σκοτεινό ουρανό και τον αέρα που δυναμώνει. Κωπηλατούν όλο και πιο βαθειά, εκεί που „πιάνει καλά”. Ο καιρός χειροτερεύει· ο Σωτήρης χάνει την ισορροπία του και πέφτει στη φουρτουνιασμένη λίμνη. Η Λυμπη προσπαθεί να τον βοηθήσει, αλλά και η ίδια γκρεμίζεται στο νερό όταν η βάρκα αναποδογυρίζει. Ανοίγει τα μάτια της σε ένα άγνωστο, υγρό δωμάτιο. Ένας άντρας με γενειάδα, ο Κλήμης, την περιθάλπει, της δίνει τσάι από βότανα. Μα εκείνη δεν θυμάται τίποτα – ούτε το όνομά της. – Είσαι η γυναίκα μου, η Βαλεντίνα, της λέει με επιμονή ο Κλήμης. Η Λυμπη τρομαγμένη, ανυπεράσπιστη, αναγκάζεται να ανεχτεί την κακοποίηση και την αιχμαλωσία του. Ο καιρός περνά, με τη Λυμπη άρρωστη, βασανισμένη και απομονωμένη στο ξύλινο σπίτι βαθιά στο βουνό, να αναρωτιέται διαρκώς: «Θεέ μου, γιατί να μου έλαχε τέτοια μοίρα;» Ο Κλήμης ελέγχει κάθε βήμα της. Όταν μαθαίνει ότι είναι έγκυος, σταματά τη βία μα ο εγκλεισμός παραμένει. Μέχρι που μια μέρα, βγαίνοντας για λίγο έξω, συναντά τυχαία τον γείτονα της παλιάς γειτονιάς, τον θείο Νίκο. Εκείνος τη θυμάται, εκείνη αρχίζει να θυμάται. Βρίσκει τη δύναμη να του μιλήσει – θα τη βοηθήσει να γυρίσει στη μητέρα της, στη Βαρβάρα, που τόσα χρόνια την νόμιζε νεκρή. Μετά από μία αγωνιώδη διαφυγή, μάνα και κόρη επανενώνονται. Με τη βοήθεια της γειτόνισσας, φεύγουν για το χωριό, προσπαθώντας να ανασάνουν ξανά. Ο Κλήμης ψάχνει, αλλά βρίσκει το σπίτι άδειο. Ο θείος Νίκος βοηθάει τη Βαρβάρα και τη Λυμπη να φτιάξουν μια νέα αρχή. Η Λυμπη κρατά στην αγκαλιά τον μικρό της γιο, καρπό της κακοτυχίας της, αλλά του χαρίζει όλη της την αγάπη και αποφασίζει να ζήσει για εκείνον. Δίπλα της είναι επιτέλους άνθρωποι που τη νοιάζονται. Και μπροστά της ανοίγεται η ελπίδα για μια νέα, φωτεινή ζωή, με τον Γρηγόρη, τον νεαρό από το διπλανό χωριό που θέλει να της δώσει την αγάπη και την ασφάλεια που της αρμόζει. Γιατί άραγε καμιά ψυχή να κουβαλάει τόσο βαρύ σταυρό; – Το συγκλονιστικό ταξίδι της Λυμπης, από τη σκιά της βίας στην ελπίδα της λύτρωσης, σε μια μοντέρνα ελληνική ιστορία γεμάτη πόνο, θάρρος και αναγέννηση.