Μετά τον θάνατό μου, θα πρέπει να φύγεις από το διαμέρισμα. Το αφήνω στον γιο μου…
Συγγνώμη, Μαργαρίτα, αλλά όταν πεθάνω, πρέπει να αδειάσεις αυτό το σπίτι, είπε ο Αντώνης στη σύζυγό του, το άφησα ήδη στον γιο μου. Έχω δώσει όλες τις απαραίτητες οδηγίες. Ελπίζω να μην κρατάς κακία. Έχεις τα δικά σου παιδιά, αυτοί θα φροντίσουν για σένα.
Η ζωή δεν ήταν ποτέ εύκολη για τη Μαργαρίτα. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, χωρίς να γνωρίσει ποτέ τους γονείς της. Παντρεύτηκε νέα, από μεγάλη αγάπη, αλλά η ευτυχία δεν της χαμογέλασε. Τριανταπέντε χρόνια πριν, ήταν μια νεαρή γυναίκα, μητέρα δύο μικρών παιδιών, όταν έχασε τραγικά τον σύζυγό της, τον Νίκο. Πέντε χρόνια πάλεψε μόνη, να δουλεύει σκληρά ώστε η κόρη, η Ειρήνη, και ο γιος, ο Πάρης, να μην στερούνται τίποτα. Ήταν τυχερή που είχε δικό της σπίτι, το διαμέρισμα που της είχε αφήσει ως κληρονομιά ο σύζυγός της.
Ο Αντώνης, ο δεύτερος άνδρας στη ζωή της, ήταν δεκατρία χρόνια μεγαλύτερός της, είχε δικό του τριάρι στον Νέο Κόσμο και καλή δουλειά. Παντρεύτηκαν γρήγορα και μετακόμισαν μαζί. Τα παιδιά της τον δέχτηκαν, κι εκείνος φέρθηκε σαν πατέρας. Η Ειρήνη αρχικά ήταν διστακτική, όμως ο Αντώνης κατάφερε να της κερδίσει την εμπιστοσύνη. Ο μικρότερος, ο Πάρης, σύντομα τον αποκαλούσε πατέρα. Ο Αντώνης ποτέ δεν τους ξεχώρισε από δικά του παιδιά, ούτε σε αγάπη ούτε σε φροντίδα.
***
Τα χρόνια πέρασαν. Η Ειρήνη παντρεύτηκε και έφυγε νωρίς. Ο Πάρης, που ήθελε να γίνει αξιωματικός, ζούσε εδώ και χρόνια μόνος. Πριν δέκα χρόνια, η Μαργαρίτα κάλεσε τα παιδιά της να συζητήσουν κάτι σημαντικό.
Θέλω να πουλήσω το δικό μας διαμέρισμα, τους είπε, χρειάζεται ολική ανακαίνιση εδώ, έπιπλα, σωληνώσεις, τα πάντα. Το άλλο διαμέρισμα μένει άδειο και τζάμπα το πληρώνουμε. Σκέφτηκα να το πουλήσουμε και να μοιράσουμε τα χρήματα. Τι λέτε;
Η Ειρήνη, μεθυσμένη από τις έγνοιες του γιου της που είχε από τη γέννησή του κινητικό θέμα, το δέχτηκε πρόθυμα:
Μαμά, δεν ζητάω το σπίτι, αλλά τα χρήματα θα με βοηθούσαν. Ο μικρός χρειάζεται θεραπείες, και κάθε φορά τρέχουμε σε ειδικούς στην Αθήνα. Τα έξοδα είναι τεράστια.
Ο Πάρης συμφώνησε:
Μαμά, δώσε τη δική μου μερίδα στην Ειρήνη. Για τον μικρό. Εγώ έχω το σπίτι μου και πληρώνω το δάνειο.
Έτσι κι έγινε: η Μαργαρίτα πούλησε το διαμέρισμα, έδωσε τα μισά λεφτά στην Ειρήνη, και με τα υπόλοιπα έκανε ανακαίνιση στο σπίτι του Αντώνη. Αυτός, βέβαια, ποτέ δεν υποψιάστηκε πως η γυναίκα που τόσα του προσέφερε, σε όλα τα επίπεδα, θα χανόταν από δίπλα του τόσο άδοξα.
Τα προβλήματα υγείας του Αντώνη εμφανίστηκαν πριν τέσσερα χρόνια. Πόνοι στα γόνατα, σταδιακή αδυναμία έως και ακινησία. Η Μαργαρίτα τον παρακινούσε:
Αντώνη, πήγαινε για εξετάσεις, να γίνει κάτι πριν χειροτερέψει.
Ο Αντώνης αντιστεκόταν:
Δεν ωφελούν τα φάρμακα. Από νέος πονάνε τα πόδια μου. Τώρα είναι χειρότερα, αλλά τι να κάνω…
Η Ειρήνη κι ο Πάρης τον έπεισαν να πάει τελικά στον γιατρό. Ο γιατρός διέγνωσε σοβαρό θέμα στα γόνατα κι έθεσε αυστηρή δίαιτα. Η Μαργαρίτα του έφτιαχνε υγιεινά φαγητά, του στέρησε τις σοκολάτες αντικαθιστώντας τες με αποξηραμένα φρούτα και ξηρούς καρπούς μα ο Αντώνης εκνευριζόταν με κάθε τι που θύμιζε στέρηση.
Θα πεθάνω από την πείνα μ αυτές τις σαλάτες, φώναζε. Δεν μπορώ άλλο, φέρε μου σοκολάτα!
Με κόπο, η Μαργαρίτα τον έπεισε να προσέχει τη δίαιτα και να ακολουθεί τη θεραπεία. Παρά την προσπάθεια, τα φάρμακα είχαν μικρή επίδραση· η υγεία του Αντώνη υποχωρούσε. Ο Πάρης κι η Ειρήνη περνούσαν χρόνο μαζί του, καθώς οι μέρες κυλούσαν βαριές.
***
Χρόνια παλεψε ο Αντώνης με τα προβλήματα υγείας. Κάποιες φορές φαινόταν να βελτιώνεται, άλλες πάλι βούλιαζε. Ποτέ η Μαργαρίτα δεν τον παράτησε. Έξι μήνες πριν, με νέο επεισόδιο, μπήκε στο νοσοκομείο. Κάποια μέρα, πριν τον επισκεφτεί, της χτύπησε την πόρτα ένας άγνωστος νεαρός.
Καλησπέρα. Μπορώ να δω τον κύριο Αντώνη; ρώτησε.
Δεν είναι εδώ, απάντησε προσεκτικά η Μαργαρίτα. Εσείς ποιος είστε;
Με λένε Στέφανο. Είμαι ο γιος του Αντώνη.
Της έπεσε το πιρούνι από το χέρι: ήταν ίδιος ο Αντώνης στα νιάτα του. Ο Στέφανος γνώρισε τον πατέρα του στο νοσοκομείο κι εκείνος, βγάζοντας ενοχές χρόνων, ξημέρωσε τη νύχτα με εξιστορήσεις στη Μαργαρίτα.
Έφυγα από τη μητέρα του όταν ο Στέφανος ήταν τριών. Δεν άντεξα την προδοσία της. Πέρασαν τρεις δεκαετίες, με βρήκε μόνος. Είμαι περήφανος για το αίμα μου αλλά ομολογώ, δεν ξέρω πώς να του φερθώ. Είναι γιος μου αλλά ταυτόχρονα ξένος.
Αντώνη, το παιδί σου είναι, του είπε η Μαργαρίτα. Άνοιξε του την καρδιά σου τώρα που έχεις ευκαιρία.
Άρχισαν να κάνουν παρέα και ο Στέφανος επισκεπτόταν συχνά τον πατέρα του· γνώρισε την Ειρήνη και τον Πάρη και όλοι συνήθισαν να τον βλέπουν σαν μέλος της οικογένειας.
Τα οικονομικά του σπιτιού ίσα-ίσα τα βόλευαν με αποταμιεύσεις, κυρίως από τη Μαργαρίτα, αφού αυτή ακόμα δούλευε λογίστρια από το σπίτι. Κάποια μέρα, τυχαία, βλέπει ένα SMS από την τράπεζα: 5.000 ευρώ είχαν κάνει φτερά.
Έτρεξε στον Αντώνη:
Αντώνη, πού είναι η κάρτα; Κάποιος σήκωσε 5.000 ευρώ! Να ενημερώσουμε την αστυνομία!
Ο Αντώνης ήρεμος:
Εγώ έδωσα την κάρτα στον Στέφανο. Χρειαζόταν χρήματα και τον βοήθησα.
Η Μαργαρίτα τον κοίταξε συγκλονισμένη:
Γιατί δεν με ρώτησες πρώτα; Πού είναι η κάρτα;
Την έχει ο Στέφανος, απάντησε κοφτά. Μη μου κάνεις χαζές ερωτήσεις!
Πάρε τον τηλέφωνο να την φέρει πίσω! Αυτά είναι δικά μας χρήματα για ώρα ανάγκης!
Είναι ο γιος μου! της φώναξε.
Η Μαργαρίτα, που πάντα αρεσκόταν στη συζήτηση, θύμωσε:
Αντώνη, αυτά τα λεφτά είναι όλα από τη δουλειά μου. Κάθε μήνα εγώ βάζω κάτι στην άκρη!
Η Μαργαρίτα μπλόκαρε την κάρτα. Το ίδιο βράδυ, ο Στέφανος τα πήρε στο κρανίο όταν δεν μπόρεσε να κάνει ανάληψη:
Γιατί μπλόκαρες την κάρτα; Θέλω να αγοράσω έπιπλα, ο πατέρας μου μου είπε πως μπορώ να τραβάω όσα χρειάζομαι.
Από δω και πέρα, του είπε αυστηρά η Μαργαρίτα, τα οικονομικά περνάνε από εμένα. Τα χρήματα αυτά είναι κόπος χρόνων.
Ο Στέφανος έφυγε θιγμένος. Ο Αντώνης της επιτέθηκε ξανά φραστικά.
***
Έμειναν μερικές μέρες να μην μιλούν. Η Μαργαρίτα πήρε το λάπτοπ και πήγε στην Ειρήνη να ξεσκάσει.
Ας μείνει ο Αντώνης λίγο μόνος να σκεφτεί.
Όταν γύρισε αργά το βράδυ, τον βρήκε χαρούμενο και καλόκεφο. Ξεκίνησε κουβέντα:
Πώς ήταν η μέρα;
Ήρθε ο Στέφανος, πήγαμε σε κάτι δουλειές μαζί, κουράστηκα, της είπε. Και μετά, πιο σοβαρός:
Ελπίζω να μην κρατάς κακία.
Γιατί να κρατώ;
Σήμερα ήμουν στον συμβολαιογράφο. Το σπίτι αυτό το έγραψα στον Στέφανο.
Η Μαργαρίτα τον κοίταξε καχύποπτα:
Έκανες αυτή τη χάρη… γιατί αλήθεια;
Ο Στέφανος είναι ο μόνος κληρονόμος μου. Όταν πεθάνω, θα του ανήκει το σπίτι. Εσύ καλό είναι να σκεφτείς πού θα μείνεις μετά. Στην Ειρήνη ή στον Πάρη;
Η Μαργαρίτα πληγώθηκε βαθιά. Ήξερε πως νομικά δεν είχε απαίτηση, μα η καρδιά της έλεγε αλλιώς. Όλα εκείνα που διάλεξε και έφτιαξε ίδια με τα χέρια της, θα περνούσαν τώρα σε κάποιον που στην ουσία ούτε γνώριζε.
Ευχαριστώ, Αντώνη. Έχεις δίκιο, πρέπει κι εγώ να κοιτάξω το μέλλον μου. Πάρε τον γιο σου κοντά, θα έχεις παρέα. Ετοίμασε βαλίτσα.
Πού πας; ρώτησε έκπληκτος.
Αντώνη, φεύγω, ζητώ διαζύγιο, δήλωσε σιγανά. Θα μείνω στον Πάρη μέχρι να τα βρούμε. Όσο ζήσαμε μαζί, σου συμπαραστάθηκα σε όλα. Κουράστηκα.
Πήγε να ζήσει στον Πάρη, που είχε χώρο περίσσευμα. Η Ειρήνη επίσης της είπε να πάει, αλλά η Μαργαρίτα επέλεξε να μην τη φέρει σε δύσκολη θέση. Ο Αντώνης δεν ήθελε το διαζύγιο, αλλά η Μαργαρίτα έμεινε σταθερή· στο τέλος το δικαστήριο της το έδωσε. Στα μάτια του Αντώνη και του Στέφανου έμεινε ως κυνηγός περιουσιών, μα εκείνη ήξερε την αλήθεια.
Στη ζωή δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάς ποιος στάθηκε δίπλα σου στις δυσκολίες κι ούτε να σπαταλάς την εμπιστοσύνη των ανθρώπων για μικρά ή μεγάλα συμφέροντα. Ο σεβασμός, η αγάπη και η προσφορά είναι πολύ πιο πολύτιμα από κάθε περιουσία.





