Δεν σου αρέσει που θέλω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα απ το σπίτι σας, άρχισα να φτιάχνω τη ζωή μου, κι εσείς ήρθατε και πάλι τα ίδια!
Αλεξάνδρα, μην αγχώνεσαι τόσο! Καταλαβαίνω ότι, σαν κορίτσι της Αθήνας, το χωριό θα σου φανεί βουνό. Μα θα βοηθήσω εγώ! επέμενε ο Πέτρος. Ξέρω τι κάνω. Θα τα καταφέρω μόνος μου. Μονάχα να σαι δίπλα μου!
Η Αλεξάνδρα, μπερδεμένη.
Γιατί ερωτεύτηκες, κορίτσι μου, έναν χωριάτη έτσι βαθιά; Ώσπου να τρέμουν τα γόνατά σου!
Είκοσι οκτώ πια, καριέρα στα καλύτερά της, κι ο Πέτρος, τριάντα, με μπόλικους συγγενείς και δικό του σπίτι σε χωριό, λίγο έξω απ την Καλαμάτα.
Γνωρίστηκαν τυχαία στο λούνα παρκ της Παραλίας, όταν ο Πέτρος είχε χαθεί στους πάγκους ώσπου η μάνα του ψώνιζε, κι οι φίλες της Αλεξάνδρας την τράβηξαν σχεδόν με το ζόρι για διασκέδαση.
Γνωρίστηκαν, αντάλλαξαν νούμερα, κι έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Ο Πέτρος της έκανε όλο εκπλήξεις, ανέβαινε μέχρι Αθήνα να τη δει, πάντα προσεκτικός και δοτικός. Κι η Αλεξάνδρα τα χασε: πού να το βρεις αυτό στην εποχή μας; Ειλικρίνεια, ανοιχτή καρδιά, καλοσύνη.
Και τότε της ζήτησε να παντρευτούν. Κι εκείνη, μετά από σκέψη, είπε το ναι.
Λοιπόν, κόρη μου; Δοκίμασέ το. Ο Πέτρος παιδί του χωριού, εργατικός, καλός. η μάνα της είχε καταλάβει. Δεν πετυχαίνει; Γυρίζεις Αθήνα.
Τί είχε να χάσει η Αλεξάνδρα; Δουλειά εξ αποστάσεως μπορούσε ούτως ή άλλως πια, και δεν ήταν καμιά πιτσιρίκα. Στο χωριό έχεις και καθαρό αέρα, λέγανε. Μόνο που
Πέτρο, σαν τι θα έρθω εκεί; ρώτησε σιγουρεύοντας.
Αρραβωνιαστικιά μου. Μετά έναν χρόνο, γάμος και μέλι-γάλα! Θα έχω μαζέψει ευρώ για να τα χαρείς, να μην αγχωθούμε για λεφτά. κοκκίνισε.
Ξέρω, έχεις μάθει στα καλύτερα.
Όλα σωστά, όμορφα, αλλά κάτι την έκαιγε μέσα της. Τι; Δεν ήξερε, κι είπε να τα παρατήσει όλα και να δοκιμάσει!
Έτσι λοιπόν, μάζεψε βαλίτσα και πήρε άδεια μίας εβδομάδας, κλείδωσε το διαμέρισμά της στου Παπάγου, για το οποίο είχε ματώσει, και κατηφόρισε με το αυτοκίνητό της προς το χωριό, όπου την περίμενε ήδη ο Πέτρος.
Η πρώτη βραδιά στο χωριό της άρεσε.
Μέσα στην κάψα του Ιουλίου, πότισαν γελώντας τον μικρό κήπο, μαγείρεψαν, τα έκαναν όλα μαζί και ταχτοποιήθηκαν γρήγορα.
Αγάπη μου, έρχονται οι γονείς μου! Παρασκευή βράδυ, ήρθε νωρίτερα από συνήθως ο Πέτρος απ τη δουλειά.
Γιατί; ταράχτηκε η Αλεξάνδρα.
Να σε γνωρίσουν, να μας βοηθήσουν. Έρχεται κι ο αδερφός μου με τη γυναίκα του. πήγαινε πάνω-κάτω ανήσυχος.
Για πόσο; ρώτησε διστακτικά.
Ελπίζω λίγο! της είπε και την κοίταξε στοργικά. Θα τα καταφέρουμε, μη σου πέφτει βαρύ.
Τώρα πια η Αλεξάνδρα είχε άγχος.
Μη φοβάσαι, κορίτσι μου. Σκέψου το σαν δοκιμασία λέω εγώ. Άμα δεν σ αρέσει, γυρνάς. Σπίτι έχεις. της είπε η μαμά της στο τηλέφωνο. Κάνε ό,τι σε βολεύει. Ας συνηθίσουν εκείνοι. Αλλιώς, πρόβλημά τους. Του Πέτρου, βασικά.
«Σωστά. Και τι δηλαδή; Ούτε που παντρευτήκαμε ακόμη!», αναθάρρησε λίγο η Αλεξάνδρα. Δεν θα τη φάνε, δηλαδή.
Ετοίμαζε το τραπέζι όταν άκουσε αυτοκίνητο να σταματάει μπροστά στην αυλή.
Ήρθανε! μπήκε ο Πέτρος στην κουζίνα.
Βγήκαν να τους υποδεχθούν.
Καλώς τη νύφη! μια μεγαλόσωμη γυναίκα με κοντά σκούρα μαλλιά, έντονα φυσικά φρύδια και βλεφαρίδες, χαμογέλασε στραβά και αγκάλιασε τον γιο της.
Δίπλα της, ένας γεροδεμένος κύριος με κοιλίτσα, χαιρέτησε απλά την Αλεξάνδρα.
Ο αδερφός, ψηλός και γελαστός, την καλωσόρισε, ενώ η σύζυγός του, νέα ξανθιά με πρόσωπο φωτεινό, κοίταξε την Αλεξάνδρα με σχετική ζήλια και γύρισε να μιλήσει στον άντρα της:
Έλα να βοηθήσεις! του φώναξε και πήγε προς το αυτοκίνητο.
Η Αλεξάνδρα προσκάλεσε όλους στο τραπέζι, ελπίζοντας να σπάσει ο πάγος. Στη μαγειρική το χε άλλωστε!
Ω, χρυσαυγή μου, έκανες κόπο, μπράβο, είπε η Θάλεια, η πεθερά της.
Ο πατέρας, ο κύριος Μανώλης, έγνεψε καταφατικά.
Τι είναι αυτό; Κοτόπουλο; Ποιος το μαγειρεύει έτσι; αγανακτούσε η Έλενα, η νύφη-ξαδέλφη. Ό,τι να ναι φτιάχνεις κι από τ άλλο εσύ!
Δε λες καλά, βρε; Πολύ νόστιμο, μπράβο, αντέδρασε ο Βασίλης.
Εσένα να γεμίσει το στομάχι σου, τί σε νοιάζει, ανταπάντησε ειρωνικά η Έλενα και πέταξε επιδεικτικά το πιρούνι.
Ο Πέτρος κοίταξε στενοχωρημένος την Αλεξάνδρα.
Έλενα, λίγος σεβασμός! Και μη ζηλεύεις τόσο φανερά! Η Αλεξάνδρα κουράστηκε, είπε αυστηρά.
Και ποιος διάλεξε αυτό το όνομα; Σαν την αγελάδα μας, κι αυτή Αλεξάνδρα είναι! είπε δηκτικά η Έλενα.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε αμήχανα.
Τι έπαθες; ρώτησε ήσυχα ο Πέτρος.
Της φίλης μου το ινδικό χοιρίδιο το λένε Έλενα, απάντησε χαμηλόφωνα η Αλεξάνδρα.
Όμως το άκουσαν όλοι.
Η Θάλεια την κοιτούσε άγρια, οι άντρες προσπαθούσαν να μη γελάσουν, ενώ η Έλενα αναψοκοκκίνισε.
Ποια νομίζεις ότι είσαι; έχασε την ψυχραιμία της.
Ε, μα εσύ το κάνεις. Είπα να μιλήσω με τον τρόπο που επικοινωνείς, απάντησε ψύχραιμα η Αλεξάνδρα.
Ο Βασίλης κοιτούσε γοητευμένος την αρραβωνιαστικιά του αδερφού του.
Εγώ είμαι η γυναίκα του Βασίλη, παντρεμένη! Εσύ; Συγκατοικείς! πέταξε η Έλενα, όσο η Θάλεια την επικροτούσε με το βλέμμα.
Τουλάχιστον έχω τρόπους, και σαν πάω κάπου, προσέχω είπε η Αλεξάνδρα.
Δεν ήρθα σ εσένα! νίκησε η ξανθιά με κρύο χαμόγελο.
Ούτε εγώ σε κάλεσα, αποκρίθηκε ο Πέτρος μ αγανάκτηση. Πόσο θα μείνετε τελικά;
Απόλυτη σιγή. Όλοι κοίταξαν αποσβολωμένοι τον οικοδεσπότη.
Μόλις μάθουμε στη δεσποινίδα τα μυστικά της ζωής στο χωριό, φεύγουμε, είπε η Θάλεια σαρκαστικά.
Μη σας απασχολεί, μαμά. Και μόνοι μας τα καταφέρναμε μια χαρά, είπε ο Πέτρος.
Ναι, κρέμασες τη τεμπέλα στο λαιμό και κάθεσαι πάνω της, συνέχισε η Έλενα.
Για τεμπελιά, ρωτήστε αλλού. απάντησε ο Πέτρος. Τώρα, αγαπητοί επισκέπτες, ευχαριστώ για το δείπνο, πηγαίνετε να ξεκουραστείτε.
Ο Πέτρος έπιασε το χέρι της Αλεξάνδρας κι άρχισαν να μαζεύουν παρέα το τραπέζι, κάτω από τα παράξενα βλέμματα.
Η Αλεξάνδρα σκέφτηκε πόσο σημαντικό είναι να χεις έναν άντρα δίπλα σου που σε στηρίζει. Κι ότι, ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έχει πού να πάει πίσω.
Το Σαββατιάτικο πρωινό δεν ξεκίνησε ιδανικά.
Τι κοιμόμαστε έτσι; Εδώ στο χωριό μετά τις οχτώ ούτε γάτα δεν κοιμάται! Κι ο καφές πού είναι; όρμησε αγριεμένη η Θάλεια.
Η Αλεξάνδρα κοίταξε το κινητό, ήταν οκτώ το πρωί.
Θάλεια, όλα τα υλικά είναι στο ψυγείο ψιθύρισε κάτω απ την κουβέρτα η Αλεξάνδρα. Να ντυθώ πρώτα;
Α, τι νάζια είναι αυτά κυρά μου; Να το φτιάξεις πρέπει, πάμε! φώναξε η Θάλεια και βγήκε χτυπώντας δυνατά την πόρτα.
Η Αλεξάνδρα ετοιμάστηκε και κατέβηκε.
Ξύπνησες, χαρά μου; Για πρωινό το φτιάχνω εγώ την καλοδέχτηκε ο Πέτρος.
Άμα δεν ξυπνούσα εγώ, ακόμα θα κοιμόταν, πετάχτηκε η Θάλεια.
Μαμά, γιατί ήρθες στο δωμάτιό μας; απόρησε ο Πέτρος.
Μια μας έλειπε αδέξια, τώρα έχουμε και τεμπέλα! είπε η Έλενα.
Εσένα ρώτησε κανείς; απάντησε κοφτά η Αλεξάνδρα.
Ε, έτσι είναι στο χωριό! Άμα φέρεις αγελάδα, έξι το πρωί άρμεγμα! συνέχισε η ξανθιά.
Δεν σκοπεύουμε για αγελάδα, απάντησε ο Πέτρος.
Ξέρω, γιατί η Αλεξάνδρα δεν ξέρει να αρμέγει! Και ούτε σηκώνεται νωρίς! Εμ, τι να σου κάνει; γέλασε η Έλενα.
Εσύ ξέρεις δηλαδή; γέλασε κι ο Πέτρος.
Από τότε που μπήκε η Αλεξάνδρα στη ζωή σου έγιναν όλα χάλια! προσπαθούσε να πει η Θάλεια.
Πάψε, μαμά! φώναξε ο Πέτρος.
Δεν μπορείς να δεχτείς ότι θέλω δική μου οικογένεια; Έφυγα, έφτιαξα ζωή, κι ήρθατε πάλι να με πνίξετε! άστραψε ο Πέτρος.
Παιδί μου, σ έχει τυλίξει! Όλα τα λεφτά σου τρώει! θρηνούσε η Θάλεια.
Μαμά, η Αλεξάνδρα δουλεύει και βγάζει τα δικά της! Εγώ μαζεύω για το γάμο! Θέλετε το καλό μου; Τότε γυρίστε σπίτια σας! Κι εδώ μόνο με πρόσκληση! Ειδικά η Έλενα.
Όσο προσπαθούσαν να χωνέψουν το σοκ της επίθεσης, ο Πέτρος πήγε την Αλεξάνδρα στο δωμάτιο κι επέστρεψε στους γονείς και τον αδερφό, που ετοίμαζαν τα πράγματά τους.
Ή εγώ, ή αυτή! ούρλιαξε η Θάλεια.
Την Έλενα όμως την κρατάτε, είπε πικρά ο Πέτρος.
Σιγά μη συγκριθώ εγώ με μια τέτοια! ειρωνεύτηκε η Έλενα.
Ο πατέρας και ο Βασίλης έβλεπαν σιωπηλά.
Λοιπόν; πίεσε η Θάλεια.
Εγώ διαλέγω την ευτυχία μου! απάντησε με σιγουριά ο Πέτρος.
Δεν έχεις πια γιο! βρόντηξε η Θάλεια και έφυγε μαζί με την Έλενα.
Ο κύριος Μανώλης έγνεψε στην Αλεξάνδρα εμψυχωτικά: «Εμείς είμαστε μαζί σας! Τη μαμά αφήστε τη σ εμένα.»
Ο Βασίλης αγκάλιασε τον Πέτρο, «Κράτα την ευτυχία σου! Κι εμείς θα τα βρούμε μόνοι μας!»
Έφυγαν όλοι.
Η Αλεξάνδρα ένιωσε άβολα, αλλά κατάλαβε επιτέλους ότι ο Πέτρος δεν αστειεύεται. Τα έκαναν όλα μαζί, στάθηκαν δίπλα ο ένας στον άλλο.
Όμως, τι γίνεται πίσω, στην πατρική τους οικογένεια;
Μαμά, Έλενα! Σας φέραμε αγελάδα! αστειεύτηκε μια μέρα ο Βασίλης.
Μας δουλεύεις; απόρησε η Θάλεια.
Κάθε πρωί να αρμέγεις, Έλενα. Έτσι δεν μάθαινες τα άλλα κορίτσια; την πείραξε.
Όχι και τέτοια αστεία! φώναξε η Έλενα.
Α, και κάθε μέρα πρωινό στις επτά, μάλιστα ό,τι φτιάχνει ένας νοικοκύρης στο χωριό, συμπλήρωσε ο Μανώλης πανηγυρικά.
Κι έτσι, ό,τι ακούει ο κόσμος, το περνάει και ο ίδιος κάποια μέρα.
Η Θάλεια κατάλαβε ότι είχε φερθεί κάπως άδικα στην Αλεξάνδρα και τελικά, τα βρήκε με τον Πέτρο, αν και ακόμη απέφευγε να τους επισκέπτεται.
Όμως ο Πέτρος επιτέλους έκανε επίσημη πρόταση στην Αλεξάνδρα κι ο γάμος στήθηκε με όλη την Καλαμάτα να γλεντάει.
Δεν μπορώ να πω πως η Θάλεια κι η Έλενα αγάπησαν ξαφνικά τη νέα νύφη, αλλά τουλάχιστον το βουλώνουν πια. Είναι πιο ασφαλές.
Η Αλεξάνδρα είναι ευτυχισμένη. Ό,τι και να ρθει, ξέρει ότι μαζί μ αυτόν τον άνθρωπο, όλα μπορούν να τα νικήσουν. Και καμιά ξαφνική εισβολή δεν τους τρομάζει πια.
Σήμερα, τελειώνοντας αυτό το ημερολόγιο, κατάλαβα πόσο πολύ αξίζει να παλεύεις για την ευτυχία σου κι ότι μονάχα όταν μένεις ο εαυτός σου και βάζεις τα όριά σου, μπορείς να έχεις τη δική σου ζωή. Στο τέλος της μέρας, αυτή είναι η δική μας πατρίδα: η οικογένεια και η αγάπη που διαλέγουμε.





