Δίδυμα;! της ξέφυγε της κυρίας Ειρήνης.
Η γυναίκα προσπαθούσε να μαζέψει τη δυσαρέσκειά της, αλλά της βγήκε πολύ άσχημα. Η Αναστασία, όμως, πολύ καλά ήξερε ότι από την πεθερά της δεν έπρεπε να περιμένει σταγόνα ειλικρίνειας. Δεν την είχε συμπαθήσει ποτέ. Πάντα έλεγε ότι δεν ήταν αρκετά καλή για τον γιο της, τον Μάνο. Οι φίλοι του ζευγαριού, βέβαια, λέγανε πως ο Μάνος ήταν ο απλός της υπόθεσης, όχι η Αναστασία.
Η Αναστασία ήταν χαριτωμένη, με παιδεία και τρόπους, είχε τελειώσει οικονομικά, μόλις στα είκοσι τρία της, και βρήκε καλή δουλειά σε γνωστή αλυσίδα ιδιωτικών κλινικών στην Αθήνα. Πέρα απ’ αυτό, ναι, ήταν από επαρχιακή πόλη – ο πατέρας της διευθυντής σε τοπική εταιρεία, η μητέρα της καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο. Οπότε δεν μπορούσες να πεις με τίποτα ότι της έλειπαν τα γράμματα ή οι τρόποι. Όμως η κυρία Ειρήνη την έβλεπε σαν τη φτωχούλα του χωριού.
Να σας ζήσουν! Τι ευτυχία! Διπλή χαρά! μουρμούρισε η γυναίκα.
Βέβαια, στο να την χαρεί, δεν είχε καμία διάθεση να βοηθήσει ή να στηρίξει. Η εγκυμοσύνη της Αναστασίας ήταν πολύ δύσκολη, έφτασε κοντά στην αποβολή, μετά φοβούνταν πρόωρο τοκετό. Βρισκόταν όλη την ώρα στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Ο Μάνος πήγαινε κοντά της κάθε σχεδόν μέρα, αλλά η μάνα του που έμενε δυο στάσεις απόσταση, ούτε μια φορά δεν πέρασε να την δει.
Ούτε όταν βγήκαν από το μαιευτήριο η κυρία Ειρήνη εμφανίστηκε. Ό,τι κι αν της είπε ο Μάνος, στους σαράντα πρώτους μέρες, ούτε κλήση, ούτε μήνυμα.
Δεν κάνει! Άσε που μπορεί να τους κολλήσω τίποτα! Θα δυναμώσουν πρώτα, μετά να δουν και τη γιαγιά.
Τα κοριτσάκια είχαν γίνει τριών μηνών όταν η Αναστασία πέτυχε την πεθερά της στο σούπερ μάρκετ. Η κυρία Ειρήνη φόρεσε ένα κάπως τραβηγμένο χαμόγελο και ψέλλισε:
Πώς είσαστε, κορίτσια;
Η Αναστασία χαμογέλασε πραγματικά.
Βόλτα κάνουμε! Η καρότσα μεγάλη, τι να κάνουμε; Ο αέρας για τα παιδιά είναι όλα τα λεφτά!
Η κυρία Ειρήνη έκανε νόημα πως ετοιμάζεται να φύγει, μέχρι που την πρόλαβε μια γνωστή της. Η κυρία Κατερίνα ήρθε φουριόζα.
Ειρηνάκι μου! Πού είσαι; Να τα τα εγγονούλια σου;
Βέβαια, Κατερινούλα ο θησαυρός μου!
Η Αναστασία την ήξερε, και της είπε καλημέρα διακριτικά.
Και τα δύο μαζί! Αναστασάκι, πώς τα κατάφερες, κοριτσάκι μου; Είσαι τόσο λεπτεπίλεπτη!
Η Αναστασία είναι ηρωίδα μας! δήλωσε περήφανα η κυρία Ειρήνη.
Η Αναστασία κοιτούσε απορημένη την πεθερά της. Πριν λίγο ετοιμαζόταν να εξαφανιστεί και τώρα το έπαιζε σούπερ-γιαγιά για τα μάτια της φίλης της.
Η κυρία Ειρήνη και η Κατερίνα χαζογελούσαν κι έλεγαν για τη χαρά των διδύμων, πόσο δυνατή η Αναστασία και πως δήθεν η Ειρήνη βοηθάει… Άκουγε και δεν πίστευε στ’ αυτά της. Τελικά η Κατερίνα θυμήθηκε τη δουλειά της, χαιρέτισε και έφυγε.
Η κυρία Ειρήνη κοντοστάθηκε λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα κατσούφιασε και έφυγε κι αυτή.
Το βράδυ, η Αναστασία τα είπε στον Μάνο. Εκείνος ξεφύσηξε:
Ναστάζα, μάνα μου είναι, τι περιμένεις; Ούτε μαζί μας ασχολιόταν μύθους έλεγε Ότι μου διάβαζε μέχρι τα χαράματα, κι όλο έβλεπε σαπουνόπερες και το σχολείο μου το ξεχνούσε Έλεγε πως έβγαζε βόλτα τη Λενιώ τρεις ώρες και την έβαζε στον καθρέφτη να χτενίζεται, ενώ εγώ έσπρωχνα το καρότσι Μη σκάς! Σε παρακαλώ!
Τα είχε ξανακούσει αυτά η Αναστασία, αλλά πάντα έμενε έκπληκτη με την πεθερά της.
***
Περνούσαν τα χρόνια, αλλά τίποτα δεν άλλαζε στη στάση της κυρίας Ειρήνης προς παιδιά και εγγόνια. Μέχρι που έγινε το απρόοπτο: βγαίνοντας από ταξί, έπεσε κι έσπασε το πόδι της. Της ήρθε φαεινή ιδέα.
Να μείνω μαζί σας λίγο! τους είπε.
Η Αναστασία και ο Μάνος αντάλλαξαν βλέμματα, ξέραν τι έχει να γίνει, όμως δεν ήξεραν πώς να αρνηθούν.
Ζήσανε την απόλυτη κόλαση. Αναγκάστηκαν να μετακομίσουν με τα κορίτσια στο παιδικό, τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα την πήρε η Ειρήνη λόγω του τραυματισμού. Χρειαζόταν φροντίδα για φαγητό, για μπάνιο, να της πάρουν ψώνια μάλλον τρίτο παιδί είχαν στο σπίτι.
Τα δίδυμα δυόμισι ετών, η Αναστασία προσπαθούσε να γυρίσει στη δουλειά, έστω και part time, οπότε τις πήγαν στον παιδικό σταθμό. Κάθε πρωί γινόταν μάχη: τα κορίτσια να κλαίνε που τα τραβούσε η μαμά και ο μπαμπάς από το ζεστό κρεβατάκι τους.
Μια μέρα, πριν φύγουν καν από το σπίτι, χτύπησε το τηλέφωνο του Μάνου:
Μαμά; Τι θέλεις; Είσαι στο διπλανό δωμάτιο!
Δεν μπορώ να σηκωθώ, έχω σπασμένο πόδι
Μαμά, έχεις πατερίτσα.
Κάτσε βρε Μάνο! Αυτά που θέλω να σου πω δεν θέλουν να σηκωθώ!
Μαμά, εντάξει, λέγε
Είμαι δυσαρεστημένη με το πρωινό πανηγύρι σας. Δεν αντέχω τόση φασαρία, δεν μπορώ να κοιμηθώ, και τα κορίτσια σας δεν κλείνουν το στόμα τους ούτε λεπτό!
Ο Μάνος είχε γίνει κατακόκκινος. Πήγε μπροστά στην πόρτα κι απάντησε βροντερά:
Άμα θες ύπνο, να σου αφήσουμε τα κορίτσια εδώ να ξεκουραστείς καλύτερα;;;
Η κυρία Ειρήνη σώπασε με τρόμο. Σύντομα έφυγε από το σπίτι ούτε περίμενε καν να βγάλει τον γύψο της. Ο Μάνος δεν στενοχωρήθηκε, αλλά η Αναστασία ένιωσε τύψεις. Δεν ήθελε πάντως να μαλώσει ο άντρας της με τη μάνα του, αλλά τι να έκανε;
***
Τις Παρασκευές η Αναστασία δούλευε μόνο το πρωί. Έπαιρνε τα δίδυμα το μεσημέρι, τρώγανε, παίρναν κάτι γλυκά και βλέπανε ταινία παιδική όλοι μαζί στο σαλόνι με τα μαξιλάρια κάτω από τον προτζέκτορα. Όλα κυλούσαν όμορφα, μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
Ανοίγει και τι να δει η κυρία Ειρήνη στην πόρτα, κρατώντας από το χέρι τον Παναγιωτάκη, τον γιο της κόρης της.
Κυρία Ειρήνη, τι συμβαίνει;
Η Λένα μού άφησε τον μικρό για λίγο, αλλά πρέπει να φύγω επειγόντως! Μπορείς να τον κρατήσεις μιάμιση ωρίτσα; Σε παρακαλώ!
Η Αναστασία πάγωσε. Ο μικρός Παναγιωτάκης ήταν μισό χρόνο πιο μικρός από τα δίδυμα και ήρεμο παιδί, οπότε ούτε που διαμαρτυρήθηκε. Κάθισε στα γόνατά της και του χαμογέλασε.
Θα κάτσεις με μένα λίγο;
Ο μικρός έκανε ντροπαλά ένα ναι, και μέχρι να σηκώσει το κεφάλι της, η πεθερά της είχε ήδη εξαφανιστεί για το ασανσέρ.
Τι ώρα να σας περιμένω;
Δυο ωρίτσες το πολύ!
Ούτε χαιρέτησε νύφη ή εγγόνι, μπήκε στο ασανσέρ και έφυγε.
***
Ο Μάνος γύρισε κατά τις επτά. Βλέπει τον ανηψιό του στην κουζίνα να τρώει κεφτεδάκια και στραβώνει:
Γεια σου, λεβέντη! Ήρθες επίσκεψη; Η Λένα πού είναι;
Ο μικρός χαμογέλασε στον θείο του, η Αναστασία από τον καναπέ αναστέναξε βαριά. Δεν ήθελε πάλι να ξεκινήσουν τα οικογενειακά μπινελίκια, αλλά πώς να το κρύψει;
Η μαμά σου τον έφερε… Για „δυο ωρίτσες”. Έφυγε για δουλειές…
Και πότε άρχισαν αυτές οι δυο ώρες;
Έχουν περάσει σχεδόν πέντε
Η Αναστασία τον κοίταξε με αγωνία.
Καλά! Η Λένα πού είναι;
Η Αναστασία κατάπιε και είπε:
Δεν της έστειλα μήνυμα… Δεν ήθελα να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Η μητέρα σου της ανέθεσε το παιδί.
Ο Μάνος θύμωσε.
Καλή μου, είσαι πολύ καλή… Μα αυτό δεν είναι φυσιολογικό! Η μάνα δεν είπε πού πήγε;
Η Αναστασία κούνησε το κεφάλι. Ο Μάνος πήρε τηλέφωνο τη Λένα και της τα είπε όλα. Εκείνη υποσχέθηκε πως θα ερχόταν αμέσως.
***
Ήταν οκτώμισι πια. Τα παιδιά παίζανε στο δωμάτιο. Στην κουζίνα κάθονταν η Αναστασία, ο Μάνος και η Λένα.
Παιδιά, τι τη βάζουμε να τη περιμένουμε; Τα μικρά πρέπουν να κοιμηθούν
Καλά, σήμερα ας αργήσουν να κοιμηθούν μία φορά. Με τη μαμά πρέπει να μιλήσουμε στα ίσα.
Με το που τελείωσε τη φράση ο Μάνος, χτύπησε το κουδούνι. Η Αναστασία άνοιξε.
Ωραία! Να πάρω τον Παναγιωτάκη λοιπόν; είπε με βιασύνη η κυρία Ειρήνη.
Η Αναστασία πάγωσε. Πίσω της εμφανίστηκαν η Λένα με τον Μάνο.
Μαμά, έχεις καθόλου συνείδηση;
Τι τρόπος είναι αυτός με τη μάνα σας;
Μαμά! Μην αλλάζεις θέμα! Σε σένα άφησα τον Παναγιωτάκη! Εσένα, όχι στην Αναστασία Τι γίνεται;
Η κυρία Ειρήνη γέλασε.
Έλα, βρε Λένα! Τι διαφορά να κάνει; Αφού έχει ήδη δύο, μια χαρά τα καταφέρνει! Κι εγώ είχα δουλειές!
Ο Μάνος πιο κοντά της:
Μαμά! Ποιες δουλειές; Τι θράσος και τι απαιτήσεις; Τη ρώτησες αν μπορεί;
Θεέ μου… τι να τη ρωτήσω!
Ο Μάνος επανέλαβε:
Πού ήσουν τελικά;
Εκείνη την ώρα ξέσπασε η Λένα:
Λοιπόν, εγώ το πρωί την είδα, τα μαλλιά της ήταν αλλιώς, πήγε κομμωτήριο, σίγουρα! Και μετά, σαλόνι για νύχια, το βερνίκι είχε αλλάξει! Από κόκκινο ροζ…
Η κυρία Ειρήνη κοκκίνισε και δεν βρήκε τι να πει.
Δεν ντρέπεσαι καθόλου; ξαναείπε ο Μάνος.
Σιωπή. Κοιτούσε τα παιδιά της.
Μια φορά στα χίλια χρόνια σου ζητάμε χάρη και παρκάρεις το παιδί στην Αναστασία; Ίσως εκείνη να ήθελε να πάει για νύχια! Να πάει κομμωτήριο!
Τότε η κυρία Ειρήνη γύρισε και, πνιγμένη στην ντροπή, αλλά και τον εγωισμό, ξεστόμισε:
Πλάκα μας κάνετε; Τι να τα κάνει τραβηγμένα ή νύχια; Μια κοπελίτσα από το χωριό πάντα ήταν, πάντα θα είναι.
Για μια στιγμή σιωπή στη σάλα. Κι ύστερα ακούστηκε ένα δυνατό:
Έξω τώρα!
Ο Μάνος έπιασε τη μάνα του απαλά αλλά αποφασιστικά και την έβγαλε έξω, έκλεισε την πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και όταν κοίταξε τη γυναίκα του, τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα. Τόσο ο Μάνος όσο και η Λένα έκαναν ό,τι μπορούσαν να την ηρεμήσουν.
Η Αναστασία πληγώθηκε πολύ, της κακοφάνηκε, όμως κατάλαβε ότι ούτε τα ίδια της τα παιδιά δεν σεβόταν η κυρία Ειρήνη δεν της φταίει η Αναστασία γενικά, αλλά κανείς. Κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν και δε σε κάνουν ποτέ να νιώθεις αρκετός.
Από εκείνη τη μέρα, ουσιαστικά δεν είχαν πια σχέσεις μαζί της. Ο Μάνος και η Λένα έδιναν τυπικά μια χείρα βοηθείας αν χρειαζόταν, αλλά ως εκεί. Η κυρία Ειρήνη παρεξηγήθηκε πολύ, όμως το να νιώθει «μέσα στα παιδιά της» τελικά νίκησε και έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Στα εγγόνια της όμως, καμία βοήθεια ποτέ.
Και μια μέρα η Αναστασία βλέπει στο Viber της πεθεράς της φωτογραφίες και των τριών εγγονιών με λεζάντα: «Χρόνια πολλά σε όλες τις γιαγιάδες που σήκωσαν εγγόνια!» Η Αναστασία πικρά χαμογέλασε, και το βράδυ ο Μάνος με τη Λένα έκαναν το γλέντι τους. Ένιωθε κάπως άσχημα που γελούσε, αλλά δεν άντεξε να κρατηθεί…





