ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ
Ήταν μια νύχτα γεμάτη ανησυχία όταν η Ελένη ξύπνησε απότομα, ανήμπορη να ξανακοιμηθεί μέχρι το πρώτο φως της αυγής. Ένα ακαθόριστο άγχος είχε φέρει ένα βάρος στην ψυχή της τόσο βαρύ, που τα δάκρυα κύλησαν αβίαστα στα μάγουλά της. Δεν ήξερε την αιτία, δεν μπορούσε να την εντοπίσει μόνο μια ανησυχία μεγαλύτερη από όλες τις άλλες, λες και το κακό πλησίαζε αργά και αναπόφευκτα.
Σηκώθηκε και αθόρυβα προχώρησε ως την κούνια του μικρού της γιου. Ο μικρός του Δημήτρης χαμογελούσε στον ύπνο του, κάπως αστεία, με τα χειλάκια του να τρεμοπαίζουν. Η Ελένη τακτοποίησε προσεκτικά το σεντονάκι του και πήγε στην κουζίνα. Έξω, το σκοτάδι ήταν βαθύ και βαρύ.
«Ελένη, πάλι δεν κοιμάσαι;» ακούστηκε ήρεμα ο Ανδρέας πίσω της.
«Πάλι τα ίδια. Δεν καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει, Αντρέα…» του απάντησε χαμηλόφωνα.
«Μάλλον είναι η γνωστή μεταγεννητική κατάθλιψη!» προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα ο σύζυγος.
«Δεν ξέρω… Ο Δημήτρης είναι σχεδόν έξι μηνών πια, δεν είχα τίποτα μέχρι τώρα… Και ξαφνικά…» μουρμούρισε η Ελένη.
«Μην αγχώνεσαι, όλα θα φτιάξουν. Ορμόνες, άγχος… Θα περάσει!» την καθησύχασε ο Ανδρέας, αγκαλιάζοντάς την.
«Κάτι φοβάμαι, Αντρέα!» ψιθύρισε η Ελένη, κουρνιάζοντας ακόμα πιο κοντά του.
«Όλα θα πάνε καλά, θα δεις!» της είπε με σιγουριά.
Μετά από τρεις βδομάδες, ήρθε το τηλεφώνημα από το τοπικό ιατρείο: τους ζητούσαν για επανεξέταση. Είχαν μόλις ολοκληρώσει τον προληπτικό έλεγχο του μωρού λόγω των έξι μηνών του. Αίμα, παιδίατρος, εξετάσεις. Τηλεφώνησε η νοσηλεύτρια, η φωνή της συγκρατημένη.
«Όλα καλά;» τόλμησε να ρωτήσει η Ελένη.
«Μην αγχώνεσαι, ο γιατρός θα σου εξηγήσει», απάντησε ευγενικά.
Στην αίθουσα αναμονής, οι σκέψεις της Ελένης έτρεχαν άναρχα. Όταν έφτασαν στον παιδίατρο, ένιωσε ένα κύμα ανησυχίας να τη σαρώνει.
«Καθίστε σας παρακαλώ», είπε ήσυχα η γιατρός. «Ελένη Ανδριανού, χρειάζονται κάποιες επιπλέον εξετάσεις. Μη φοβάστε, απλά προληπτικά.»
«Τι συνέβη;» ρώτησε λαχανιασμένα η Ελένη, νιώθοντας πως το προαίσθημά της γινόταν πραγματικότητα.
«Οι εξετάσεις του μικρού Δημήτρη είναι κάπως ανησυχητικές. Τα λευκά του αιμοσφαίρια είναι πολύ αυξημένα και κάποια άλλοι δείκτες ανησυχητικοί. Θα πρέπει να κάνετε επανεξέταση σε ειδική μονάδα.»
«Πού ακριβώς;» ψιθύρισε η μητέρα.
«Στο ογκολογικό κέντρο του νοσοκομείου της Αθήνας», απάντησε η γιατρός σοβαρά.
Η Ελένη γύρισε σπίτι σαν χαμένη. Ο Ανδρέας ήταν ήδη εκεί, έχοντας φύγει από τη δουλειά μόλις διάβασε το μήνυμά της.
«Τι έγινε, αγάπη μου;» τη ρώτησε, με αγωνία.
Η Ελένη, δακρυσμένη, απάντησε κυνικά: «Πρέπει να πάμε με τον Δημήτρη για εξετάσεις στον ογκολογικό. Έτσι είπαν.»
«Μπορεί να μην είναι τίποτα, μόνο προληπτικά θα είναι!» προσπάθησε να ελπίζει ο Ανδρέας.
«Δεν είναι μόνο για έλεγχο», του ψιθύρισε, «Το ήξερα, το ένιωθα… Απλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι με προειδοποιούσε.»
Με τρεμάμενα χέρια αγκάλιασε το παιδί της και έκλαψε πικρά. Ο μικρός κοιμόταν ακόμη, μα οι ζωές τους είχαν ήδη αλλάξει.
«Οξεία λευχαιμία», τους είπε τελικά ο γιατρός στο νοσοκομείο κοιτώντας τις εξετάσεις. «Πρέπει να ξεκινήσουμε θεραπεία αμέσως.»
Η Ελένη δεν μπορούσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα. Οι πρώτες χημειοθεραπείες έγιναν χωρίς αυτήν. Ο Δημήτρης ήταν στην εντατική· εκείνη περίμενε απ έξω χωρίς να τολμά να φύγει.
«Πήγαινε σπίτι, παιδί μου», την παρακαλούσε η νοσοκόμα. «Δε θα σε αφήσουν σήμερα να τον δεις.»
«Δεν μπορώ, τι να κάνω χωρίς τον γιο μου;» μονολογούσε η Ελένη.
Η Ελένη και ο Ανδρέας ήταν μαζί οκτώ χρόνια, προσπαθούσαν χρόνια για παιδί, είχαν κάνει όλοι τις εξετάσεις χωρίς αποτέλεσμα. Η εγκυμοσύνη ήρθε στον όγδοο χρόνο του γάμου, ήταν το πιο χαρούμενο αλλά και αγχωτικό διάστημα της ζωής τους. Ο Ανδρέας πεισματικά της απαγόρευσε να κουβαλήσει οτιδήποτε βαρύτερο από ένα ποτήρι νερό… Τον τελευταίο μήνα έμεινε νοσηλευόμενη για πρόληψη πρόωρων γεννήσεων, έτσι συμβούλεψε η γιατρός της. Και πριν έξι μήνες, ήρθε στον κόσμο ο πολυπόθητος Δημήτρης, που τον ονόμασαν προς τιμή του πατέρα του Ανδρέα, που είχε πεθάνει σε αυτοκινητιστικό πριν μερικά χρόνια.
«Ελένη, λένε πως δεν πρέπει να δίνεις το όνομα νεκρού που έφυγε πρόωρα», της επέμενε η γιαγιά, όταν έμαθε για την επιλογή τους.
«Γιαγιά, αυτά είναι προλήψεις», ανταπαντούσε γελώντας. Ήταν ευτυχισμένη και δεν ήθελε τίποτε να σκιάσει αυτή τη χαρά…
… Έναν μήνα μετά την εισαγωγή, ο Δημήτρης είχε αδυνατίσει κι ήταν χλωμός. Τα μαγουλά του είχαν χάσει το ροδαλό τους και κύκλοι μαύροι στόλιζαν τα μάτια του. Η Ελένη έκλαιγε ασταμάτητα. Την άφησαν στην αποστειρωμένη μονάδα μόνον αφού παρακάλεσε τον διευθυντή του νοσοκομείου ο μικρός είχε μηδενική άμυνα, αλλά η μάνα του δεν άντεχε άλλη μία ώρα μακριά του. Ήθελε να τον κοιτάζει, να τον αποτυπώσει για πάντα στη μνήμη της.
«Τέτοιες μεταμοσχεύσεις στην Ελλάδα δεν τις κάνουμε», της είπε ο καθηγητής Νικόλαος, διευθυντής της μονάδας, την επόμενη μέρα.
«Πού γίνονται;» τον ρώτησε αποφασισμένη.
«Στο Ισραήλ, αλλά το κόστος είναι μεγάλο.»
«Θα βρούμε τα χρήματα. Ετοιμάστε τα απαραίτητα έγγραφα.»
Τα χαρτιά εστάλησαν σε εξειδικευμένη κλινική στο Τελ Αβίβ. Η απάντηση ήρθε θετική, αλλά το ποσό των 250.000 ευρώ ήταν απλησίαστο.
«Αν πουλήσουμε το διαμέρισμα και το αυτοκίνητο, ούτε το ένα τέταρτο δεν θα φτάσουμε», είπε με απόγνωση ο Ανδρέας. «Έβαλα αγγελία, αλλά δε γίνεται γρήγορα αυτά.»
«Έχουμε δύο μήνες το πολύ!» έλεγε με λυγμούς η Ελένη. «Κάτι πρέπει να κάνουμε!»
Όλη η κοινωνία, φίλοι, συγγενείς, γνωστοί, τοπικές επιχειρήσεις, μια ερανική επιτροπή κι ένας φορέας φιλανθρωπίας στάθηκαν στο πλευρό τους. Ο Δήμος έδωσε και αυτός ένα ποσό, εθελοντές πρόσφεραν ότι μπορούσαν. Κατάφεραν να μαζέψουν λίγο παραπάνω από τα μισά. Ο χρόνος πίεζε.
«Ελένη, ταξίδεψε εσύ με το μικρό. Ό,τι άλλο μαζευτεί, θα το στείλω. Ίσως βρεθεί αγοραστής για το σπίτι», της είπε θαρρετά ο Ανδρέας.
Όλο το χωριό τους στεκόταν δίπλα, όμως το ποσό αυτό ήταν εξωπραγματικό.
Με ό,τι είχαν, η Ελένη με τον Δημήτρη πέταξαν για Ισραήλ. Οι υπόλοιπες σκέψεις για τα χρήματα είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε μια αμυδρή πίστη για θαύμα. Το πρώτο γενέθλιο του Δημήτρη πλησίαζε.
Στο διπλανό δωμάτιο της κλινικής μια άλλη μητέρα, η Κατερίνα, συντρόφευε τον τριών ετών γιο της. Κατά σύμπτωση, ήταν επίσης από την Ελλάδα από μια γειτονική πόλη. Η ιστορία της Κατερίνας ήταν ακόμη πιο δύσκολη ο Μιχάλης διαγνώστηκε αργά, κι όσα χρήματα κι αν συγκέντρωσαν, η νόσος επέμενε. Η επέμβαση αναβλήθηκε επανειλημμένα.
«Μην το βάζεις κάτω!» έλεγε παρηγορητικά η Κατερίνα στην Ελένη. «Θα πάμε και στο τσίρκο και στο ζωολογικό κήπο εσύ με τον Δημήτρη, εμείς πέρυσι με τον Μιχάλη περάσαμε φανταστικά με τις αρκούδες. Τις χάζευε για μισή ώρα. Δεν ήξερα τότε πως ήταν ήδη άρρωστος… Εκεί πρώτο-άρχισε η αιμορραγία από τη μύτη του. Δεν σταματούσα, πανικοβλημένη… Μετά το ίδιο ξανά και ξανά… Στο νοσοκομείο πήγαμε όταν ήταν αργά πια. Στάδιο τρία μου είπαν. Πώς δεν το κατάλαβα νωρίτερα!»
«Κατερίνα, μην κλαις, θα ξαναπάμε όλοι μαζί! Όλα θα πάνε καλά», προσπαθούσε να τη στηρίξει η Ελένη.
Οι μέρες πέρασαν δραματικά. Ο Μιχάλης επιδεινώθηκε και τον πήραν στην εντατική. Η Κατερίνα καθόταν απαρηγόρητη, έξω από την πόρτα, αρνούμενη να φύγει έστω για λίγο.
«Έλα μέσα, να ξεκουραστείς λίγο», την παρακαλούσε η Ελένη.
«Πρέπει να είμαι εδώ. Με νιώθει, τον παρηγορεί», απαντούσε πεισματικά.
Όταν, λίγο αργότερα, της έκαναν ένα ηρεμιστικό, σταμάτησε να κλαίει. Απλά κοίταζε μπροστά της, άδεια, ελπίζοντας σε θαύμα.
Το βράδυ τηλεφώνησε ο Ανδρέας. Η Ελένη κρατούσε στην αγκαλιά της τον Δημήτρη, λες και ήθελε να διαρκέσει κάθε δευτερόλεπτο.
«Ελένη, μπόρεσα να στείλω ακόμη 10.000 ευρώ», της είπε. «Είδαν σήμερα το διαμέρισμα, μια νεαρή οικογένεια, περιμένουν μερικές μέρες να αποφασίσουν.»
Πριν ολοκληρώσει, μια κραυγή διαπέρασε τον διάδρομο. Ο Δημήτρης ξύπνησε και άρχισε να κλαίει. Η Ελένη τον χάιδεψε μέχρι να ξανακοιμηθεί, κι έπειτα έτρεξε στο διάδρομο. Ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά αρνιόταν να το δεχτεί.
Έξω από την εντατική, γονατιστή, η Κατερίνα έκλαιγε. Οι νοσηλεύτριες την παρηγορούσαν, όμως εκείνη φώναζε και έκλαιγε απαρηγόρητα. Τέτοιο πόνο δεν είχε ξαναδεί η Ελένη.
«Κατερίνα, κράτα γερά», την αγκάλιασε δακρυσμένη. «Πρέπει να ζήσεις για τον Μιχάλη!»
«Τι να την κάνω τη ζωή μου τώρα; Έχασα το παιδί μου!» απαντούσε με λυγμούς.
Η Ελένη τη συνόδευσε στο δωμάτιό της, μόλις την ηρέμησαν.
Το ίδιο βράδυ η Ελένη δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Καθόταν δίπλα στην κούνια του Δημήτρη και τον κοιτούσε αδιάκοπα. Ήθελε να τον χορτάσει…
Την επόμενη μέρα, η Κατερίνα μπήκε ήρεμη στο δωμάτιο. Μια νύχτα ήταν αρκετή να τη γεράσει δέκα χρόνια. Χαρακιά από πόνο στα μάτια της, και μια σιγανή, βαθιά φωνή: «Να πάνε όλα καλά σε εσάς! Εσείς έχετε ακόμη ελπίδα αξιοποιήστε τη! Εγώ θα τακτοποιήσω τον γιο μου, τα εννιάμερα, τα σαράντα… Θα του βάλω μνημείο κι έπειτα…» Δάκρυσε ξανά. «Διάβασε αυτά όταν φύγω δεν μπορώ να τα πω, δε θα το αντέξω», της είπε δίνοντάς της έναν φάκελο.
Η Ελένη άνοιξε τον φάκελο με τρεμάμενα χέρια:
«Αγαπημένη μου Ελένη, θέλω όσο τίποτε να ζήσει ο Δημήτρης. Να είναι γερός και να χαίρεται τη ζωή και για τον Μιχάλη μου να μεγαλώσει, να μαθαίνει, να παίζει ποδόσφαιρο, να χαμογελάει κάθε πρωί… Και αν πάτε ποτέ στον ζωολογικό κήπο της πόλης μας, σύστησε από μένα στον μεγάλο μαύρο αρκούδο! Σας αφήνω στο φάκελο και τα χρήματα που είχαν μαζευτεί για εμάς. Στον Μιχάλη δε χρειάστηκαν, ίσως σώσουν τον Δημήτρη!»
Τα δάκρυα της Ελένης δεν σταμάτησαν, αυτή τη φορά όμως ήταν και δάκρυα χαράς. Είχε πια τα αναγκαία χρήματα για την επέμβαση του γιου της. Μα η τιμή ήταν ασύλληπτη.
«Αντρέα, μην πουλήσεις το διαμέρισμα!» του είπε την επόμενη μέρα στο τηλέφωνο. «Χρειαζόμαστε ένα σπίτι να γυρίσουμε».
«Και τα λεφτά;» ρώτησε εκείνος.
«Βρέθηκαν. Όλα θα πάνε καλά!»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από μήνες. Είχε νιώσει και πάλι ελπίδα, ακολουθώντας τη σιγουριά στη φωνή της γυναίκας του.
Η επέμβαση έγινε ακριβώς την επόμενη μέρα απ τα πρώτα γενέθλια του Δημήτρη. Η Ελένη, όπως και η Κατερίνα, πέρασε ώρες ατέλειωτες έξω από την εντατική. Κι όμως, αυτή τη φορά η μοίρα ήταν με το μέρος τους. Ο Δημήτρης έδειξε γρήγορα σημάδια βελτίωσης, σύντομα του επέτρεψαν επισκέψεις, μετά ήταν στο ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα του. Τώρα είχαν μπροστά τους λίγους μήνες καραντίνας και ανάρρωσης. Αμελητέα πλέον σημασία το παιδί της ζούσε.
Ο Δημήτρης άρχισε να παίζει ξανά, να τρώει, να γελάει. Όταν της πρωτοείπε κάτι που έμοιαζε με «μαμά», η Ελένη έκλαψε από ευτυχία. Το θαύμα είχε γίνει.
«Αρκούδα!» έδειχνε ο μικρός μπροστά στο τεράστιο, μαύρο ζώο στο κλουβί.
«Όχι αρκούδα, Δημητράκη, αρκούδα!» του απαντούσε γελώντας η Ελένη.
Είχαν έρθει μαζί στον ζωολογικό κήπο της πόλης, εκεί που κάποτε θαύμαζε κι ο μικρός Μιχάλης τ αρκούδια.
«Χαιρετίσματα από τον Μιχάλη!» ψιθύρισε η Ελένη μπροστά στο ζώο.
Ο Δημήτρης έτρεχε, έτρωγε παγωτό, καθόταν στους ώμους του Ανδρέα και χάζευε τα ζώα. Το νοσοκομείο φάνταζε μακρινή ανάμνηση. Μόνο μερικές νύχτες, σαν ο ύπνος της διακοπτόταν, ξυπνούσε ήσυχα και πήγαινε δίπλα στην κούνια, ν ακούσει την ήρεμη αναπνοή του γιου της. Και το άγχος έκανε πίσω. Μπροστά τους άνοιγε πάλι η ζωή και για εκείνον που έφυγε, κι αυτόν που κέρδισε μια δεύτερη ευκαιρία…





