Η μαμά μετακομίζει αύριο το πρωί σπίτι μας. Έχω ήδη συνεννοηθεί με τον θείο Κώστα, θα βοηθήσει με τα πράγματα. Μην κάνεις έτσι, Ηλέκτρα, δεν έχουμε επιλογή. Έπαθε πάλι κρίση υπέρτασης, χρειάζεται φροντίδα στο σπίτι, μαγειρεμένο φαγητό και ηρεμία. Εσύ έτσι κι αλλιώς δουλεύεις από το σπίτι, δεν θα σου είναι δύσκολο να της φέρεις μια σούπα και να της μετράς την πίεση.
Ο Σταύρος το είπε με τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση, και κάθισε επιδεικτικά να φάει τον μουσακά του, δείχνοντας ότι το θέμα έκλεισε. Η Ηλέκτρα, που μόλις έκοβε μια φέτα χωριάτικο ψωμί, έμεινε με το μαχαίρι στον αέρα. Ένιωσε ένα παγερό ρίγος και μετά ταυτόχρονα μια φλόγα να την κυριεύει.
Άφησε αργά το μαχαίρι στον πάγκο και κοίταξε τον άντρα της. Ο Σταύρος, ο σύζυγος με τον οποίο ζούσαν είκοσι χρόνια, καθόταν στην κουζίνα που είχε στήσει με τόση αγάπη, κι όμως οργάνωνε τη ζωή της σαν να ήταν βοηθητικό εξάρτημα, προσθήκη στην καφετιέρα και στο πιεσόμετρο.
Σταύρο, η φωνή της Ηλέκτρας ήταν χαμηλή, αλλά είχε αυτή τη μεταλλική χροιά που προμήνυε τρικυμία, αν και ο Σταύρος, απασχολημένος με το κρέας στο πιάτο του, δεν το κατάλαβε. Με ρώτησες ποτέ; Εγώ, να ξέρεις, έχω τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις να παραδώσω. Δουλεύω από το σπίτι, δεν «κάθομαι». Έχει τεράστια διαφορά. Χρειάζομαι ησυχία και συγκέντρωση, όχι τρέξιμο με χάπια κι ατελείωτα παράπονα.
Ο άντρας της την κοίταξε επιτέλους, με αληθινή απορία και μια δόση εκνευρισμού.
Μα, Ηλέκτρα, τι λες τώρα; Είναι η μάνα μου! Ο δικός μου άνθρωπος, η οικογένειά μας. Πού θα πάει; Στο νοσοκομείο δεν θα τη κρατήσουν, για νοσοκόμα δεν έχουμε τα λεφτά έχουμε ακόμη το δάνειο του αυτοκινήτου. Εσύ όλη μέρα σπίτι είσαι, τόσο δύσκολο είναι να κάνεις πέντε λεπτά διάλειμμα;
Πέντε λεπτά; Ηλέκτρα χαμογέλασε πικρά. Η μάνα σου, η κυρία Ιφιγένεια, θέλει φροντίδα όλη μέρα και νύχτα. Θυμήσου πέρσι το καλοκαίρι στο εξοχικό. Όλο κάτι ήθελε: άλλοτε ήταν το φαΐ, άλλοτε το μαξιλάρι, ακόμα και το φως του ήλιου της έφταιγε! Και τότε ήταν καλά. Φαντάσου τώρα που θα το παίζει άρρωστη.
Υπερβάλλεις, απέκρουσε ο Σταύρος. Η μάνα θέλει τάξη. Σε λίγο καιρό θα συνέλθει, θα γυρίσει σπίτι της. Άλλωστε, εσύ ως γυναίκα, πρέπει να δείξεις καλοσύνη.
Το «πρέπει» τη χτύπησε κατακέφαλα. Όλη της τη ζωή έπρεπε να κάνει κάτι καλή νοικοκυρά, άψογη μάνα (μέχρι που ο γιος τους έφυγε για σπουδές στην Πάτρα), κατανόηση σύζυγος, υπεύθυνη λογίστρια. Τώρα στα σαράντα πέντε, την ώρα που η δουλειά της απογείωνε, να και πάλι τα «πρέπει».
Η κυρία Ιφιγένεια, η πεθερά, ιδιόρρυθμος χαρακτήρας. Είχε δουλέψει σε μανάβικο όλη της ζωή, συνηθισμένη να δίνει εντολές και να περιμένει τα πάντα στα πόδια της. Κάθε ενοχλησή της μετατρεπόταν σε οικογενειακό δράμα κι ο Σταύρος αποφάσιζε ελαφρά τη καρδία να φορτώσει όλο το «βάρος» στη γυναίκα του.
Δεν μπορώ, Σταύρο, του είπε ήρεμα αλλά αποφασιστικά. Έχω άλλα σχέδια.
Τι σχέδια; γέλασε ειρωνικά ο Σταύρος. Τις σειρές σου;
Θα αναλάβω μεγάλο έργο. Μου πρότειναν να χειριστώ τα λογιστικά γνωστών supermarket. Είναι μεγάλη ευθύνη και μικρό χρυσάφι. Δεν μπορώ να αποσπώμαι.
Παράτα το, είπε ο Σταύρος, κόβοντας ψωμί. Τα βγάζουμε πέρα κι έτσι. Η υγεία της μάνας μου πάνω απ όλα. Μην είσαι εγωίστρια, Ηλέκτρα. Αύριο στις δέκα φέρνω τη μάνα. Ετοίμασε το παιδικό δωμάτιο, άλλαξε κρεβατοσέντονα και φτιάξε κοτόσουπα. Ν αποφύγουμε τα λιπαρά.
Σηκώθηκε, πέταξε τη χαρτοπετσέτα στο τραπέζι κι έφυγε από την κουζίνα, σίγουρος πως το δικό του θα είναι το τελευταίο λόγο. Συνήθως έτσι γινόταν. Η Ηλέκτρα «γκρίνιαζε» λίγο αλλά υπέκυπτε στο τέλος για την «οικογενειακή γαλήνη».
Μέσα της όμως ήξερε: αν δε σταθεί τώρα στα πόδια της, είναι καταδικασμένη να γίνει εσαεί απλήρωτη βοηθός. Υπέρταση δεν είναι γρίπη, δεν θα φύγει ποτέ.
Θυμήθηκε τη συνομιλία της με την διευθύντρια της, τη Δήμητρα Παπαδημητρίου, εκείνο το πρωί.
«Ηλέκτρα, ανοίγουμε νέο κατάστημα στη Λάρισα. Θέλουμε άνθρωπο να στήσει όλο το λογιστήριο για ένα, ίσως ενάμιση μήνα. Παρέχουμε σπίτι, διπλή αμοιβή. Θέλω απόφαση μέχρι αύριο».
Το πρωί δίσταζε. Λάρισα, μακριά, νοίκι, να αφήσει τον Σταύρο μόνο Δεν της έμοιαζε. Μα τώρα, μπρος στο άδειο πιάτο του άντρα της, κατάλαβε ότι δεν ήταν απλή πρόταση εργασίας, ήταν σωσίβιο.
Μάζεψε τα πιάτα στο πλυντήριο και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Ο Σταύρος είχε αράξει στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση. Ήρεμα, έβγαλε τη βαλίτσα απ το ντουλάπι.
Τι κάνεις; ρώτησε βαριεστημένα ο Σταύρος, χωρίς να γυρίσει καν.
Φεύγω, Σταύρο, απάντησε ήσυχα η Ηλέκτρα, τακτοποιώντας τα ρούχα της.
Ο Σταύρος πάτησε το mute, γύρισε έκπληκτος.
Πού πας; Στη μάνα σου, στα Χανιά;
Όχι. Λάρισα. Σε αποστολή της δουλειάς για ενάμιση μήνα.
Σιγή. Ο Σταύρος την κοίταζε λες και της φύτρωσαν κέρατα.
Κάνεις πλάκα; Τι αποστολή; Και η μάνα μου; Ποιος θα τη φροντίσει;
Εσύ, Σταύρο. Εσύ είσαι το παιδί της. Όχι κάποιος ξένος.
Τρελάθηκες; Εγώ δουλεύω! Πέντε μέρες την εβδομάδα, λείπω από τις οκτώ ως τις επτά! Ποιος θα της δώσει τα χάπια; Ποιος θα τη φάει;
Πάρε άδεια. Ή δουλειά από το σπίτι. Εσύ λες να παρατήσω τη δουλειά για την οικογένεια; Δείξε λοιπόν κι εσύ την ίδια καλοσύνη.
Μ’ εγκαταλείπεις! φώναξε θυμωμένος.
Όχι, Σταύρο. Εσύ με βοήθησες να πάρω την απόφαση. Σωστά λες: τα ευρώ χρειάζονται, το δάνειο δεν πληρώνεται μόνο του. Τη νοσοκόμα δεν μπορούμε να τη βάλουμε με τον μισθό μου, αλλά ίσως με τις αποδοχές απ την αποστολή μου.
Μεθοδικά, συνέχισε να πακετάρει είδη μπάνιου, λάπτοπ, έγγραφα. Ο Σταύρος έτρεχε πέρα δώθε, απειλούσε, εκλιπαρούσε.
Πώς μπορείς να εγκαταλείπεις μια ανήμπορη γυναίκα;! αναφώναζε με δραματικό ύφος.
Δεν την εγκαταλείπω. Την αφήνω με το παιδί της εσένα, είπε πεισμωμένη και τράβηξε το φερμουάρ της βαλίτσας. Φώναξα ταξί. Το τρένο φεύγει σε δύο ώρες.
Δεν θα το κάνεις! Εμπόδισε τη πόρτα.
Η Ηλέκτρα τον πλησίασε κατάματα.
Μπορώ, και θα το κάνω. Είκοσι χρόνια σου έπλενα τα πουκάμισα, μαγείρευα κι άντεχα τα καπρίτσια της μάνας σου. Κουράστηκα. Θέλω να ζω όπως εγώ προτιμώ.
Ο Σταύρος παραμέρισε, σαστισμένος. Πού χάθηκε η ήρεμη Ηλέκτρα;
Όταν έκλεισε η εξώπορτα, ο Σταύρος έμεινε μόνος. Και το επόμενο πρωί, κατέφθασε η Ιφιγένεια.
Η κυρά Ιφιγένεια μπήκε στο σπίτι σαν εξόριστη βασίλισσα, με μουρμούρα και τρεις τεράστιες τσάντες με κουβέρτες, μαρμελάδες και εικονίσματα.
Πού πήγε η Ηλεκτρούλα; ψιθύρισε αδύναμη, ξαπλώνοντας στον καναπέ του παιδικού δωματίου. Δεν θέλω ρεύματα στα παράθυρα
Έφυγε, μαμά. Σε αποστολή. Την φώναξαν επειγόντως, μουρμούρισε ο Σταύρος.
Η πεθερά έμεινε κάγκελο, βάζοντας το χέρι στην καρδιά της.
Ποιος θα με φροντίσει τώρα; Θέλω ζωμό κάθε τρεις ώρες! Έχω πρόγραμμα εγώ! Πώς μπόρεσε να με παρατήσει έτσι;
Θα σε βοηθήσω εγώ, μαμά.
Η κόλαση ξεκίνησε.
Άδεια ο Σταύρος δεν πήρε το αφεντικό του δεν το επέτρεψε. Προσπάθησε να κάνει ημίμερες στο σπίτι, αλλά ήταν αδύνατο. Στις 7 το πρωί, η Ιφιγένεια τον ξυπνούσε χτυπώντας με τη μαγκούρα στον τοίχο.
Σταύρη, πίεση! Νιώθω να φεύγω…
Ο Σταύρος αγουροξυπνημένος, με μάτια κόκκινα, έτρεχε με το πιεσόμετρο. Η πίεση 130 με 80 τέλεια. Κι όμως, η μαμά γκρίνιαζε για σταγόνες, ήθελε καφέ με λεμόνι (αλλά πάντα με δύο κουταλιές ζάχαρη, απαραίτητα!) και ζεστό στην αγκαλιά της.
Και μαγείρεμα! Ο Σταύρος ήξερε μόνο να βράζει μακαρόνια. Η βρώμη που προσπάθησε να της κάνει, έγινε κάρβουνο.
Θέλεις να με στείλεις στον τάφο! έκλαιγε η μάνα του βλέποντας το πρωινό. Η Ηλέκτρα φταίει!
Στη δουλειά του, το κινητό χτυπούσε κάθε λίγο: «Σταύρη, δεν βρίσκω το τηλεκοντρόλ!», «Σταύρη, μπάζει το παράθυρο, το έκλεισες;», «Σταύρη, έχω πάρει το σωστό χάπι;».
Γυρνούσε το βράδυ σ ένα χάος. Η κυρία Ιφιγένεια, παρ ότι δήθεν κατάκοιτη, είχε προλάβει να ανακατέψει όλα τα ντουλάπια.
Σκόνη παντού! Η Ηλέκτρα βρομιάρα! Και τα όσπρια σε σακούλες σαράκια θα πιάσουν!
Ο Σταύρος έσφιγγε τα δόντια, έτρωγε έτοιμα κεφτεδάκια, άκουγε μονόλογους για το πόσο υποφέρει.
Ύστερα από μια βδομάδα έμοιαζε με φάντασμα. Ξέχασε ξεκάθαρα να παραδώσει δουλειές, ο διευθυντής του έγινε έξαλλος. Το σπίτι ασήκωτο, η μάνα συνέχεια απαιτούσε κάτι.
Μαμά, δες καμιά τηλεόραση να κάνω κάτι στη δουλειά, ικέτευε.
Τη δουλειά τη βάζεις πάνω από μένα; ξέσπαγε σε κλάματα η Ιφιγένεια.
Μια μέρα την έπιασε να καθαρίζει τη λάμπα, ενώ πριν λίγα λεπτά έκλαιγε στο τηλέφωνο πως δεν σηκώνεται απ το κρεβάτι. Με δαιμόνια ταχύτητα επέστρεψε στη θέση της μόλις τον ένιωσε να μπαίνει.
Α, ήρθες; Δεν μπορώ να σηκωθώ λίγο νερό…
Ο Σταύρος της είπε ήσυχα: Μαμά, σ είδα.
Τι είδες;
Πώς καθάριζες τη λάμπα. Είσαι υγιέστατη. Παίζεις θέατρο!
Πώς τολμάς! φώναξε, ξεχνώντας αυτοστιγμεί τον ρόλο της.
Ξέρεις, δεν είμαι αγνώμων. Κοιμήθηκα μια βδομάδα σχεδόν καθόλου, κινδύνεψα να χάσω και τη δουλειά μου. Η Ηλέκτρα έφυγε εξαιτίας σου κι εσύ κάνεις θέατρο.
Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησε στην Ηλέκτρα.
Ηλέκτρα, γεια σου Είμαι βλάκας.
Το ξέρω! είπε απαλά η Ηλέκτρα. Για πες.
Δεν αντέχω άλλο. Κι είναι τελείως καλά η μάνα. Της είπα να με δει γιατρός. Πώς αντέχεις τόσα χρόνια;
Είχα μάθει, Σταύρο. Η υπέρταση δεν κάνει γυμναστική! Θα μείνω άλλο ένα μήνα. Σκέψου όσα έζησες. Οικιακή εργασία και φροντίδα ηλικιωμένων δεν είναι γυναικεία δουλειά από μόνη της, είναι ευθύνη όποιου θέλει να τη σηκώσει. Συγγνώμη να ζητήσεις στον εαυτό σου.
Έχεις δίκιο, Ηλέκτρα. Δεν το εκτίμησα ποτέ…
Καλή συνέχεια! Τα λέμε.
Έκλεισε. Είχε έναν μήνα δύσκολο μπροστά του.
Την επόμενη μέρα μπήκε αποφασισμένος στο δωμάτιο της μάνας του:
Μαμά, αύριο πάμε καρδιολόγο. Αν χρειάζεσαι φροντίδα, θα βάλω νοσοκόμα. Αν είσαι υγιής, πας στο διαμέρισμά σου κι έρχεται σε σένα κοινωνική λειτουργός με τα ψώνια δυο φορές τη βδομάδα.
Δηλαδή με διώχνεις;
Επιστρέφεις στη ζωή σου. Εδώ υποφέρεις.
Οι επόμενες τρεις βδομάδες ήταν πόλεμος χαρακωμάτων. Ο γιατρός επιβεβαίωσε ότι κατά τα άλλα, όλα σε φυσιολογικό επίπεδο για εβδομήντα χρονών. Η Ιφιγένεια έκανε λιτανείες ψεύτικων λιποθυμιών, αλλά ο Σταύρος κάθε φορά έφερνε το ΕΚΑΒ. Αφού οι γιατροί της έριξαν τα εξ αμάξης για τη φασαρία, εκείνη σταμάτησε τα καμώματα.
Μάζεψε και έφυγε με δική της πρωτοβουλία.
Πήγαινέ με πίσω, είπε. Εκεί έχω γειτόνισσες, κουβεντούλα. Εδώ, γίνατε σκληροί.
Ο Σταύρος της άφησε ψώνια, της κανόνισε γυναίκα να την προσέχει δυο φορές τη βδομάδα.
Όταν γύρισε η Ηλέκτρα, το σπίτι ήταν ήσυχο και πεντακάθαρο. Ο Σταύρος την πήρε από το σταθμό με ανθοδέσμη. Είχε αδυνατίσει, μεγάλωσε όμως στα μάτια της.
Στο φαγητό (ψάρι στο φούρνο, που το έφτιαξε μόνος του!) της εξομολογήθηκε:
Μου έλειψες. Όχι μόνο για το νοικοκυριό. Το σπίτι χωρίς εσένα τίποτα.
Κι εμένα μου έλειψες. Η δουλειά τέλειωσε, προτάθηκε προαγωγή. Θα ταξιδεύω συχνά.
Ο Σταύρος ανησύχησε αλλά συμφώνησε.
Μπράβο σου. Είσαι σπουδαία. Είμαι περήφανος.
Και η μαμά;
Τα γνωστά. Παράπονα για τους πάντες αλλά η Ιφιγένεια πλέον βρήκε συμφωνία με την κυρά Όλγα. Με ένα εικοσάρικο την εβδομάδα έχει κι ησυχία.
Η Ηλέκτρα τον άγγιξε τρυφερά.
Ξέρεις, μ ευχαριστεί που φτάσαμε ως εδώ. Κα sometimes πρέπει να φτάσουμε στα άκρα για να δούμε τη ζωή αλλιώς.
Ναι, είπε ο Σταύρος. Κατάλαβα πως η γυναίκα μου δεν είναι υπάλληλος αλλά συνεργάτης.
Από εκείνη τη μέρα, οι κανόνες της οικογένειας άλλαξαν. Η Ηλέκτρα δεν επέτρεπε άλλο να της φορτώνονται υποχρεώσεις που δεν της ανήκαν. Και ο Σταύρος έμαθε πως δουλειές και φροντίδα δεν είναι μόνο «γυναικεία υπόθεση». Η Ιφιγένεια δοκίμασε ξανά τα κόλπα της, αλλά έβρισκε αντίσταση.
Και κάθε φορά που τηλεφωνούσε κλαίγοντας «πεθαίνω, ελάτε τώρα!», ο Σταύρος απαντούσε:
Μαμά, καλώ ασθενοφόρο. Αν χρειαστείς νοσηλεία, θα 'μαι εκεί. Αλλιώς, πάρε βαλεριάνα.
Και τι περίεργο ο «θάνατος» αργούσε να ξανάρθει.
Το μάθημα το ηλέκτρα το έμαθε καλά: Αν δεν υπερασπιστείς τα όρια σου, ακόμα και με τους πιο κοντινούς σου, θα ζήσεις μια ξένη ζωή. Μερικές φορές χρειάζεται να πας μακριά (ακόμη και στη Λάρισα) για να σώσεις τον εαυτό σου. Και αξίζει κάθε χιλιόμετρο.





