Σκύλος, μόλις είδε τους παλιούς ιδιοκτήτες του, χαμήλωσε το κεφάλι αλλά δεν κουνήθηκε καθόλου
Όλα άρχισαν εκείνον το μακρινό Δεκέμβρη, όταν το χιόνι είχε στρώσει τούφες πάνω στις αυλές και τα σοκάκια της γειτονιάς μας, στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Σαν χτες το θυμάμαι… Ο Μάρκος, ένα μεγαλόσωμο γερμανικό ποιμενικό με λευκές τρίχες γύρω απ το στόμα του, εμφανίστηκε ξαφνικά έξω από τη δεύτερη είσοδο της πολυκατοικίας, λες και ξεπήδησε απ το παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα.
Πάλι αυτός ο σκύλος ουρλιάζει κάτω απ τα παράθυρα! αγανακτούσε ο Βασίλης, τραβώντας τις κουρτίνες. Μαρία, εσύ τ ακούς ή κουφή έγινες;
Το ακούω, Βασίλη μου, απαντούσε κουρασμένα εκείνη.
Κανείς δεν μπορούσε να μην το προσέξει. Το κλάμα του σκύλου σού έμπαινε στα κόκκαλα.
Από το φθινόπωρο είχαν έρθει στην πολυκατοικία νέα ζευγάρι, ο Παναγιώτης και η Ειρήνη. Μαζί και ο σκύλος τους, ο Μάρκος. Κάθε βράδυ τους περίμενε στην είσοδο, κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Πιστός σαν ρολόι.
Όταν όμως πλάκωσαν τα πρώτα κρύα, όλα άλλαξαν.
Το αποφασίσαμε. Σε μία γκαρσονιέρα με σκύλο δεν γίνεται. Παντού τρίχες, και αυτή η μυρωδιά… Και οι γείτονες παραπονιούνται συνέχεια για τα γαβγίσματα. Αν θες, πάρ τον εσύ. Είναι καθαρόαιμος, έχουμε και τα χαρτιά του, έλεγε η Ειρήνη στη φίλη της στο τηλέφωνο, μέσα στη σκάλα.
Προφανώς, η φίλη αρνήθηκε.
Η κυρία Μαρία το κατάλαβε γρήγορα: τέταρτο βράδυ ο Μάρκος κοιμόταν στο κρύο πλατύσκαλο ανάμεσα στους ορόφους, πάνω στο παγωμένο μπετό. Έτρεμε από την υγρασία.
Και τώρα τι θα γίνει; ο Βασίλης δεν ήθελε ούτε να ακούει τα παρακάλια της. Κι εμείς μ ένα σωρό μπελάδες είμαστε.
Σαρανταπέντε χρόνων εκείνος, μετά το έμφραγμα πέρσι έγινε νευρικός, απόμακρος ακόμη και απέναντί της.
Δεν είναι αδέσποτος, ψιθύρισε η κυρία Μαρία. Έχει αφεντικά στον τρίτο όροφο.
Ας τον πάρουν μέσα λοιπόν. Κι αν δεν θέλουν, φώναξε τον δήμο.
Εύκολο να το λες. Πώς εξηγείς σ ένα σκύλο ότι αυτοί που αγάπησε τον πρόδωσαν;
Το άλλο πρωί, η Μαρία δεν άντεξεκατέβηκε στο πλατύσκαλο μ ένα κομμάτι ζαμπόν και λίγη φέτα ψωμί. Ο Μάρκος σήκωσε βαριά το κεφάλι, την κοίταξε ευγνώμονα, πήρε με προσοχή το κέρασμα, δίχως βουλιμία.
Το βράδυ, πήρε την πιο τολμηρή της απόφαση.
Τι κάνεις εκεί; Ο Βασίλης στεκόταν στην πόρτα έξαλλος. Γιατί έφερες εκείνο το τέρας μέσα;
Ο Μάρκος μαζεύτηκε στη γωνία, κατάλαβε ότι είναι η αιτία της γκρίνιας. Αυτιά πεσμένα, ουρά κάτω λες και ζητούσε συγγνώμη.
Μόνο για ένα βράδυ, Βασίλη μου. Τη νύχτα τούτη έχει παγωνιά. Θα ψοφήσει έξω.
Ένα βράδυ; Και μετά; «Άλλο ένα βράδυ»; Και μετά πάλι «τελευταία φορά»; Μαρία, έχεις ξεχάσει τι περνάμε; Και που βρίσκουμε τα λεφτά για τα φάρμακα!
Δίκιο είχε. Τα λεφτά με το ζόρι φτάνανε. Η σύνταξή του πενιχρή, η δική της το ίδιο.
Ποιος θα τον ταΐζει; φώναζε. Ποιος θα πληρώσει για κτηνίατρο; Για μας δεν φτάνουν αυτά που έχουμε!
Ο σκύλος είναι γέρος, Βασίλη. Θα χαθεί έξω, ψιθύρισε εκείνη ωστόσο σταθερά.
Και λοιπόν; Κάθε μέρα τόσοι σκύλοι χάνονται στην Αθήνα! Όλους θα τους σώσεις;
Ο Μάρκος τρεμούλιασε από την ένταση και προσπάθησε να γίνει αόρατος. Η Μαρία έκατσε πλάι του, τον αγκάλιασε στον λαιμό. Το τρίχωμά του πυκνό αλλά μπερδεμένο, κανείς δεν τον φρόντιζε.
Όχι όλους. Μόνο αυτόν.
Πέντε μέρες το σπίτι τους ήταν πάνω σε μπαρούτι. Ο Βασίλης έκλεινε τις πόρτες με θόρυβο, μάλωνε για κάθε τρίχα, επέμενε να ξεφορτωθούν τον τζαμπατζή.
Ο Μάρκος έδειχνε να νιώθει την αγωνία, έτρωγε ελάχιστα, στο σαλόνι σχεδόν δεν έμπαινε, πάντα με το βλέμμα γεμάτο ενοχή.
Κυριακή ήρθαν οι ιδιοκτήτες.
Χτύπησαν έντονα το κουδούνι.
Τι νομίζετε ότι κάνετε; Η Ειρήνη στην πόρτα με γούνινη ζακέτα, ο Παναγιώτης δίπλα με ακριβό μπουφάν. Κλέψατε τον σκύλο μας! Κλοπή είναι αυτό!
Ποια κλοπή; Εκείνος κοιμόταν στο πλατύσκαλο, τα έχασε η κυρία Μαρία.
Ο σκύλος είναι δικός μας! Έχουμε έγγραφα! πετάχτηκε ο Παναγιώτης.
Με το που άκουσε γνώριμες φωνές, ο Μάρκος βγήκε από την κουζίνα. Η ουρά του κινήθηκε, αναρωτιόταν νακολουθήσει ή ναναμείνει;
Πάμε σπίτι, Μάρκο! φώναξε η Ειρήνη.
Ο σκύλος πλησίασε και μύρισε το χέρι της, αλλά στάθηκε πλάι στη Μαρία.
Τι συμβαίνει; ρώτησε έκπληκτη η Ειρήνη.
Κοιμόταν τόσες νύχτες στο κρύο. Είπα να τον βοηθήσω, ξεκίνησε ντροπαλά η κυρία Μαρία.
Δεν είναι δική σας δουλειά! ξέσπασε η Ειρήνη. Πού θα κοιμηθεί το σκυλί μας είναι δική μας υπόθεση!
Στο πλατύσκαλο πάνω στο τσιμέντο; αναρωτήθηκε η Μαρία.
Ακόμα και στο μπαλκόνι! Ό,τι θέλουμε με το ζώο μας!
Τι γίνεται εδώ; Ο Βασίλης μπήκε κρατώντας εφημερίδα, γυρίζοντας απτο εξοχικό που το χειμώνα φυλούσε σαν επιστάτης.
Η γυναίκα σας έκλεψε το σκύλο μας! άρπαξε την κουβέντα η Ειρήνη. Να μας τον δώσετε αλλιώς πάμε στην αστυνομία!
Ο φόβος πάγωσε τη Μαρία. Μια δικαστική υπόθεση τους έλειπε…
Μαράκι, δώστον να τελειώνουμε, αναστέναξε ο Βασίλης. Δεν μπλέκουμε με αστυνομίες.
Όμως, μόλις κοίταξε τον Μάρκο, το ύφος του άλλαξε. Ο σκύλος στεκόταν πλάι στη γυναίκα του, με παράκληση στα μάτια του.
Για φέρετε τα χαρτιά που λέτε, πετάχτηκε τότε ο Βασίλης.
Τα ξεχάσαμε στο σπίτι, απάντησαν αμήχανα.
Ε, φέρτε τα και συζητάμε.
Μα είναι ο σκύλος μας! εκτοξεύτηκε ο Παναγιώτης.
Αν ήταν, γιατί τον είχατε στο κρύο;
Η ένταση μεγάλωσε. Ο Βασίλης πήρε το πάνω χέρι.
Το ζώο βασανιζόταν μπροστά μας, γι αυτό είναι υπόθεσή μου. Η φωνή του ακουγόταν σιδερένια.
Δεν το βασανίζαμε! Μόνο για λίγο έχουμε ανακαίνιση, ένιωσε την ανάγκη να πει ο Παναγιώτης.
Ποια ανακαίνιση, από τον Σεπτέμβρη μένετε! αγρίεψε ο Βασίλης.
Έγινε σιωπή. Είχαν αποκαλυφθεί.
Το τι κάνουμε στο σπίτι μας είναι δικό μας θέμα! άρχισε η Ειρήνη να σπάει.
Είναι θέμα σας να βασίζετε το ζώο; Ο Βασίλης υψωσε τον τόνο. Ή το παίρνετε μέσα και το φροντίζετε ή φύγετε και μην ξαναπάτε εδώ!
Αν δεν θέλετε, θα πάμε δικαστικά! τσίριξε η Ειρήνη.
Πηγαίνετε, απάντησε απότομα. Εξηγήστε όμως στο δικαστή γιατί κοιμόταν το ζώο δυο μήνες στην πολυκατοικία!
Γείτονες άρχισαν να βγαίνουν στις πόρτες.
Τι συμβαίνει; ρωτούσε η κυρία Ευγενία του 5ου.
Αυτοί εδώ κρατούσαν το ζωντανό στην υγρασία, εξήγησε ο Βασίλης.
Το καημένο το πλάσμα έτρεμε, εγώ το λεγα στον άντρα μου, συμφώνησε ο κύριος Δημήτρης του 3ου.
Σιγά σιγά όλοι μαζεύτηκαν.
Ντροπή σας. Πήρατε ζώο, αναλάβετε το όπως πρέπει! κούνησε το κεφάλι ο Δημήτρης.
Κι ο χαμστεράκος μου ζει σε καλύτερες συνθήκες! πέταξε η Αγγελική του 4ου.
Το ζευγάρι βρέθηκε περικυκλωμένο. Η Ειρήνη είχε δακρύσει, ο Παναγιώτης πετούσε όλο μίσος γύρω του.
Επιλέξτε τώρα! φώναξε ο Βασίλης. Ή το παίρνετε και το φροντίζετε, ή το αφήνετε κι εξαφανίζεστε!
Στο δικαστήριο θα πάμε! ψέλλισε η Ειρήνη.
Να πάτε! Μόνο εξηγήστε τι πάθατε το ζώο σας, αντιγύρισε ο Βασίλης.
Εντάξει! φώναξε τελικά ο Παναγιώτης. Κρατήστε τον σκύλο! Δεν τον θέλουμε πλέον!
Έφυγαν, κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα της πολυκατοικίας.
Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε προς την πόρτα και βόγκηξε απαλά.
Οι γείτονες αποχώρησαν, σχολιάζοντας τι έγινε. Έμειναν ο Βασίλης, η Μαρία και ο Μάρκος που επιτέλους τους ανήκε επίσημα.
Ο Μάρκος πλησίασε τον Βασίλη και ακούμπησε τη μουσούδα του στο χέρι του.
Ε, φιλαράκο, έσκυψε, τον χάιδεψε. Τι λες, μένεις μαζί μας;
Η ουρά αργά αλλά και σίγουρα άρχισε να κουνιέται. Ναι, θα έμενε.
Βασίλη, ψέλλισε η Μαρία. Κι εσύ που ήσουν τόσο αρνητικός…
Ήμουν, τώρα άλλαξα. Αναστέναξε, σκούπισε τα χέρια του. Μαρία, κατάλαβα κάτι σημαντικό. Βλέποντας πώς τον πέταξαν έξω.
Τι κατάλαβες;
Πως κι εμείς, λίγο-πολύ έτσι είμαστε. Ζούμε δίπλα, αλλά σαν ξένοι. Εγώ με τις αρρώστιες μου, εσύ με τις φροντίδες σου. Μόνοι κι οι δυο.
Η καρδιά της σφίχτηκε.
Και σκέφτηκα: κι αν μας πέταγαν κι εμάς έτσι; Χάιδεψε το κεφάλι του Μάρκου. Φοβήθηκα, Μαρία. Πολύ.
Η Μαρία κάθισε στο μπράτσο του καναπέ.
Τον κρατάμε, λοιπόν; ρώτησε ήσυχα.
Τον κρατάμε. Θα γίνουμε πραγματική οικογένεια, χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από μήνες.
Ο Μάρκος τον έγλειψε στο μάγουλο και ακούμπησε τη μουσούδα του πάνω του.
Σε μία βδομάδα όλοι έβλεπαν τον Βασίλη από το δεύτερο να βγάζει το σκύλο βόλτα κάθε πρωί και να μοιάζει νεότερος κατά δέκα χρόνια.
Όσο για το νεαρό ζευγάρι; Έφυγαν σιωπηρά από τη γειτονιά. Λένε από ντροπή. Κρίμα τους. Ο Μάρκος, ίσως, να τους είχε συγχωρέσει.





