Θυμάμαι τα χρόνια εκείνα, σαν σκιά στο φως του δειλινού, όταν αποφάσισα να σταματήσω να μαγειρεύω και να καθαρίζω για τους ενήλικους γιους μου και είδα αποτελέσματα που ούτε φανταζόμουν.
Μαμά, γιατί το μπλε πουκάμισό μου δεν είναι σιδερωμένο; Το ζήτησα χτες, έχω συνέντευξη αύριο, φώναζε με παράπονο ο πρωτότοκός μου, ο Νίκος, τότε εικοσιπέντε ετών, μέσα από το παιδικό, που είχε γίνει πλέον το δικό του άντρο. Και τελείωσε το απορρυπαντικό; Τα καλτσάκια έχουν γίνει βουνό στο μπάνιο.
Εκείνο το βράδυ στάθηκα σιωπηλή στο χολ, κρατώντας σακούλες γεμάτες ψώνια, λες και κουβαλούσα όλες τις έγνοιες του κόσμου στην πλάτη μου. Τα πόδια μου έκαιγαν απ τη δωδεκάωρη βάρδια στο σούπερ μάρκετ, το μυαλό μου γέμιζε μόνο μ έναν λυγμό: «Πότε θα πάψει όλο αυτό;». Κοίταξα το είδωλό μου στον καθρέφτη· μια κουρασμένη γυναίκα, θολό βλέμμα, τα χρόνια και η απογοήτευση χαραγμένα στο πρόσωπό της.
Ο μικρός μου, ο Μιχάλης, εικοσιδύο χρονών τότε, έκανε φασαρία με τα πιάτα στην κουζίνα.
Μα, πήρες ψωμί; Το φάγαμε όλο με τον Νίκο χωρίς τίποτα άλλο. Κι εκείνη η σούπα χάλασε, τη χύσαμε, αλλά άφησα την κατσαρόλα, έχει κολλήσει. Θα φτιάξεις άλλη; Θέλουμε γιουβέτσι, όχι σούπα.
Άφησα παπούτσια στη θέση τους, με μια βαριά ανάσα. Κάτι μέσα μου έσπασε τελικά. Η λεπτή κλωστή που κρατούσε τα πάντα, κόπηκε θριαμβευτικά. Μπήκα κουζίνα. Ο Μιχάλης ρουφούσε όλο το φως απ την οθόνη του κινητού, το τραπέζι γεμάτο ψίχουλα, βρασμένο τσάι και χαρτιά, στο νεροχύτη μια πυραμίδα από άπλυτα, έτοιμη να καταρρεύσει.
Καλησπέρα, παιδί μου, είπα απαλά.
Έλα, καλησπέρα. Ψωμί βρήκες;
Στο φούρνο είναι, στο δρόμο. Εγώ δεν πήρα.
Με κοίταξε ξαφνιασμένος.
Τι εννοείς;
Εννοώ πως ούτε πουκάμισο έστρωσα στον Νίκο, ούτε απορρυπαντικό πήρα, ούτε γιουβέτσι μαγειρεύω πλέον.
Ο Νίκος μπήκε ακριβώς τότε, ξύνοντας την κοιλιά του, φορώντας μόνο μποξεράκι αν και είχε σουρουπώσει πια.
Μα, μη μου κάνεις τώρα κόλπα. Σοβαρά για το πουκάμισο. Δεν ξέρω να το σιδερώνω. Όποτε δοκίμασα, μάχη στη γεωμετρία!
Άφησα τα ψώνια χάμω και τους κοίταξα, δυο γεροδεμένους, ικανούς άντρες. Ο Νίκος, μετρίου αναστήματος και κορμιού, τελείωσε το πανεπιστήμιο δυο χρόνια πριν, αλλά τον μισθό του ως υπάλληλος σε αποθήκη τον ξόδευε μόνο σε τηλεφωνάκια και μάτζικα. Ο Μιχάλης, φοιτητής ακόμα, λίγο δουλεύε περιστασιακά, αλλά σπίτι, ούτε βίδα δεν πείραζε.
Καθίστε να μιλήσουμε, είπα σταθερά.
Αντάλλαξαν βλέμματα. Κάτι καινούργιο υπήρχε στη φωνή μου, όχι παράπονο πια, μα πείσμα και αποφασιστικότητα. Αναγκαστικά έκατσαν.
Είμαι πενήντα δυο χρονών. Δουλεύω full time, πληρώνω λογαριασμούς, ανεβάζω και κατεβάζω το σπίτι. Εσείς, δύο γεροί άντρες, μου φερθήκατε σαν να μαι υπηρέτρια.
Ε, ντάξει είμαστε άντρες, δουλεύουμε, κουραζόμαστε, εσύ είσαι μητέρα, έτσι λέει το DNA σου, πήγε να απαντήσει ο Νίκος.
Το DNA μου δίνει κι αυτό δικαίωμα στην ξεκούραση και στον σεβασμό, τον διέκοψα. Από σήμερα, απεργία. Τέρμα το «σπίτι της μαμάς».
Τι εννοείς; Απεργία πείνας; γελούσε ο Μιχάλης.
Όχι, μην ανησυχείς για μένα. Θα φάω ό,τι μαγειρέψω ΜΟΝΟ για μένα. Θα πλύνω ΜΟΝΟ τα δικά μου ρούχα, θα καθαρίσω ΜΟΝΟ το δωμάτιό μου. Όλα τ άλλα δικά σας. Γουστάρετε φαΐ; Υπολογίστε μόνοι σας. Καθαρά; Μάθετε πλυντήριο. Ευτυχώς υπάρχει το YouTube.
Επικράτησε σιωπή. Περίμεναν να κάνω πίσω, να βγω γελώντας, να βάλω την ποδιά και να ζυμώσω κεφτέδες. Μα εγώ πήρα το γιαουρτάκι μου, ένα μήλο κι ένα πακετάκι ανθότυρο από τα ψώνια και μπήκα στο δωμάτιό μου.
Εκείνο το βράδυ τα παιδιά πήραν σουβλάκια, άφησαν τα κουτιά πάνω στον πάγκο κι όλη νύχτα έπαιζαν PlayStation. Τ άκουγα και δε βγήκα καν να τους μαλώσω. Έκανα ένα ζεστό μπάνιο, διάβασα το βιβλίο μου, πρώτη φορά μετά από χρόνια, και ένιωθα παράξενα ελεύθερη.
Το πρωί, χαμός και τσακωμοί.
Πού είναι το ρημάδι το σίδερο; ΜΑΜΑ! ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ!
Βγήκα, ντυμένη-χτενισμένη για τη δουλειά.
Στην κάτω εταζέρα της ντουλάπας στο χολ.
Το βρήκα, δεν ζεσταίνει! Το χάλασες!
Βάλε το στην πρίζα και ρίξε λίγο νεράκι. Καλή τύχη.
Μαμά, φτιάξτο, μόνο μια φορά! Σε παρακαλώ!
Όχι. Η συνέντευξη είναι δική σου υπόθεση, Νίκο.
Έφυγα, με μια ταχυκαρδία. Η μητρική φωνή μέσα μου ούρλιαζε „Γύρνα πίσω!”. Το μυαλό όμως ήξερε πως αν ενδώσω τώρα, το έχω χάσει για πάντα.
Το βράδυ μύριζε κάψιμο και ξυνίλες. Η κουζίνα θύμιζε χάος. Ηγόταν ηγόταν από άπλυτα. Ο Μιχάλης βρισκόταν σκεπτικός και πεινασμένος.
Μας βασανίζεις. Δεν υπάρχει τίποτα να φάμε. Μόνο κάτι γιαουρτάκια δικά σου στο ψυγείο. Θα πεθάνουμε!
Έχει το μπακάλικο δίπλα: λαζάνια, φέτες, αυγά, γιαούρτια. Έχετε και χρήματα.
Δεν ξέρουμε να κάνουμε μακαρόνια! Τα αφήνουμε και λιώνουν!
Στο πακέτο γράφει τι να κάνετε. Άντε με την ευχή μου.
Κάθισα κι έφαγα τη φρουτοσαλάτα μου, ακλόνητη. Με κοιτούσαν σαν σκύλοι στην ταβέρνα.
Ωραία, είπε ο Νίκος, κοπανώντας τα μονταρισμένα του νεύρα. Φαινόταν ότι είχε αποτύχει στη συνέντευξη και έβραζε. Αν δε θέλεις να είσαι μάνα, εμείς αποξενωνόμαστε!
Το δικαίωμά σας. Όσο για το καθήκον μου ως μάνα, τέλειωσε στα δεκαοχτώ σας. Από κει και πέρα, κάνω ό,τι θέλω από καλοσύνη. Και αυτή σώνεται αν την βλέπουν σαν υποχρέωση, όχι χάρη.
Είσαι εγωίστρια! ξέσπασε ο Μιχάλης.
Ίσως. Αλλά χορτάτη και ήσυχη εγωίστρια.
Ακολούθησαν τρεις μέρες παγερού πολέμου. Το σπίτι βούλιαζε στη βρώμα. Στο μπάνιο τέλειωσε το χαρτί υγείας, κανένας δεν πήρε παρά μόνον όταν αγόρασα προσωπικά κι έπαιρνα το ρολό μαζί μου. Τα σκουπίδια ξεχείλισαν. Τα αγόρια ζούσαν με σουβλάκια και τυρόπιτες, αφήνοντας χαρτιά παντού.
Το ένιωθα βαρύ να βλέπω το οικείο μου σπίτι σ αυτήν την κατάντια. Μ έκαιγε να καθαρίσω τα πάντα, να μαγειρέψω σούπα, να μπολιάσω άρωμα λεμονιού στα πλακάκια. Μα το κράτησα: η καθαρτική πίκρα είναι κι αυτή φάρμακο.
Την Πέμπτη γύρισα και βρήκα τον Νίκο να γυρεύει κάτι στο καλάθι με τ άπλυτα.
Τι κάνεις εκεί;
Καλτσούλες. Όλες βρώμικες.
Πλυντήριο;
Είναι δύσκολο. Πόσα κουμπιά! Φοβάμαι πως θα τα χαλάσω.
Έχει ένα κουμπάκι που γράφει „Γρήγορο”. Βάλε το απορρυπαντικό στη θήκη.
Τελείωσε όμως!
Αγόρασε καινούριο.
Έριξε το καλτσάκι νευριασμένος πίσω:
Θα πάω να αγοράσω καινούριες!
Πήγαινε. Ενήλικας πια, πεταγμένος στα ευρώ χωρίς δεύτερη σκέψη. Μπράβο σου.
Την Παρασκευή με βρήκε άρρωστη στο κρεβάτι με πυρετό. Τα παιδιά ξύπνησαν μεσημέρι και χώθηκαν στο δωμάτιό μου.
Μα, είσαι άρρωστη; ρώτησε ο Μιχάλης.
Πολύ.
Θα φας κάτι;
Τους κοίταξα. Ήθελα να κλάψω. Δεν είναι δυνατόν να μεγάλωσα τόσο ανώριμα παιδιά
Μιχάλη, τριάντα οκτώ έχω, τρέμω. Καμιά όρεξη για φαγητό. Κλείσε την πόρτα.
Άκουσα να μουρμουρίζουν στην κουζίνα.
Χάλια, ρε. Πεινάω φουλ.
Να παραγγείλουμε;
Δεν έχω μία. Ό,τι είχα, τα έδωσα για νέα παπούτσια.
Κι εγώ άφραγκος, μέχρι το επίδομα.
Να βράσουμε μακαρόνια;
Για δοκίμασε. Πού ναι το αλάτι;
Άπλωσα στο μαξιλάρι κουρασμένη. Κάποια στιγμή μύρισα κάψιμο και πετάχτηκα έντρομη στην κουζίνα.
Τα μακαρόνια είχαν γίνει κάρβουνα. Όλο το νερό είχε σωθεί και τα παιδιά στέκονταν χαμένα πάνω από μια καταστραμμένη κατσαρόλα.
Φταίει το Dota, χαθήκαμε στο παιχνίδι, μόνο πέντε λεπτά λείψαμε! δικαιολογήθηκε ο Μιχάλης.
Ανοίξτε το παράθυρο! Θα κάψετε το σπίτι!
Έκλεισα το γκάζι, πέταξα την κατσαρόλα κάτω από το νερό, έβηξα. Κάθισα στο τραπέζι με το πρόσωπο στις παλάμες και έκλαψα μεγαλόφωνα, απεγνωσμένα, για μένα, για εκείνους, για τα πάντα.
Τα αγόρια πάγωσαν. Πρώτη φορά με έβλεπαν αδύναμη. Μέχρι τότε, ήμουν η Θηρεσία, η Ταλιώ, δυνατή και ανέγγιχτη. Ξαφνικά μια γριά αρρωστούλα, να κλαίει πάνω απ την κουζίνα της.
Μαμά, τι έπαθες; πλησίασε διστακτικά ο Νίκος, αγγίζοντας το χέρι μου. Θα αγοράσουμε νέα κατσαρόλα, εντάξει;
Δεν φταίει η κατσαρόλα! Εσείς φταίτε! Νομίζετε πως θα ζήσετε χωρίς εμένα; Αν πάθω κάτι, θα πνιγείτε στη βρώμα και στην πείνα, με το ψυγείο γεμάτο! Ντρέπομαι που σας μεγάλωσα τόσο ανήμπορους!
Κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου κλαίγοντας. Η μυρωδιά της καμένης κατσαρόλας άχνιζε στο χολ.
Το βράδυ, ήσυχα, η πόρτα άνοιξε.
Μαμά, κοιμάσαι; ήταν ο Μιχάλης.
Όχι.
Περνάγαμε από το φαρμακείο, ο Νίκος δανείστηκε από τον Αντρέα. Πήραμε θερμόμετρο, χαπάκια, λεμόνι.
Σε λίγο ήρθε ο Νίκος, κρατώντας δίσκο με τσάι (καθόλου καλό), και κάτι πρόχειρα σάντουιτς, παραγεμισμένα και στραβά.
Ευχαριστώ, ψιθύρισα.
Ε, κιόλας κάναμε μία προσπάθεια. Καθαρίσαμε λίγο την κουζίνα, πλύναμε μερικά πιάτα. Δυο έσπασαν· γλιστρούσαν
Ήπια από το τσάι μου. Και μόνο που προσπάθησαν, ένιωσα λιγάκι καλύτερα.
Οι σπασμένες πιάτες φέρνουν και λίγη τύχη.
Δυο μέρες ακόμα, άρχισαν ερωτήσεις ανά μισάωρο: „Σε ποιο διαμέρισμα το απορρυπαντικό;”, „Το ρύζι θέλει ξέπλυμα;”, „Πού είναι τα ξεσκονόπανα;”.
Έβρασαν μια σούπα. Περίπου σούπα. Ο Νίκος σιδέρωσε ένα T-shirt του άφησε στάμπα από το σίδερο, αλλά το φόρεσε χαμογελώντας.
Όταν έγινα καλά, βρίσκω στο ψυγείο ένα χαρτί:
„Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή: Νίκος (πιάτα, σκουπίδια). Τρίτη-Πέμπτη-Σάββατο: Μιχάλης (σφουγγάρισμα, ψώνια). Κυριακή: όλοι μαζί.”
Τι είναι αυτό; ρώτησα τον Νίκο.
Πρόγραμμα, να μη γίνεται μπάχαλο. Έψαξε ο Μιχάλης να βρει πώς τηγανίζουμε πατάτες δεν πρέπει, λέει, να τις γυρνάς πολύ για να κάνουν κρούστα.
Χαμογέλασα μ όλη μου την ψυχή.
Πέρασε ένας μήνας. Δεν ήμασταν τέλειοι: ξεχνιόταν τα σκουπίδια, καμιά φορά γκρίνια για τις δουλειές. Όμως άλλη ζωή. Εγώ χρησιμοποίησα τον χρόνο που ελευθερώθηκα να γραφτώ κολυμβητήριο. Βγήκα περισσότερο με φίλες κάθε εβδομάδα πια. Άρχισα να με κοιτάζουν οι άντρες στον δρόμο, κάτι που είχα ξεχάσει.
Ένα βράδυ μετά το κολυμβητήριο, τους βρήκα να ετοιμάζουν τραπέζι.
Τι κάνετε εσείς εδώ;
Φτιάχνουμε δείπνο, είπε ο Μιχάλης, με δάκρυ στα μάτια από το κρεμμύδι. Ο Νίκος πληρώθηκε σήμερα στη νέα του δουλειά. Θα το γιορτάσουμε.
Σε νέα δουλειά; κοίταξα τον Νίκο.
Ναι. Τότε που πήγα με το τσαλακωμένο πουκάμισο, δεν μ έπαιξαν. Μου είπαν ατημέλητος. Ντράπηκα. Έμαθα να σιδερώνω, άλλαξα αγγελία, προετοιμάστηκα· με πήραν σε μεταφορική.
Μπράβο, παιδί μου. Σε καμαρώνω.
Έλα, μαμά, κάθισε. Θα πιούμε κρασάκι;
Στο τραπέζι είχε μπιφτέκια κάπως στεγνά, το κρεμμύδι χοντροκομμένο, μα δεν είχα ξαναφάει κάτι πιο γευστικό. Έβλεπα τα παιδιά μου να αλλάζουν. Οι κινήσεις τους πιο σίγουρες, στα μάτια τους μια καινούργια φλόγα υπευθυνότητας. Δεν ήταν πια απλοί καταναλωτές σε μια μονίμως γεμάτη φωλιά. Ήταν και συνεργάτες.
Ξέρεις, μαμά, είπε ξαφνικά ο Μιχάλης με το πηρούνι στο χέρι. Να ζεις μόνος σου, τσουχτερό και δύσκολο. Να μείνεις όμως με γονείς και να φέρεσαι σαν φιλοξενούμενος, ντροπή. Γι αυτό, με τον Νίκο είπαμε να πέσουμε όλοι στη ΔΕΗ, τα ψώνια, το νοίκι. Τρία μέρη. Σωστό;
Σωστό. Περισσότερο από σωστό.
Ε, και κάτι ακόμα, συμπλήρωσε ο Νίκος. Συγγνώμη για το χάλι. Πραγματικά δεν καταλαβαίναμε. Νομίζαμε πως όλα γίνονται μόνα τους: σπίτι καθαρό, φαΐ έτοιμο, νεράκι να τρέχει. Σαν μαγεία.
Η μαγεία τέλειωσε, αγόρια. Τώρα ξεκινά το αληθινό.
Παλαιά συνήθεια δύσκολα φεύγει. Μια φορά βρήκα μια κάλτσα κάτω από τον καναπέ. Παλιά θα την έριχνα στο πλυντήριο γουρλώνοντας τα μάτια μου. Τώρα…
Μιχάλη, δικό σου έπαθλο;
Έλα ρε Το ξέχασα, συγγνώμη. Τώρα το μαζεύω.
Και το μάζεψε. Μόνος του.
Το κατάλαβα πια. Οι θυσίες δεν κάνουν ευτυχισμένους τους γιους, τους κρατούν ανήμπορους. Το δικό μου πείσμα που νόμιζα αγριότητα ήταν μάθημα αγάπης. Αγάπης που λέει: «Πιστεύω πως μπορείς μόνος σου».
Τώρα, όταν ακούω φίλες να γκρινιάζουν για τα παιδιά που δεν κουνούν δαχτυλάκι, χαμογελώ ήσυχα και λέω:
Έχετε δοκιμάσει να σταματήσετε να τα διευκολύνετε;
Πώς; Θα χαθούν!
Δεν χάνονται. Η πείνα σε ωθεί να μαγειρέψεις, το τσαλακωμένο πουκάμισο σε μαθαίνει το σίδερο. Δοκιμασμένο.
Ένα βράδυ Παρασκευής, ετοιμάζομαι να πάω στο θέατρο. Έβαλα καινούργιο φόρεμα, κραγιόν κόκκινο.
Πού πας τόσο όμορφη, μαμά; μου σφύριξε ο Μιχάλης.
Ραντεβού με μένα, με την τέχνη. Στο ψυγείο έχει τα υλικά για φαγητό. Θα βρείτε συνταγή στο ίντερνετ. Δεν είστε μικροί.
Βγαίνοντας, ρούφηξα τον δροσερό αέρα. Ένιωσα ξανά γυναίκα και όχι υπηρέτρια με δύο υπέροχους γιους που έμαθαν να με εκτιμούν και να σέβονται το χρόνο μου.
Το αποτέλεσμα του πειράματός μου δεν με εξέπληξε απλώς. Μου χάρισε μια νέα ζωή. Και έμαθα πως, για να έρθει στα αλήθεια ειρήνη και τάξη σ ένα σπίτι, μερικές φορές χρειάζεται λίγο οργανωμένο χάος.





