Όλα να είναι μισά
Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε για τα έξοδα. Τα δικά σου έξοδα, για να είμαι ακριβής, και το πόσο σπάταλη είσαι.
Η Ελένη πάγωσε με την κούπα του καφέ στη μέση της διαδρομής προς τα χείλη της. Ήταν εφτά το πρωί, δε βρισκόταν καν ξύπνια, κι ο Πέτρος είχε ήδη σταθεί στην πόρτα της κουζίνας με ύφος εισαγγελέα που ετοιμάζεται να εκφωνήσει την ετυμηγορία.
Για ποια έξοδα μιλάς; Και γιατί να είμαι σπάταλη; ψέλλισε εκείνη, και τελικά ήπιε μια γουλιά. Αμέσως ο καφές τής φάνηκε άγευστος.
Ξοδεύεις υπερβολικά για τον εαυτό σου. Κάθε εβδομάδα όλο και σακούλες, κουτιά. Μια φόρεμα, μια κρέμα με εκατό ευρώ.
Η Ελένη άφησε την κούπα της αργά στο τραπέζι. Αυτά ήταν λόγια πρωινιάτικα, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς «καλημέρα, αγάπη μου».
Ήταν ορός προσώπου για εξήντα ευρώ, αν θες να μιλάμε για ποσά. Και όχι κάθε εβδομάδα, κάθε δυο μήνες.
Ελένη, έχουμε κοινό πορτοφόλι, θυμάσαι;
Το είπε με ύφος δασκάλου που εξηγεί την προπαίδεια σε μαθητή. Η Ελένη έσφιξε τα δόντια της. Μέτρησε ως το πέντε. Δεν βοήθησε.
Να σου θυμίσω μήπως πόσα δίνεις για το αυτοκίνητο κάθε μήνα;
Εκείνος συνοφρυώθηκε. Φανερά δεν περίμενε αντίλογο τόσο νωρίς.
Αυτό είναι αλλιώς.
Φυσικά αλλιώς. Βενζίνη, πλύσιμο, ασφάλεια, σέρβις. Εγώ σε εκείνο το SUV σου δεν έχω μπει ποτέ. Ούτε μια φορά δεν έκατσα στο τιμόνι.
Το χρειάζομαι για τη δουλειά μου. Ο Πέτρος σταύρωσε τα χέρια. Εργαλείο είναι.
Η Ελένη γέλασε, αλλά μάλλον νευρικά παρά με χαρά.
Εργαλείο; Σοβαρά; Και τα ρούχα και τα καλλυντικά που παίρνω εγώ, τι είναι; Παιχνίδι; Κι εγώ σε γραφείο εργάζομαι, συναντώ πελάτες. Να εμφανιστώ με ξεχειλωμένη μπλούζα και αφυδατωμένο πρόσωπο;
Ε, μπορείς να ψωνίζεις πιο οικονομικά.
Μπορώ. Η Ελένη έγνεψε. Να πηγαίνω σε συναντήσεις με το ίδιο σακάκι τρία χρόνια σερί. Κι εσύ να πουλήσεις το SUV και να πάρεις ένα μικρό Fiat. Πάλι στη δουλειά σου θα φτάσεις, σωστά;
Ο Πέτρος άνοιξε το στόμα του, το ξαναέκλεισε. Έπιασε τη ρίζα της μύτης του βιαστικά.
Υπερβάλλεις.
Όχι, εσύ το κάνεις. Τα δικά σου έξοδα είναι „επένδυση”. Τα δικά μου „σπατάλη”. Πολύ βολική αυτή η αριθμητική.
Έμεινε λίγο ακόμη, κούνησε αδιάφορα το χέρι του και βγήκε από την κουζίνα. Η Ελένη άκουσε τη εξώπορτα να κλείνει δυνατά.
Ο καφές της είχε κρυώσει εντελώς. Τον άδειασε στον νεροχύτη και ακούμπησε το μέτωπό της στο παγωμένο πλακάκι πάνω από το νιπτήρα.
Υπέροχο ξεκίνημα της μέρας πραγματικά υπέροχο
Στη δουλειά, η Βάσω παραλίγο να πνιγεί με τη σαλάτα της όταν άκουσε τι είχε συμβεί.
Περίμενε, αυτά σου τα είπε από το πρωί πρωί;
Η Ελένη έπαιζε με το πιρούνι το μπιφτέκι της στην καντίνα, όρεξη δεν είχε καν από το ξύπνημα και ακόμη τώρα δεν της είχε έρθει.
Απόλυτα. Ούτε καν πρόλαβα να τελειώσω τον καφέ μου.
Κλασικά πράγματα. Η Βάσω ακούμπησε πίσω στην καρέκλα της μισοκλείνοντας τα μάτια. Ο πρώην μου το είχε δοκιμάσει. «Να τα μοιράσουμε όλα μισά για να είμαστε δίκαιοι, μοντέρνα» είπε.
Και;
Του έδειξα αμέσως. Λέω: εσύ τρως διπλάσια από μένα. Δες: το πρωί εγώ ένα γιαούρτι, εσύ τέσσερα αυγά και μπέικον. Στο μεσημεριανό σαλάτα εγώ, δύο πιάτα εσύ. Άρα για το φαγητό, πληρώνεις αναλογικά.
Η Ελένη χαμογέλασε. Η Βάσω θα μπορούσε να είναι δικηγόρος τα επιχειρήματά της πάντα ατσάλινα.
Κατάλαβε;
Ω, και βέβαια. Τρεις μέρες γύριζε με κομπιουτεράκι, μάζευε αποδείξεις. Ύστερα σταμάτησε. Ένα μήνα αργότερα χωρίσαμε.
Στο φαγητό φταίξατε;
Σύμπτωμα ήταν. Η Βάσω σήκωσε τους ώμους κι επέστρεψε στη σαλάτα της. Όταν ο άντρας αρχίσει να μετράει τα λεπτά σου, δεν είναι πια μαζί σου. Είναι με κάποια θεωρία στο μυαλό του κι εσύ περισσεύεις.
Η Ελένη σώπασε. Κάτι ενοχλητικά αληθινό υπήρχε στα λόγια της Βάσως.
Το απόγευμα επέστρεφε σπίτι πιο αργά απ ό,τι συνήθως. Κατέβηκε σκόπιμα μια στάση νωρίτερα, περπάτησε ως το σπίτι. Η μυρωδιά του δρόμου είχε βρεγμένη άσφαλτο και μια πικράδα από φύλλα ή καυσαέριο, δεν ήξερε. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα βρει στο σπίτι.
Το διαμέρισμα την υποδέχτηκε με σιωπή. Ο Πέτρος δεν είχε έρθει ακόμη. Η Ελένη άλλαξε, έβγαλε από το ψυγείο κοτόπουλο, λαχανικά, άρχισε να μαγειρεύει. Τα χέρια της δούλευαν μηχανικά να κόψει, να αλατίσει, να τα βάλει στο τηγάνι. Το μυαλό της κενό, και αυτό κάπως τη γαλήνευε.
Ο Πέτρος μπήκε γύρω στις οκτώ. Κοίταξε στην κουζίνα, έμεινε στο κατώφλι.
Σήμερα δεν σπατάλησες τίποτα παραπάνω;
Η Ελένη ούτε που γύρισε. Ανακάτευε τα λαχανικά.
Όχι. Δεν αγόρασα τίποτα απολύτως.
Έγνεψε και πήγε να αλλάξει. Η Ελένη έκλεισε το μάτι της κουζίνας, στρώσε τραπέζι. Δύο πιάτα, σαλάτα, κοτόπουλο με λαχανικά. Όλα όπως πάντα, μόνο που οι μερίδες ήταν λίγο μικρότερες το ψυγείο άδειαζε, κι εκείνη επίτηδες δεν πήγε στο σούπερ μάρκετ.
Κάθισαν να φάνε. Ο Πέτρος κοίταξε το πιάτο του. Σήκωσε τα μάτια του στη γυναίκα.
Γιατί έβαλες τόσο λίγο φαγητό;
Η Ελένη ακούμπησε απαλά το πιρούνι της στην άκρη του πιάτου. Τον κοίταξε σταθερά και ήρεμα.
Εσύ ήθελες όλα μισά. Ορίστε, μισά.
Ο Πέτρος ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Το πιρούνι του σταμάτησε μεσοστρατί στον αέρα.
Τι εννοείς;
Κυριολεκτικά. Έφτιαξα φαγητό και το χώρισα ακριβώς στη μέση. Αυτή είναι η δική σου μερίδα. Η Ελένη του έδειξε το πιάτο. Εγώ θα έχω και για πρωινό. Εσύ, δεν ξέρω τι θα φας το πρωί. Τα ψώνια είναι κοινά, όλα μισά. Πώς να ξοδευτούν μόνο για σένα; Δεν θα ήταν δίκαιο.
Ο Πέτρος άφησε το πιρούνι. Τα μάγουλά του κοκκίνισαν και η σιαγόνα του σφίχτηκε.
Ελένη, αυτό δεν είναι σωστό.
Όχι σωστό; Η Ελένη σήκωσε το φρύδι και ακούμπησε πίσω στην καρέκλα. Τι ακριβώς δεν είναι σωστό; Εσύ πρότεινες να μοιραζόμαστε τα πάντα. Αυτό κάνω.
Εννοούσα αλλιώς!
Δηλαδή να κόψεις μόνο εσύ τα δικά μου έξοδα, τα δικά σου να μη τα αγγίξει κανείς;
Ο Πέτρος δεν απάντησε. Η Ελένη έβλεπε πως έψαχνε επιχείρημα, μάταια.
Πες μου κάτι, πήρε την κανάτα με το νερό, πόσα έδωσες σήμερα σε βενζίνη;
Τι σχέση έχει αυτό;
Έχει. Πόσα;
Δίστασε, συνοφρυώθηκε, υπολόγισε κάτι.
Κάπου δέκα ευρώ, άντε δώδεκα.
Να πούμε δέκα. Η Ελένη σηκώθηκε. Περίμενε λίγο.
Βγήκε στο χωλ. Ο Πέτρος άκουσε ν’ ανοίγει η ντουλάπα, κάτι να θροΐζει. Γύρισε μ το πορτοφόλι του στο χέρι.
Τι κάνεις; ο Πέτρος σηκώθηκε.
Παίρνω το μερίδιό μου.
Άνοιξε το πορτοφόλι του ήρεμα, πήρε ένα πεντάευρο και πέντε μονόευρα, τα έβαλε στην τσέπη της φόρμας της. Ο Πέτρος την κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα.
Είσαι σοβαρή;
Απόλυτα. Του άφησε το πορτοφόλι πάνω στο τραπέζι. Έδωσες δέκα ευρώ για βενζίνη, έχω κάθε δικαίωμα να πάρω δέκα ευρώ για τα δικά μου. Αυτό δεν ήθελες; Όλα μισά.
Αυτό είναι παράλογο!
Δικές σου ιδέες, Πέτρο. Εγώ απλώς τις εφαρμόζω. Χαμογέλασε και ξανακάθισε. Έτσι μπορεί να μαζέψω για ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια.
Ο Πέτρος δεν μίλησε. Η γνάθος του τρεμόπαιζε και μια φλέβα φούσκωσε στον λαιμό του, αλλά λέξη δεν βγήκε. Η Ελένη συνέχισε ατάραχη το φαγητό της.
Το δείπνο πέρασε μέσα σε απόλυτη σιωπή.
Η εβδομάδα κύλησε αργά. Κάθε βράδυ η Ελένη μαγείρευε αυστηρά για δύο, χώριζε μαθηματικά τις μερίδες. Ο Πέτρος κοιτούσε τη μερίδα του, μετά τη δική της, γκρίνιαζε φωναχτά, αλλά τίποτα άλλο. Κάθε πρωί τον ρωτούσε πόσα θα χρειαστεί για βενζίνη. Κάθε βράδυ έπαιρνε το μερίδιό της.
Ως την Τετάρτη, πήγαινε στη δουλειά με το μετρό.
Ως την Παρασκευή, είχε γίνει χλωμός και έμοιαζε με πεινασμένο λύκο.
Το Σαββατοκύριακο η Ελένη είχε μαζέψει σχεδόν εκατό ευρώ σε φάκελο. Ο Πέτρος έπαιρνε σνακς στη δουλειά, το σπιτικό φαγητό δεν του έφτανε. Κι η Ελένη ήξερε τα πάντα, από τη Δευτέρα είχε καταγράψει κάθε ευρώ στα έξοδά τους. Μισά, λοιπόν.
Το πρωί του Σαββάτου ο Πέτρος καθόταν στην κουζίνα με μια κούπα τσάι. Όταν μπήκε η Ελένη, τη κοίταξε με μάτια γεμάτα μαύρους κύκλους.
Ελένη… δίστασε, έτριψε το σβέρκο του. Έκανα λάθος. Συγγνώμη.
Η Ελένη έβαλε καφέ, κάθισε απέναντί του. Δεν μίλησε. Ζέστανε τα χέρια της στην κούπα.
Όλα αυτά είναι χαζομάρες, είπε ο Πέτρος τέλος. Είχα διαβάσει κάτι ανόητο, και μου ήρθε η φαεινή ιδέα να μοιράζουμε τα πάντα. Μπορούμε να το αφήσουμε πίσω;
Μπορούμε, συμφώνησε χαλαρά. Να έχεις υπόψη όμως, ότι δεν υπολόγισα ακόμη τη δουλειά που κάνω στο σπίτι.
Ποια δουλειά;
Μαγείρεμα, καθάρισμα, πλύσιμο, σιδέρωμα. Αν τα κοστολογούσα στη σημερινή αγορά, άλλα εκατό ευρώ θα μου χρωστούσες. Και λίγο λέω.
Ο Πέτρος πνίγηκε με το τσάι του. Βήχοντας, έπιασε μια χαρτοπετσέτα.
Αλλά δεν θα τα μετρήσω, του είπε ήρεμα η Ελένη. Αν σταματήσεις να κάνεις τον λογιστή στη σχέση μας. Έγινε;
Έγινε, απάντησε γρήγορα. Ορκίζομαι. Τέλος τα μερεμέτια.
Πολύ καλά.
Η Ελένη χαμογέλασε και πήρε ένα μπισκότο. Ο Πέτρος την κοιτούσε με το ύφος ανθρώπου που μόλις ξέφυγε από καταστροφή.
Κι εκείνη σκεφτόταν πως καμιά φορά, χρειάζεται να τραβάς μια ανόητη ιδέα μέχρι το τέλος, για να φανεί όλη η γελοιότητά της. Να γυρίσεις το παιχνίδι προς όφελός σου να μην χάσεις μόνο τη γαλήνη σου, αλλά να κερδίσεις και τον σεβασμό στη σχέση. Αυτή είναι η πραγματική αριθμητική των γάμων.





