O μικρή κοπέλα μπήκε δειλά σε ένα εστιατόριο στην Αθήνα. Είδε σε ένα τραπέζι ένα πιάτο με αποφάγια και άρχισε να τρώει, μην αντέχοντας την πείνα. Ένας σερβιτόρος την παρατήρησε. Πλησίασε χωρίς να πει τίποτα και της πήρε το πιάτο από μπροστά. Αξίζει να διαβάσεις την ιστορία μέχρι το τέλος!
Η Ελευθερία ήταν μόλις οκτώ χρονών. Προερχόταν από μια οικογένεια με πέντε παιδιά. Ο πατέρας τους είχε φύγει και η μητέρα της αγωνιζόταν να βάλει κάτι στο τραπέζι για όλους. Κάθε μέρα στη ζωή της Ελευθερίας ήταν ένας πραγματικός αγώνας για επιβίωση. Αν και τόσο μικρή, τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές, συνήθιζε να πηγαίνει στη λαϊκή αγορά για να βοηθήσει μια κυρία με τα προϊόντα της. Έπαιρνε λίγα ευρώ που τα έδινε γεμάτη χαρά στη μητέρα της.
Ένα μεσημέρι Σαββάτου, γυρίζοντας από τη λαϊκή, η Ελευθερία περνάει συνήθως μπροστά από ένα εστιατόριο. Οι μυρωδιές που ξεχύνονταν ήταν τόσο δυνατές και λαχταριστές, ώστε κάθε φορά η Ελευθερία κατάπινε με το ζόρι το σάλιο της. Καμιά φορά κοίταζε με λαχτάρα από το παράθυρο, φανταζόμενη πώς θα ήταν να δοκιμάσει λίγη από εκείνη τη φανταστική μυρωδιά του φαγητού Και μια τούρτα σοκολάτας, Θεέ μου, ήταν κάτι για το οποίο ούτε στα όνειρά της τολμούσε να ελπίζει. Εκείνο το Σάββατο, όμως, η Ελευθερία δεν άντεξε τον πειρασμό. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα και μπήκε μέσα. Με τα ταλαιπωρημένα της παπουτσάκια και τα φθαρμένα της ρούχα, ένιωθε πιο μικρή κι απ την ηλικία της.
Σκέφτηκε να φύγει, αλλά είδε σ ένα τραπέζι λίγο ψητό κρέας και πατάτες, ξεχασμένα σ ένα πιάτο. Το φαγητό φαινόταν και μύριζε υπέροχα, και δεν θυμόταν πότε είχε φάει τελευταία φορά ένα κομμάτι κρέας. Κάθισε δειλά στο τραπέζι και πήρε τα μαχαιροπίρουνα.
Δεν είχε καταλάβει ότι ένας σερβιτόρος, ο Νίκος, την παρακολουθούσε από τη στιγμή που μπήκε. Ο Νίκος ήρθε γρήγορα προς το μέρος της και, πριν καν δοκιμάσει την πρώτη μπουκιά, της πήρε το πιάτο! Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, κοίταξε τον σερβιτόρο περιμένοντας επίπληξη ή να την πετάξει έξω. Όμως, εκείνος, με μια καλοσυνάτη ματιά, γύρισε και πήγε στην κουζίνα, αφήνοντάς την σαστισμένη και φοβισμένη.
Λίγο αργότερα, ο Νίκος επέστρεψε, μα τώρα με τα χέρια του γεμάτα. Μπροστά στην Ελευθερία έβαλε ένα μεγάλο πιάτο με ζεστό φαγητό, ένα αναψυκτικό και, στο τέλος, μια κομμάτι σοκολατόπιτα το ανομολόγητο όνειρό της. Τα μάτια της Ελευθερίας άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη και ευγνωμοσύνη.
Σε είδα που ήθελες να φας, της είπε με ένα ζεστό χαμόγελο ο σερβιτόρος.
Όλοι αξίζουμε ένα καλό πιάτο φαγητό, ειδικά ένα παιδί.
Η Ελευθερία δεν ήξερε τι να πει. Ήταν συγκινημένη από την καλοσύνη του, ενός αγνώστου που της έδωσε βοήθεια εκεί που δεν το περίμενε.
Έφαγε μερικές μπουκιές από το φαγητό που της προσέφερε ο Νίκος. Μετά σηκώθηκε, σκούπισε τα δάκρυά της και πήγε προς το μέρος του για να τον ευχαριστήσει. Του έσφιξε το χέρι και με δισταχτική φωνή είπε:
Ευχαριστώ, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή σας τη καλοσύνη. Σας παρακαλώ, γίνεται να βάλετε το υπόλοιπο φαγητό σε μια σακούλα; Θέλω να το πάω και στα αδερφάκια μου. Η μαμά δεν είχε χρήματα εχθές να αγοράσει ψωμί.
Ο Νίκος έμεινε άφωνος. Ένα κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του κι ένιωσε τα μάτια του να βουρκώνουν.
Φυσικά, είπε με τρεμάμενη φωνή.
Πήγε στη κουζίνα και επέστρεψε με μια σακούλα γεμάτη ταπεράκια με φαγητό.
Ορίστε! Να έχουν κι αυτοί ένα ζεστό πιάτο σήμερα, είπε τείνοντας τη σακούλα στην Ελευθερία.
Κύριε, σας ευχαριστώ μέσα απ την καρδιά μου. Πώς να σας το ξεπληρώσω; ρώτησε η συγκινημένη μικρή.
Εσύ μου δίδαξες σήμερα ένα πολύτιμο μάθημα ζωής, της απάντησε ο Νίκος. Πάντα να μοιραζόμαστε και να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Έτσι κάνουμε τον κόσμο καλύτερο.
Η Ελευθερία έφυγε από το εστιατόριο όχι μόνο με γεμάτο στομάχι αλλά και με μια πολύτιμη εμπειρία ζωής. Εκείνη η μέρα άλλαξε την άποψή της για τον κόσμο και φύτεψε στην ψυχή της τους σπόρους της συμπόνιας και της γενναιοδωρίας.
Από τότε, κάθε φορά που είχε την ευκαιρία, η Ελευθερία θυμόταν τον γενναιόδωρο σερβιτόρο και προσπαθούσε να προσφέρει κι εκείνη μια χείρα βοηθείας ή ένα χαμόγελο στους γύρω της. Έτσι συνέχισε κι εκείνη να διαδίδει το μάθημα που έλαβε ένα συνηθισμένο Σάββατο, σε ένα μικρό εστιατόριο που βρέθηκε στο δρόμο της για το σπίτι.





