«Καλή γυναίκα, ε; Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν; – Και της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες το μήνα. – Ελένη, της περάσαμε το διαμέρισμα στο όνομά της» Ο Νικόλας σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και πήγε στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, όπου το νυχτερινό φως φώτιζε απαλά το πρόσωπο της γυναίκας του, της Ελένης. Έσκυψε κοντά της, αφουγκράστηκε – όλα καλά φαίνονται. Σηκώθηκε και σύρθηκε αργά στην κουζίνα, άνοιξε το κεφίρ, έκανε μια βόλτα στο μπάνιο, και επέστρεψε στη δική του κάμαρα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, όμως ο ύπνος δεν ερχόταν: «Εμείς με την Ελένη, στα ενενήντα μας πια. Πόσα χρόνια περάσαν; Σε λίγο θα πάμε κι εμείς στον Θεό, και κοντά μας κανείς… Οι κόρες μας έφυγαν νωρίς, η Νανά δεν πρόλαβε ούτε τα εξήντα, ο Μάξιμος δεν υπάρχει πια – παρασύρθηκε στη ζωή… έχουμε εγγονή, την Κωνσταντίνα, που ζει χρόνια στην Πολωνία. Ούτε που μας θυμάται. Θα ’χει κι εκείνη μεγάλα παιδιά πια…» Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε από το άγγιγμα του χεριού της: «Νικόλα, όλα καλά;» ακούστηκε η τρεμάμενη φωνή της Ελένης. Άνοιξε τα μάτια και είδε τη γυναίκα του σκυμμένη από πάνω του. «Τι είναι, Ελένη;» «Κοίτα ξανά, απλά ξάπλωσες και δεν ακουγόσουν…» «Ζωντανός ακόμη! Πήγαινε να κοιμηθείς!» Ακούστηκαν τα σέρνοντας βήματά της μέχρι την κουζίνα, ο διακόπτης κλικ, λίγο νερό, μια στάση στο μπάνιο. Η Ελένη πηγαίνει στη δική της κάμαρα, ξαπλώνει: «Έτσι είναι, μια μέρα θα ξυπνήσω και δεν θα είναι πια εδώ. Τι θα κάμω τότε; Ή μήπως θα φύγω εγώ πρώτη… Ο Νικόλας ήδη κανόνισε τα μνημόσυνα μας. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως μπορείς να τα οργανώσεις από πριν… Από την άλλη, καλύτερα, γιατί ποιος να τα κανονίσει για μας; Η εγγονή μας δεν μας θυμάται καν. Η γειτόνισσα, η Ιωάννα, είναι η μόνη που μας φέρνει κάτι – έχει μάλιστα και κλειδί. Της δίνει ο παππούς μας κάθε μήνα από τη σύνταξή μας. Αυτή αγοράζει, φέρνει ό,τι χρειαζόμαστε. Πού πάμε τα λεφτά; Κι από τον τέταρτο δεν μπορούμε πια να βγαίνουμε μόνοι…» Ο Νικόλας άνοιξε τα μάτια του. Ο ήλιος φώτιζε γελαστός το παράθυρο. Πήγε στο μπαλκόνι κι είδε τις φουντωτές δάφνες. Η χαρά του ζωγράφισε ένα χαμόγελο: «Να που τα καταφέραμε και φτάσαμε και φέτος ως το καλοκαίρι!» Πήγε να δει την Ελένη, που καθόταν σκεφτική στο κρεβάτι. «Ελένη, αρκετά με τη μελαγχολία! Έλα, έχω να σου δείξω κάτι…» «Δεν έχω δυνάμεις, Νικόλα… τι σκέφτηκες πάλι;» «Έλα, έλα!» Με στηρίγματα στα ώμους της, τη βοήθησε να φτάσουν μαζί ως το μπαλκόνι. «Κοίτα, οι δάφνες είναι πράσινες! Κι εσύ έλεγες πως δεν θα φτάσουμε ως το καλοκαίρι. Να που φτάσαμε!» «Αλήθεια, πόσο όμορφα… και ο ήλιος λάμπει». Κάθισαν στο παγκάκι στο μπαλκόνι. «Θυμάσαι που σε πήρα πρώτη φορά σινεμά; Ακόμη στο σχολείο… Η δάφνη τότε πρώτη φορά πρασίνιζε». «Πώς να το ξεχάσω; Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε;» «Εβδομήντα… εβδομήντα πέντε.» Με τις ώρες καθόταν και θυμόταν τα νιάτα. Πολλά ξεχνιούνται στα γεράματα, κι όμως τα νιάτα ποτέ. «Φτάνει φιλοσοφία, πάω να φτιάξω πρωινό!» είπε η Ελένη και σηκώθηκε. Και πάει η μέρα τους… Γείτονες, κουβέντες, ρουφηχτοί καφέδες και χλιαρά τσάγια. Οι στιγμές περνούν, αλλά κι η Ιωάννα, η καλή γειτόνισσα, πάντα εκεί: ψώνια, μαγείρεμα, βοήθεια. «Καλή γυναίκα, δε λέω! Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;» «Κι εσύ της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες το μήνα.» «Ελένη, της περάσαμε το διαμέρισμα. Δεν το ξέρει ακόμα…» Και με ταλόγια αυτά περνάει ο καιρός, κι έρχεται ο αποχαιρετισμός – γιατί η αγάπη στα γεράματα μοιάζει με τα παιδιά: καθαρή, αληθινή, ζεστή, και γλυκιά όπως η ανάμνηση της νιότης. Το τέλος τους βρήκε μαζί, χέρι με χέρι, γεμάτοι χαμόγελο κι ευγνωμοσύνη για όσα έζησαν, με την Ιωάννα βουρκωμένη να διαβάζει στη διαθήκη το όνομά της… Πατήστε like και μοιραστείτε τις σκέψεις σας στα σχόλια!

Καλή γυναίκα η Μαρίνα. Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;
Και της δίνεις μόνο εξακόσια ευρώ τον μήνα.
Κατερίνα, της περάσαμε το διαμέρισμα στο όνομά της.

Ο Γιώργος σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι κι έσυρε τα βήματά του ως το διπλανό δωμάτιο. Τα μάτια του με δυσκολία διακρίναν στο φως του κομοδίνου τη γυναίκα του.

Γονάτισε δίπλα της, αφουγκράστηκε.
Όλα καλά φαίνονται.

Ξανασηκώθηκε, περπάτησε με κόπο προς την κουζίνα. Άνοιξε ένα γιαούρτι, πέρασε από το μπάνιο και γύρισε στο δωμάτιό του.

Ξάπλωσε. Δεν τον έπαιρνε ο ύπνος:

Εμείς με την Κατερίνα κλείνουμε τα ενενήντα. Πόσα χρόνια ζήσαμε; Λίγο μας έμεινε, σύντομα θα πάμε κι εμείς κοντά στον Θεό, και κανείς δεν μένει δίπλα μας.

Η κόρη, η Ειρήνη, χάθηκε νωρίς, ούτε στα εξήντα της δεν έφτασε.

Ο γιος μας, ο Ανδρέας, έφυγε κι αυτός. Το 'ριξε στις διασκεδάσεις Έχουμε την εγγονή, τη Δέσποινα, μένει στη Γερμανία κοντά είκοσι χρόνια. Μας έχει ξεχάσει, ούτε θυμάται τους παππούδες της. Μάλλον κι εκείνη αποκτήσει μεγάλα παιδιά

Δεν κατάλαβε πότε αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε από ένα απαλό άγγιγμα:

Γιώργο, είσαι καλά; ψιθύρισε η φωνή της.

Άνοιξε τα μάτια του. Πάνω του είχε σκύψει η Κατερίνα.

Τι είναι, Κατερίνα;

Σε είδα ξαπλωμένο ακίνητο και ανησύχησα.

Ακόμα ζω! Πήγαινε για ύπνο!

Άκουσε ξανά τα σύρσιμα των βημάτων της. Το φως της κουζίνας άναψε.

Η Κατερίνα ήπιε νερό, πέρασε από το μπάνιο, γύρισε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε.

Έτσι είναι Κάποια μέρα θα ξυπνήσω κι ο Γιώργος δεν θα είναι πια. Τι θα κάνω; Ή μήπως φύγω εγώ πρώτη;

Ο Γιώργος έχει ήδη παραγγείλει το τραπέζι για το μνημόσυνό μας. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως κάτι τέτοιο μπορεί να το κανονίζεις πριν την ώρα σου. Ίσως όμως, καλό είναι άλλος ποιος θα το φροντίσει;

Η εγγονή μας μας έχει ξεχάσει τελείως. Μόνο η γειτόνισσα, η Βάσω, μας θυμάται και έρχεται. Έχει κλειδί του σπιτιού. Ο Γιώργος της δίνει εξακόσια ευρώ τον μήνα από τη σύνταξή μας. Μας παίρνει είδη πρώτης ανάγκης, ψώνια. Τι να τα κάνουμε τα λεφτά; Εδώ από τον τέταρτο όροφο ούτε να κατεβούμε μόνοι μας δεν μπορούμε πια.

Ο Γιώργος άνοιξε τα μάτια του, ο ήλιος χάιδευε το παράθυρο. Πήγε στο μπαλκόνι, αντίκρισε τις φυλλωσιές της μουριάς. Ένα χαμόγελο ζέστανε το πρόσωπό του:

Να, τα καταφέραμε και φέτος το καλοκαίρι!

Πήγε να δει τη γυναίκα του. Εκείνη καθόταν χαμένη στις σκέψεις της.

Κατερίνα, άσ τα πια τα μαύρα! Έλα, θέλω να σου δείξω κάτι όμορφο.

Δεν έχω καθόλου δύναμη, Γιώργο μόλις που σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Δεν βαριέσαι, πάμε!

Την κράτησε απαλά απ τους ώμους, τη βοήθησε να φτάσουν στο μπαλκόνι.

Κοίτα, η μουριά έχει πρασινίσει! Και μου έλεγες πως δεν θα προλάβουμε το καλοκαίρι.

Αλήθεια Κι ο ήλιος λάμπει.

Κάθισαν μαζί στο παγκάκι του μπαλκονιού.

Θυμάσαι τότε που σε κάλεσα σινεμά, ακόμη όταν ήμασταν στο γυμνάσιο; Και τότε η μουριά μόλις είχε βγάλει πράσινα φύλλα.

Ποιος το ξεχνάει; Πόσα χρόνια πέρασαν;

Εβδομήντα πέντε Και βάλε!

Εμείναμε ώρα πολλή, θυμηθήκαμε τα νιάτα μας. Κάτι ξεχνιέται στα γηρατειά, αλλά όσα ζήσαμε στα νιάτα, δεν τα σβήνει τίποτα.

Ξεχαστήκαμε! σήκωσε η Κατερίνα το κορμί της. Και δεν φάγαμε ακόμα πρωινό.

Κατερίνα, βάλε έναν καλό ελληνικό καφέ, βαρέθηκα πια αυτά τα βότανα.

Δεν κάνει!

Βάλε τον αραιό, βάλε και λίγη ζάχαρη, μια κουταλιά.

Ήπιε ο Γιώργος αυτόν τον αδύναμο καφέ με μια μπουκιά τυρί κι αναπολούσε όταν το πρωινό ήταν φορτσάτος, γλυκός καφές με λουκουμάδες ή κουλούρι.

Ήρθε η Βάσω από το διπλανό σπίτι, χαμογέλασε εγκάρδια:

Πώς είστε σήμερα;

Τι νέα να έχουμε, κορίτσι μου, στα ενενήντα; αστειεύτηκε ο Γιώργος.

Αφού έχεις κέφι για αστεία, όλα καλά. Θέλετε να σας φέρω κάτι;

Βάσω, φέρε λίγο κοτόπουλο! παρακάλεσε ο Γιώργος.

Δεν κάνει για εσάς

Κοτόπουλο τρώμε.

Θα σας φέρω και θα σας ετοιμάσω σούπα με χυλοπίτες!

Η Βάσω καθάρισε, έπλυνε τα πιάτα και έφυγε.

Κατερίνα, πάμε στο μπαλκόνι, πρότεινε ο άνδρας της. Να ζεσταθούμε στον ήλιο!

Πάμε!

Η Βάσω επέστρεψε και βγήκε κι εκείνη στο μπαλκόνι:

Σας έλειψε ο ήλιος, ε;
Καλά περνάμε, Βάσω! χαμογέλασε η Κατερίνα.

Λοιπόν, σε λίγο θα σας φέρω κουάκερ. Και ξεκινάω να φτιάχνω τη σούπα.

Καλή γυναίκα, την καμάρωσε ο Γιώργος. Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;

Της δίνεις μόνο εξακόσια ευρώ τον μήνα.

Κατερίνα, της περάσαμε το σπίτι στο όνομά της.

Δεν το ξέρει αυτό.

Κάθισαν έτσι ως το μεσημέρι στο μπαλκόνι. Για το μεσημεριανό, η Βάσω έφτιαξε πεντανόστιμη κοτόσουπα με ζυμαρικών και πατάτα.

Πάντα τέτοια έκανα στην Ειρήνη και τον Ανδρέα, όταν ήταν μικρά, θυμήθηκε η Κατερίνα.

Κι εμάς τώρα μας τα μαγειρεύουν ξένοι, βαριαναστέναξε ο Γιώργος.

Ίσως αυτή να ήταν η μοίρα μας, Γιώργο μου. Θα φύγουμε κι ούτε ένας δεν θα δακρύσει για μας.

Φτάνει, Κατερίνα, μελαγχολήσαμε αρκετά. Πάμε να ξεκουραστούμε λίγο!

Γιώργο, δεν λένε τυχαία:

«Ο γέρος και το παιδί ίδια μοίρα έχουν».

Όλα σαν τα παιδιά: σούπα λειωμένη, μεσημεριανός ύπνος, κολατσιό.

Ξάπλωσε λίγο ο Γιώργος, άλλα δεν τον έπιανε ύπνος. Μάλλον λόγω καιρού. Επέστρεψε στην κουζίνα. Στο τραπέζι τους περίμεναν δύο ποτήρια με φρέσκο χυμό, φροντισμένα από τη Βάσω.

Τα πήρε προσεκτικά και τα πήγε στο δωμάτιο της γυναίκας του. Εκείνη κοιτούσε σκεφτική έξω από το παράθυρο.

Τι έχεις, Κατερίνα, και μαύρισες; την πείραξε ο Γιώργος. Έλα, πιες ένα χυμό.

Πήρε μια γουλιά:

Ούτε εσύ κοιμάσαι;

Έτσι o καιρός σήμερα.

Κι εγώ νιώθω παράξενα σήμερα κουνήθηκε απαλά η Κατερίνα. Νιώθω πως μου απομένει λίγος καιρός. Να με θάψεις όπως πρέπει.

Κατερίνα, μην το λες αυτό. Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα;

Κάποιος πρώτος θα φύγει, έτσι είναι.

Άστα τώρα, πάμε πάλι στο μπαλκόνι.

Έμειναν μέχρι να πέσει ο ήλιος. Η Βάσω τους ετοίμασε τυροπιτάκια κι έφαγαν βλέποντας μαζί παλιές ελληνικές κωμωδίες κι animation. Πολλά από τα νέα έργα δεν τους «έμπαιναν». Έτσι, έβλεπαν τα παλιά, που τα ήξεραν απ έξω.

Εκείνο το βράδυ, είδαν μόνο ένα παλιό κινούμενο σχέδιο. Σηκώθηκε η Κατερίνα:

Πάω για ύπνο, κουράστηκα σήμερα.

Κι εγώ θα σε ακολουθήσω.

Περίμενε, άσε να σε κοιτάξω καλά! ξαφνικά είπε η Κατερίνα.

Γιατί;

Μόνο να σε κοιτάξω.

Έμειναν ώρα να κοιτάζονται. Ίσως θυμόντουσαν τα χρόνια της νιότης, που όλα τα όνειρα ήταν μπροστά.

Έλα, να σε συνοδέψω στο κρεβάτι σου.

Η Κατερίνα πήρε τον άντρα της από το χέρι και περπάτησαν αργά.

Την σκέπασε προσεκτικά ο Γιώργος και γύρισε στο δωμάτιό του.

Κάτι βαρύ είχε η καρδιά του τη νύχτα. Δε μπορούσε να κοιμηθεί.

Ένιωσε ότι δεν κοιμήθηκε καθόλου, αλλά το ρολόι έδειχνε δύο το βράδυ. Σηκώθηκε, πήγε στην Κατερίνα.

Εκείνη ξαπλωμένη με ανοιχτά μάτια.

Κατερίνα!

Της έπιασε το χέρι.

Κατερίνα, τι σου συμβαίνει; Κα-τε-ρί-να!

Κι ο ίδιος ένιωσε ξαφνικά δυσκολία στην αναπνοή. Επέστρεψε με κόπο στο δωμάτιό του, πήρε τα χαρτιά που είχε ετοιμάσει, τα ακούμπησε στο τραπέζι.

Ξαναγύρισε στη γυναίκα του. Έμεινε ώρα να τη κοιτάζει. Μετά ξάπλωσε δίπλα, έκλεισε τα μάτια.

Είδε την Κατερίνα του νέα, όμορφη, όπως πριν εβδομήντα πέντε χρόνια. Προχωρούσε προς το φως που φεγγοβολούσε μπροστά. Την πρόλαβε, της έπιασε το χέρι.

Το πρωί η Βάσω μπήκε στο δωμάτιο. Εκείνοι βρίσκονταν ακίνητοι, πλάι ο ένας στον άλλο. Το χαμόγελό τους ίδιο, γλυκό στο πρόσωπο.

Τελικά, η Βάσω κάλεσε το ασθενοφόρο.

Ο γιατρός που ήρθε, τους είδε και ταράχτηκε:

Έφυγαν μαζί. Φαίνεται πως είχαν μεγάλη αγάπη

Τους πήραν. Η Βάσω έκατσε αποκαμωμένη σε μια καρέκλα, είδε τα χαρτιά και τη διαθήκη γραμμένη στ όνομά της.

Έβαλε το κεφάλι στα χέρια κι άρχισε να κλαίειΈμεινε ώρα να κοιτά τα χαρτιά, να χαϊδεύει με τα δάχτυλά της τους ταπεινούς γέρικους χαρακτήρες. Ένιωσε ένα βάρος μα και μια ζεστασιά: σαν να άφησαν πάνω της το στίγμα τους, ένα αόρατο χάδι, το τελευταίο ευχαριστώ, η τελευταία φροντίδα.

Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. Το φως του ήλιου εισέβαλε στο άδειο σπίτι. Κάτω, η μουριά είχε απλώσει καταπράσινα φύλλα. Η Βάσω χαμογέλασε πικρά. «Δεν είναι κανείς μόνος,» ψιθύρισε. «Όσο κάποιος θυμάται, όσο φροντίζει, όσο αγαπά. Ίσως αυτό να μένει τελικά.»

Κοίταξε γύρω της το καθαρό, γαλήνιο σπίτι. Το φλυτζάνι με το απομεινάρι του αδύναμου καφέ, το παγκάκι του μπαλκονιού, τα ποτήρια με χυμό που δεν άγγιξαν.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε χάσει τους γονείς που δεν είχε ποτέ κι όμως κέρδισε μια οικογένεια στη σιωπή των γηρατειών τους.

Στον ήλιο της καινούργιας ημέρας, μια γριά γυναίκα με κοντά άσπρα μαλλιά φάνηκε στη διπλανή ταράτσα. Χαιρέτησε σιωπηλά τη Βάσω. Η Βάσω ανταπέδωσε κι ένιωσε την καρδιά της νανοίγει.

Το σπίτι θα είχε και πάλι φωνές ίσως άλλες, ίσως παιδικές, ίσως χαμηλές συζητήσεις ή τη δική της μοναχική ανάσα. Κάποτε, κάποιος θα καθίσει στο μπαλκόνι, κάτω απ τη μουριά.

Στάθηκε εκεί, στο κατώφλι, λίγο ακόμα, ευγνωμονώντας για τα χέρια που άγγιξαν τη ζωή της και για τις μέρες που έμαθε πως η αγάπη μπορεί να βρει σπίτι ακόμα και στις πιο σβησμένες γωνιές.

Ύστερα, με τρυφερή σιωπή, ξεκίνησε να ετοιμάζει καφέ.

Oceń artykuł
«Καλή γυναίκα, ε; Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν; – Και της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες το μήνα. – Ελένη, της περάσαμε το διαμέρισμα στο όνομά της» Ο Νικόλας σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και πήγε στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, όπου το νυχτερινό φως φώτιζε απαλά το πρόσωπο της γυναίκας του, της Ελένης. Έσκυψε κοντά της, αφουγκράστηκε – όλα καλά φαίνονται. Σηκώθηκε και σύρθηκε αργά στην κουζίνα, άνοιξε το κεφίρ, έκανε μια βόλτα στο μπάνιο, και επέστρεψε στη δική του κάμαρα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, όμως ο ύπνος δεν ερχόταν: «Εμείς με την Ελένη, στα ενενήντα μας πια. Πόσα χρόνια περάσαν; Σε λίγο θα πάμε κι εμείς στον Θεό, και κοντά μας κανείς… Οι κόρες μας έφυγαν νωρίς, η Νανά δεν πρόλαβε ούτε τα εξήντα, ο Μάξιμος δεν υπάρχει πια – παρασύρθηκε στη ζωή… έχουμε εγγονή, την Κωνσταντίνα, που ζει χρόνια στην Πολωνία. Ούτε που μας θυμάται. Θα ’χει κι εκείνη μεγάλα παιδιά πια…» Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε από το άγγιγμα του χεριού της: «Νικόλα, όλα καλά;» ακούστηκε η τρεμάμενη φωνή της Ελένης. Άνοιξε τα μάτια και είδε τη γυναίκα του σκυμμένη από πάνω του. «Τι είναι, Ελένη;» «Κοίτα ξανά, απλά ξάπλωσες και δεν ακουγόσουν…» «Ζωντανός ακόμη! Πήγαινε να κοιμηθείς!» Ακούστηκαν τα σέρνοντας βήματά της μέχρι την κουζίνα, ο διακόπτης κλικ, λίγο νερό, μια στάση στο μπάνιο. Η Ελένη πηγαίνει στη δική της κάμαρα, ξαπλώνει: «Έτσι είναι, μια μέρα θα ξυπνήσω και δεν θα είναι πια εδώ. Τι θα κάμω τότε; Ή μήπως θα φύγω εγώ πρώτη… Ο Νικόλας ήδη κανόνισε τα μνημόσυνα μας. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως μπορείς να τα οργανώσεις από πριν… Από την άλλη, καλύτερα, γιατί ποιος να τα κανονίσει για μας; Η εγγονή μας δεν μας θυμάται καν. Η γειτόνισσα, η Ιωάννα, είναι η μόνη που μας φέρνει κάτι – έχει μάλιστα και κλειδί. Της δίνει ο παππούς μας κάθε μήνα από τη σύνταξή μας. Αυτή αγοράζει, φέρνει ό,τι χρειαζόμαστε. Πού πάμε τα λεφτά; Κι από τον τέταρτο δεν μπορούμε πια να βγαίνουμε μόνοι…» Ο Νικόλας άνοιξε τα μάτια του. Ο ήλιος φώτιζε γελαστός το παράθυρο. Πήγε στο μπαλκόνι κι είδε τις φουντωτές δάφνες. Η χαρά του ζωγράφισε ένα χαμόγελο: «Να που τα καταφέραμε και φτάσαμε και φέτος ως το καλοκαίρι!» Πήγε να δει την Ελένη, που καθόταν σκεφτική στο κρεβάτι. «Ελένη, αρκετά με τη μελαγχολία! Έλα, έχω να σου δείξω κάτι…» «Δεν έχω δυνάμεις, Νικόλα… τι σκέφτηκες πάλι;» «Έλα, έλα!» Με στηρίγματα στα ώμους της, τη βοήθησε να φτάσουν μαζί ως το μπαλκόνι. «Κοίτα, οι δάφνες είναι πράσινες! Κι εσύ έλεγες πως δεν θα φτάσουμε ως το καλοκαίρι. Να που φτάσαμε!» «Αλήθεια, πόσο όμορφα… και ο ήλιος λάμπει». Κάθισαν στο παγκάκι στο μπαλκόνι. «Θυμάσαι που σε πήρα πρώτη φορά σινεμά; Ακόμη στο σχολείο… Η δάφνη τότε πρώτη φορά πρασίνιζε». «Πώς να το ξεχάσω; Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε;» «Εβδομήντα… εβδομήντα πέντε.» Με τις ώρες καθόταν και θυμόταν τα νιάτα. Πολλά ξεχνιούνται στα γεράματα, κι όμως τα νιάτα ποτέ. «Φτάνει φιλοσοφία, πάω να φτιάξω πρωινό!» είπε η Ελένη και σηκώθηκε. Και πάει η μέρα τους… Γείτονες, κουβέντες, ρουφηχτοί καφέδες και χλιαρά τσάγια. Οι στιγμές περνούν, αλλά κι η Ιωάννα, η καλή γειτόνισσα, πάντα εκεί: ψώνια, μαγείρεμα, βοήθεια. «Καλή γυναίκα, δε λέω! Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;» «Κι εσύ της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες το μήνα.» «Ελένη, της περάσαμε το διαμέρισμα. Δεν το ξέρει ακόμα…» Και με ταλόγια αυτά περνάει ο καιρός, κι έρχεται ο αποχαιρετισμός – γιατί η αγάπη στα γεράματα μοιάζει με τα παιδιά: καθαρή, αληθινή, ζεστή, και γλυκιά όπως η ανάμνηση της νιότης. Το τέλος τους βρήκε μαζί, χέρι με χέρι, γεμάτοι χαμόγελο κι ευγνωμοσύνη για όσα έζησαν, με την Ιωάννα βουρκωμένη να διαβάζει στη διαθήκη το όνομά της… Πατήστε like και μοιραστείτε τις σκέψεις σας στα σχόλια!