…Χτύπησε το κουδούνι… Στο διαμέρισμα, χωρίς καν να πει μια “καλησπέρα” και σπρώχνοντας το γιο της στην άκρη, εισέβαλε η πεθερά: «Για πες μας, καλή μου νύφη, τι μυστικά έχεις από τον άντρα σου;»—«Μαμά; Τι συμβαίνει, μαμά;…» Όταν ο Φώτης γύρισε σπίτι, επικρατούσε ησυχία. Η γυναίκα του, η Σοφία, τον είχε προειδοποιήσει πρωί πρωί πως σήμερα θα καθυστερούσε στη δουλειά—η διεύθυνση θα έκανε αιφνίδιο έλεγχο. Μπήκε στην κουζίνα, είδε το ψυγείο—τίποτα για βραδινό. Σούφρωσε, έβαλε νερό για τσάι, έφτιαξε μερικά τοστ και κάθισε μπροστά στην τηλεόραση. Μετά από λίγα λεπτά ζάπινγκ, βρήκε επιτέλους αθλητικό κανάλι, όμως δεν πρόλαβε να απολαύσει το παιχνίδι. Χτύπησε το κουδούνι κι στην πόρτα εμφανίστηκε η μητέρα του, η κυρία Αντωνία. Μπήκε σαν σίφουνας, χωρίς χαιρετισμό και σπρώχνοντας το γιο της στην άκρη. —«Άκου να δεις, Φώτη μου, τι έμαθα! Η Βαλεντίνα μου το είπε.» —«Τι έγινε, μαμά;» —«Η γυναίκα σου έχει κι άλλο διαμέρισμα στην Κυψέλη, το νοικιάζει και χαλάει μόνη της τα λεφτά!» —«Μαμά, γιατί ακούς αυτή τη Βαλεντίνα; Όλο κουτσομπολιά μαζεύει.» —«Μπορεί να υπερβάλλει, αλλά αυτή την αλήθεια σου λέω: Τώρα μένει εκεί η ανιψιά της Βαλεντίνας, 650 ευρώ το μήνα κι ευχαριστημένη.» —«Ε, αυτό κι αν είναι ανατροπή», μουρμούρισε ο Φώτης. «Γιατί δε μου είπε τίποτα;» —«Σαν έρθει η Σοφία, να τη ρωτήσεις! Η γυναίκα σου μαζεύει λεφτά για να σε παρατήσει. Κι άμα μπορέσει, θα σε ξεζουμίσει μέχρι το τέλος!» δήλωσε η Αντωνία. … Η Σοφία γύρισε μιάμιση ώρα μετά και στο τραπέζι την περίμεναν άντρας και πεθερά. Η Αντωνία δεν έφυγε γιατί ήθελε να δει τι θα απολογηθεί η νύφη. Στο μεταξύ, μαγείρεψε και τάισε το γιο της. Όταν μπήκε η Σοφία στο σαλόνι, δύο αυστηρά βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Η πεθερά ξεκίνησε: —«Για πες μας, καλή μου νύφη, ποια μυστικά έχεις από τον άντρα σου;» … (Η ιστορία συνεχίζεται με έντονες συγκρούσεις για τη διαχείριση της κληρονομιάς του διαμερίσματος, τον ρόλο της οικογένειας, τα δικαιώματα και τα όρια, τη θέση της γυναίκας στις νέες οικογενειακές ισορροπίες, και φυσικά το αέναο ελληνικό ερώτημα: 'Σε ποιον ανήκει τελικά το σπίτι;’ Τελικά, παρά τις επιμονές της Αντωνίας, η Σοφία δεν υπέκυψε! Όπως λέμε κι εμείς, «όπου πατάει, εκεί στέκεται!»)

Ήχησε το κουδούνι Στο διαμέρισμα, χωρίς να χαιρετήσει και σπρώχνοντας το γιο της από τη διαδρομή, εισέβαλε η πεθερά.

« Για πες μου λοιπόν, αγαπημένη μου νύφη, τι μυστικά έχεις απ τον άντρα σου; Μαμά; Τι συνέβη, μαμά;

Όταν ο Φώτης γύρισε σπίτι, το διαμέρισμα ήταν ήσυχο. Η γυναίκα του, η Αναστασία, τον είχε προειδοποιήσει το πρωί πως σήμερα θα αργούσε στη δουλειά το αφεντικό αποφάσισε να κάνει αιφνιδιαστικό έλεγχο.

Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο φαγητό δεν υπήρχε. Ο Φώτης αναστέναξε, έβαλε το βραστήρα, έφτιαξε δύο φρυγανιές με τυρί και πήγε να κάτσει μπροστά στην τηλεόραση.

Για λίγα λεπτά άλλαζε μηχανικά τα κανάλια μέχρι που βρήκε αθλητικό πρόγραμμα. Όμως, ηρεμία να φάει και να δει τον αγώνα των μποξέρ δεν πρόλαβε να βρει.

Ακούστηκε το κουδούνι κι εμφανίστηκε στην πόρτα η μητέρα του, η Αντωνία Παναγιωτίδου. Μπήκε σα σίφουνας, χωρίς χαιρετισμό και παρασύροντας τον Φώτη από τη μέση.

Φώτη, άκου τι θα σου πω τώρα! Η Βαλεντίνα μου τα είπε όλα.

Τι έγινε, μαμά; ρώτησε ο Φώτης.

Η Αναστασία σου, έχει κι άλλο διαμέρισμα! Το νοικιάζει και τρώει τα λεφτά για πάρτη της!

Μαμά, γιατί ακούς αυτή τη Βαλεντίνα; Πώς μαζεύει κουτσομπολιά σε όλη την Αθήνα κι εσύ κάθεσαι κι ακούς;

Ξέρω ότι η Βάλια τα στολίζει και τα φουσκώνει, αλλά αυτή τη φορά είναι σίγουρο! Γιατί η ανιψιά της γειτόνισσας της Βαλεντίνας μένει σε εκείνο το διαμέρισμα της Αναστασίας.

Το κορίτσι, μόλις παντρεύτηκε, ψάχνανε με τον άντρα της νέο σπίτι και το βρήκαν της Αναστασίας, της δίνουν 430 ευρώ το μήνα και χαίρονται ότι είναι φτηνά. Και το καλύτερο; Το νοικιάζει πάνω από δυο χρόνια τώρα, δεν είναι οι πρώτοι νοικάρηδες!

Τι ανατροπή… είπε σκεφτικά ο Φώτης. Γιατί δεν μου το είπε ποτέ;

Άσε να έρθει από τη δουλειά να τη ρωτήσεις μόνος σου! Αλλά το θέμα το ξέρεις: η γυναίκα σου φτιάχνει δικό της μαξιλαράκι ασφάλειας. Μαζεύει λεφτά για να σε παρατήσει, στο τέλος θα σε αφήσει και ρέστο, δήλωσε θριαμβευτικά η Αντωνία.

Η Αναστασία γύρισε σ ενάμισι ώρα. Σπίτι την περίμεναν άντρας κι η πεθερά της, που αποφάσισε να μην φύγει είχε αγωνία να ακούσει τις δικαιολογίες της νύφης. Για να μην κάθεται άπραγη, ετοίμασε βραδινό για το γιο.

Όταν η Αναστασία μπήκε στο σαλόνι, δύο ζευγάρια μάτια την κοίταζαν αυστηρά.

Ξεκίνησε η Αντωνία:

Για πες, αγαπημένη μου νύφη, ποια μυστικά κρατάς από τον άντρα σου;

Καμία μυστικά, νομίζω, απάντησε η Αναστασία.

Καμία, ε; Και το διαμέρισμα στην Ιπποκράτους, στο 43;

Τι σχέση έχει το διαμέρισμά μου με μυστικά; απόρησε η Αναστασία.

Το νοικιάζεις και κρύβεις τα λεφτά από τον άντρα, απεφάνθη η Αντωνία.

Σοβαρά, Αναστασία, επενέβη ο Φώτης. Από πού βρέθηκε αυτό το σπίτι; Γιατί δεν μου είπες ότι το νοικιάζεις; Και που πάνε τα λεφτά;

Το διαμέρισμα ήταν της Ραΐσας Ιωάννου ξαδέλφη της μητέρας μου, για μένα δηλαδή ξαδέλφη της γιαγιάς, αν και μπερδεύομαι σ αυτές τις ρίζες.

Η Ραΐσα πέθανε σχεδόν πριν τρία χρόνια. Στο είχα πει, Φώτη. Τότε μου είχες πει πως επιτέλους δεν θα τρέχω σε εκείνη τη γριά.

Κι όταν σου ζήτησα να με βοηθήσεις στην κηδεία, μου είπες πως πνίγεσαι στη δουλειά και δεν έχεις χρόνο.

Και γιατί το άφησε σε σένα το διαμέρισμα; ήθελε να μάθει η Αντωνία.

Γιατί εκτός από μένα, δεν πήγαινε κανείς της, απάντησε η Αναστασία.

Και γιατί δεν είπες στον Φώτη για την κληρονομιά; επέμεινε η πεθερά.

Τι σχέση έχει ο Φώτης με τη δικιά μου κληρονομιά;

Πώς τι; αντέδρασε η Αντωνία. Είναι άντρας σου!

Ε, και;

Μήπως μας κάνεις και τη χαζή; έσκασε η Αντωνία. Τα χρήματα από το ενοίκιο έπρεπε να μπαίνουν στο σπίτι, εσύ τα κάνεις ό,τι θέλεις!

Θα κάνω, αφού είναι δικό μου! Είναι προσωπική μου περιουσία! Ό,τι βγάζω από αυτήν, ενοίκιο ή πώληση, είναι δικά μου. Δεν οφείλω να δίνω λογαριασμό σε κανέναν, είπε η Αναστασία.

Κοίτα, Αναστασία, πέρσι διόρθωσα το αμάξι, έφαγα δυο πριμ, κι εσύ είχες λεφτά και τα κράτησες μυστικά; Δεν το περίμενα, είπε απογοητευμένος ο Φώτης.

Μα, Φώτη, το αυτοκίνητο είναι δικό σου. Εσύ το οδηγείς. Όταν σου ζητάω να με πας κάπου, όλο είσαι απασχολημένος ή δεν σε βολεύει, και μου λες να πάρω ταξί.

Πέρυσι, τρεις φορές με μετέφερες: μια για ψώνια στην Ευριπίδου, μια με πήρες απ τη δουλειά γιατί ξέχασες τα κλειδιά, και μια στον Ερυθρό Σταυρό όταν έστριψα τον αστράγαλο.

Γιατί να πληρώνω εγώ για αμάξι που δεν οδηγώ;

Και πόσα έχεις μαζέψει; ρώτησε η πεθερά. Κάνα εκατομμύριο;

Κάτι υπάρχει, αλλά όχι τόσα! Εσύ θυμήσου, Φώτη, έχεις δυο κόρες φοιτήτριες. Πότε έστειλες τελευταία φορά λεφτά;

Δουλεύουν μόνες τους, νομίζω, μουρμούρισε ο Φώτης.

Σπουδάζουν και δουλεύουν! Μα αν δουλεύουν να ζουν, πότε να διαβάσουν;

Ε, γιατί δεν το είπες αμέσως για την κληρονομιά; ρώτησε ο άντρας.

Γιατί δεν ήθελα να με ανακρίνετε έτσι δυόμισι χρόνια πριν. Και να σου πω και το άλλο, είχα ζωντανό παράδειγμα από σένα, μαμά, με την γυναίκα του μικρότερου γιου σου και το προγαμιαίο της διαμέρισμα.

Τι εννοείς;

Ένας χρόνος ολόκληρος της τρώγατε το μυαλό:

Τι το θες το διαμέρισμα; Να το πουλήσουμε, να πάρεις εξοχικό, να μαζευόμαστε το καλοκαίρι.

Πουλήθηκε το σπίτι, αγοράστηκε εξοχικό… Στο όνομα σου, Αντωνία Παναγιωτίδου! Και η Οξάνθη ούτε δικαίωμα να έρθει χωρίς άδειά σου, ούτε να καλέσει κόσμο για ψησταριά. Μόνο να σκάβει τα μποστάνια. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω τέτοια!

Αναιδέστατη, Αναστασία! φώναξε η πεθερά. Μόνο για τον εαυτό σου ζεις!

Εσάς σας έχω παράδειγμα, κυρία Αντωνία, απάντησε η νύφη.

Φώτη, ακούς; Η γυναίκα με προσβάλλει!

Ε, εγώ, την αλήθεια λέω! Μόλις έμαθες για την κληρονομιά μου, ήρθες τρέχοντας. Γιατί;

Να τα πω στον Φώτη μου!

Τα είπες. Και τώρα;

Να απαιτήσω να μην κρύβεις τα λεφτά απ την οικογένεια, να μπαίνουν στο σπίτι.

Μπαίνουν, αλλά σε ό,τι κρίνω εγώ. Όχι για το αμάξι του Φώτη ούτε για δουλειές στο εξοχικό σας!

Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε πού πάνε τα λεφτά, είπε η πεθερά.

Πιστεύετε ότι στα 46 μου δεν ξέρω τι να τα κάνω;

Δεν πρέπει να σκέφτεσαι και άλλους; φώναξε η Αντωνία.

Ποιους δηλαδή; Εσάς; Να γιατί δεν ήθελα να πω τίποτα! Ώστε να τα πάρω για μένα και τα παιδιά μου.

Έτσι θα γίνει και τώρα. Οπότε, Αντωνία, ξεχάστε την κληρονομιά! Σαν να μην υπήρξε!

Δηλαδή μόνη σου θα τα ξοδέψεις;

Μόνη.

Δεν θα δώσεις στον άντρα σου;

Θα δώσω αν το κρίνω. Στην οικογένειά μου θα πάνε όλα.

Δηλαδή εγώ δεν είμαι οικογένεια;

Κυρία Αντωνία, οικογένεια μου είμαι εγώ, ο άντρας μου και τα παιδιά μας. Οι υπόλοιποι, είστε συγγενείς, απάντησε η Αναστασία.

Έτσι η Αντωνία δεν κατάφερε τίποτα απ τη νύφη της. Όμως δεν τα παράτησε, και με κάθε τρόπο, όπως έλεγε, «γυρόφερνε να πάρει το μερτικό της».

Όμως η Αναστασία δεν λύγιζε σε κανένα κόλπο της Αντωνίας. Έπεσε σε λάθος άνθρωπο! Όπως λέμε εδώ, εκεί που κάθεσαι, εκεί σηκώνεσαιΗ Αντωνία, προσβεβλημένη και πικραμένη, σηκώθηκε με θόρυβο, μάζεψε την τσάντα της και βγήκε από το σπίτι με το κεφάλι ψηλά, όμως τα μάτια της γυάλιζαν από ανικανοποίητη περιέργεια και ήττα. Ο Φώτης κοίταξε την Αναστασία, προσπαθώντας να διαβάσει τι κρυβόταν πίσω από το πείσμα της.

Η Αναστασία στάθηκε απέναντί του, σταθερή και σίγουρη.

Φώτη, αν θέλεις να μιλήσουμε, εγώ είμαι εδώ. Ίσως είναι η στιγμή να δούμε τι θέλει ο καθένας μας, χωρίς τρίτους.

Ο Φώτης σκέφτηκε τις κόρες του, τα χρόνια που έτρεχε για τους άλλους, τα μικρά μεγάλα ψέματα και τα μισά λόγια. Και ύστερα είδε τη γυναίκα του, εκεί, απέναντί του, με το βλέμμα καθαρό κι αποφασισμένο. Για πρώτη φορά, ένιωσε ότι είχαν τη δύναμη να χτίσουν ξανά όχι μόνο με χρήματα, αλλά με ειλικρίνεια.

Θέλω να μιλήσουμε, Αναστασία. Να ξέρουμε ο ένας τον άλλον χωρίς μυστικά.

Εκείνη χαμογέλασε, ίσως για πρώτη φορά απόψε.

Κι εγώ. Και να ξέρεις, αν θέλεις, μπορώ να σε πάω μέχρι την Ευριπίδου με το αμάξι σου αλλά αυτή τη φορά, να μείνουμε παρέα και για καφέ.

Ο Φώτης χαμογέλασε, και για λίγο πέρασε από το σαλόνι μια ζεστασιά η σπάνια αίσθηση ότι, απέναντι σε όσους «γυροφέρνουν να πάρουν το μερτικό τους», αυτοί οι δύο είχαν βρει το πιο ακριβό τους μερτικό, στο βλέμμα ο ένας του άλλου.

Έξω, οι νυχτερινές φωνές της πόλης αντηχούσαν μακρινές· μέσα στο σπίτι, ξεκινούσε σιγά σιγά μια νέα, μικρή ειρήνη κι ίσως, επιτέλους, μια ευκαιρία για αληθινή οικογένεια.

Oceń artykuł
…Χτύπησε το κουδούνι… Στο διαμέρισμα, χωρίς καν να πει μια “καλησπέρα” και σπρώχνοντας το γιο της στην άκρη, εισέβαλε η πεθερά: «Για πες μας, καλή μου νύφη, τι μυστικά έχεις από τον άντρα σου;»—«Μαμά; Τι συμβαίνει, μαμά;…» Όταν ο Φώτης γύρισε σπίτι, επικρατούσε ησυχία. Η γυναίκα του, η Σοφία, τον είχε προειδοποιήσει πρωί πρωί πως σήμερα θα καθυστερούσε στη δουλειά—η διεύθυνση θα έκανε αιφνίδιο έλεγχο. Μπήκε στην κουζίνα, είδε το ψυγείο—τίποτα για βραδινό. Σούφρωσε, έβαλε νερό για τσάι, έφτιαξε μερικά τοστ και κάθισε μπροστά στην τηλεόραση. Μετά από λίγα λεπτά ζάπινγκ, βρήκε επιτέλους αθλητικό κανάλι, όμως δεν πρόλαβε να απολαύσει το παιχνίδι. Χτύπησε το κουδούνι κι στην πόρτα εμφανίστηκε η μητέρα του, η κυρία Αντωνία. Μπήκε σαν σίφουνας, χωρίς χαιρετισμό και σπρώχνοντας το γιο της στην άκρη. —«Άκου να δεις, Φώτη μου, τι έμαθα! Η Βαλεντίνα μου το είπε.» —«Τι έγινε, μαμά;» —«Η γυναίκα σου έχει κι άλλο διαμέρισμα στην Κυψέλη, το νοικιάζει και χαλάει μόνη της τα λεφτά!» —«Μαμά, γιατί ακούς αυτή τη Βαλεντίνα; Όλο κουτσομπολιά μαζεύει.» —«Μπορεί να υπερβάλλει, αλλά αυτή την αλήθεια σου λέω: Τώρα μένει εκεί η ανιψιά της Βαλεντίνας, 650 ευρώ το μήνα κι ευχαριστημένη.» —«Ε, αυτό κι αν είναι ανατροπή», μουρμούρισε ο Φώτης. «Γιατί δε μου είπε τίποτα;» —«Σαν έρθει η Σοφία, να τη ρωτήσεις! Η γυναίκα σου μαζεύει λεφτά για να σε παρατήσει. Κι άμα μπορέσει, θα σε ξεζουμίσει μέχρι το τέλος!» δήλωσε η Αντωνία. … Η Σοφία γύρισε μιάμιση ώρα μετά και στο τραπέζι την περίμεναν άντρας και πεθερά. Η Αντωνία δεν έφυγε γιατί ήθελε να δει τι θα απολογηθεί η νύφη. Στο μεταξύ, μαγείρεψε και τάισε το γιο της. Όταν μπήκε η Σοφία στο σαλόνι, δύο αυστηρά βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Η πεθερά ξεκίνησε: —«Για πες μας, καλή μου νύφη, ποια μυστικά έχεις από τον άντρα σου;» … (Η ιστορία συνεχίζεται με έντονες συγκρούσεις για τη διαχείριση της κληρονομιάς του διαμερίσματος, τον ρόλο της οικογένειας, τα δικαιώματα και τα όρια, τη θέση της γυναίκας στις νέες οικογενειακές ισορροπίες, και φυσικά το αέναο ελληνικό ερώτημα: 'Σε ποιον ανήκει τελικά το σπίτι;’ Τελικά, παρά τις επιμονές της Αντωνίας, η Σοφία δεν υπέκυψε! Όπως λέμε κι εμείς, «όπου πατάει, εκεί στέκεται!»)