ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ Άντρα μου, σταματήστε να με ακολουθείτε από πίσω! Σας είπα ήδη ότι πενθώ για τον άντρα μου. Μην με κυνηγάτε! Αρχίζω να σας φοβάμαι! – ύψωσα τη φωνή μου. – Θυμάμαι, θυμάμαι… Αλλά νιώθω πως το πένθος σας είναι για τον εαυτό σας. Συγγνώμη, – δεν το έβαζε κάτω ο θαυμαστής μου. …Έκανα ανάρρωση σε ένα ελληνικό σανατόριο. Ήθελα ηρεμία και μόνο το κελάηδημα των πουλιών του πευκοδάσους, όχι ενοχλητικούς άντρες που με πολιορκούν. Πρόσφατα έχασα ξαφνικά τον σύζυγό μου. Έπρεπε να βρω τον εαυτό μου, να συνειδητοποιήσω την ανεπανόρθωτη απώλεια. …Με τον άντρα μου, τον Λευτέρη, είχαμε μόλις ξεκινήσει τις ανακαινίσεις στο διαμέρισμα, μαζεύαμε χρήματα, στερούμασταν τα πάντα κι όμως… Ο Λευτέρης αρρώστησε ξαφνικά, το ασθενοφόρο δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Ήταν το δεύτερο έμφραγμα. Τον έθαψα και έμεινα χωρίς το άλλο μου μισό και χωρίς ανακαίνιση, μόνο με δύο έφηβους γιους. Τα χέρια μου λύγισαν. Πώς ξεπερνάς μια τέτοια απώλεια; Στη δουλειά μου έδωσαν μια θέση σε σανατόριο. Δεν ήθελα ούτε να βγω από το σπίτι. Οι συνάδελφοί μου επέμειναν: – Δεν είσαι η πρώτη χήρα ούτε η τελευταία. Έχεις παιδιά. Πρέπει να συνεχίσεις! Πήγαινε, Μαρίνα, ξεσκάσου λίγο. Ταξινόμησε τις σκέψεις σου. Και έτσι, με βαριά καρδιά, έφυγα. Σαράντα μέρες μετά το θάνατο του άντρα μου, ο ψυχικός πόνος δεν είχε κοπάσει. Στο σανατόριο, με έβαλαν στο δωμάτιο με μια γελαστή κοπέλα, τη Βίκυ. Ισχυρή παρουσία με αστείρευτη χαρά, τόσο που με ενοχλούσε. Δεν ήθελα να της μοιράζομαι το πένθος μου. Ούτε θεωρούσα πως θα την ενδιέφερε. Την πολιορκούσε ο ανιματέρ της παρέας – εδώ που τα λέμε, στα ελληνικά σανατόρια όλοι είναι χήροι, χωρισμένοι ή μοναχικοί. Εγώ όμως δεν «τσιμπάω»… Προειδοποίησα τη Βίκυ για τον ανιματέρ, σίγουρη πως έχει ήδη περάσει από δύο ή τρεις γάμους. Η Βίκυ γελούσε: – Αχ, μην ανησυχείς, Μαρίνα! Είμαι «ψαγμένο σπουργιτάκι»… Και το «σπουργιτάκι» έφευγε κάθε βράδυ για ραντεβού. Εγώ παρέμενα στο δωμάτιο μια βδομάδα, διαβάζοντας βιβλία χωρίς να καταλαβαίνω λέξη. …Ένα πρωί ξύπνησα με απίστευτη διάθεση. Κοίταξα έξω – ευλογία! Σκέφτηκα να περπατήσω στο δάσος, να ακούσω τα πουλιά και να αναπνεύσω καθαρό αέρα. Εκεί συνάντησα έναν άγνωστο. Τον είχα ξεχωρίσει στη τραπεζαρία. Δεν μου άρεσε καθόλου ο κοντός άνθρωπος με το ανεξίτηλο βλέμμα. Ήταν ένα κεφάλι πιο κοντός. Μπρρ… Αλλά ήταν περιποιημένος, ξυρισμένος, καλοντυμένος. Κάθε βράδυ με χαιρετούσε υποτονικά. Του ανταπέδιδα ευγενικά. Μια φορά όμως, κάθισε στο τραπέζι μου. – Βαριέστε, κυρία; – ρώτησε με βελούδινη φωνή. – Όχι, – απάντησα κοφτά. – Μην κοροϊδεύετε. Ο πόνος φαίνεται στο πρόσωπό σας. Ίσως μπορώ να βοηθήσω; – επέμενε ο άγνωστος. – Μαντέψατε σωστά. Ο πόνος για τον χαμένο άντρα μου. Έχετε άλλες ερωτήσεις; – σηκώθηκα φανερά εκνευρισμένη. – Συγγνώμη, δεν ήξερα. Συλλυπητήρια. Πάντως, γνωριζόμαστε; Είμαι ο Βαλεντίνος, – επέμεινε ο άντρας. Έβλεπα πως ο Βαλεντίνος φοβόταν να με χάσει. – Μαρίνα, – είπα αδιάφορα και σηκώθηκα να φύγω. Από τότε κάθε βράδυ ερχόταν και με κερνούσε μπουκέτα με λουλούδια του βουνού – καμπανούλες που εκεί φύτρωναν παντού. Το ομολογώ, ήταν ευχάριστο. Δεν είχα σκοπό να προχωρήσω. Δεν υπήρχε λόγος… Ο Βαλεντίνος δεν τα παράτησε. Είχε ήδη αρχίσει να με συνοδεύει στις βραδινές μου βόλτες. Προσπαθούσα να φοράω πάντα χαμηλά παπούτσια – να μην φαίνεται η διαφορά. Εκείνος αδιαφορούσε για το ύψος του ή τα μαλλιά του που έφευγαν. Ήξερα, μαγνήτιζε τις γυναίκες με τη φωνή του. Δεν είχα ξανακούσει τόσο μαγευτική αντρική φωνή. Μάλλον ήδη είχα μπλεχτεί στα δίχτυα του. Πηγαίναμε μαζί στους βραδινούς χορούς, στην πόλη για φρούτα… Ο καβαλιέρος μου με καλούσε πολλές φορές στο δωμάτιό του. Δεν υπέκυπτα, κρατούσα χαρακτήρα. Τέλος, μου θύμισε: – Μαρίσα, αύριο φεύγουμε. Θα ‘ρθεις το βράδυ για τσάι; – Θα το σκεφτώ, – απάντησα. …Ήρθε το τελευταίο βράδυ στο σανατόριο. Αποφάσισα να μην τον προσβάλλω και πήγα γνωρίζοντας τι θα συμβεί… Το τραπέζι στρωμένο υπέροχα, λιχουδιές, σαμπάνια, σερβίτσια από τη τραπεζαρία, σκέφτηκα. Ο Βαλεντίνος έβαλε το πιο όμορφο του χαμόγελο. Κάθησα. – Να αρχίσουμε, Μαρίνα; Δεν ξέρω πώς θα σε αποχωριστώ. Δώσε μου τη διεύθυνσή σου, θα έρθω οπωσδήποτε, – είπε λυπημένος. – Θα με ξεχάσεις σε δύο μέρες. Ξέρω εγώ εσάς, τους άντρες. Σε τι πίνουμε, Βαλεντίνο; – Δεν κατάλαβες; Στην αγάπη, Μαρίνα, στην αγάπη! – σήκωσε το ποτήρι του. …Το πρωί ξυπνήσαμε αγκαλιασμένοι. Θεέ μου, γιατί έκανα τη δύσκολη όλη τη βάρδια; Γιατί δεν μπήκα αμέσως στο δωμάτιο του Βαλεντίνου; Τόσος χαμένος χρόνος! Ένιωθα σαν κοριτσίστικα ερωτευμένη. Κι έπρεπε να ετοιμαστώ να φύγω. Αποχαιρέτησα τη Βίκυ, που έκλαιγε πικρά. – Τι έπαθες, Βικυ; – Είμαι έγκυος, Μαρίνα. Δεν ξέρω από ποιον, – κλαψούριζε. – Σου τα έκανε ο ανιματέρ; Ποιος είναι ο πατέρας του μωρού; – Δεν ξέρω. Γνώρισα κι άλλον… Από το διπλανό ξενοδοχείο. Παντρεμένος, – έλεγε το «ψαγμένο σπουργιτάκι». – Ω, Βίκυ. Πάρε τους γονείς σου, να έρθουν να τα βρούνε. Πάμε και στον διευθυντή του σανατορίου μπας και βγάλουμε άκρη, – της είπα. Η Βίκυ έφυγε κλαίγοντας. Ναι, κοπελιά μου, θα τα βρεις μπαστούνια με τέτοιους ανιματέρ… Μάζεψα. Δεν ήθελα να φύγω. Μέσα σε 24 μέρες όλα έγιναν οικεία – κυρίως ο Βάλικας… …Το λεωφορείο ήρθε. Ο Βαλεντίνος ήρθε με μπουκέτο καμπανούλες να με χαιρετήσει. Δάκρυσα, τον αγκάλιασα. Αυτό ήταν. Ένας σύντομος έρωτας τέλειωσε. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Φώναξέ με, Βάλικε, και θα τα παρατήσω όλα… Ο Βαλεντίνος κι εγώ μέναμε σε διαφορετικές πόλεις. Επικοινωνία μόνο με γράμματα. Το μόνο γράμμα που πήρα, το έγραψε… η γυναίκα του Βάλικου. Ότι τα ήξερε όλα και πως δεν θα καταφέρω τίποτα, επειδή αυτή είναι 30 κι εγώ 40. Δεν απάντησα. Τι να πω; …Ξαφνικά, μετά από μισό χρόνο, εμφανίστηκε ο Βαλεντίνος στο σπίτι μου. Οι γιοι μου παραξενεύτηκαν αλλά δε μίλησαν. – Βαλεντίνο; Περαστικός ή…; – ρώτησα απορημένη (ήθελα να ακούσω: «Ήρθα για πάντα»). – Ήρθα… Δεν θα με διώξεις, Μαρίνα; – ντράπηκε. Τα παιδιά πήγαν στο δωμάτιό τους. – Πέρασε. Με τι αέρα; Έφερες γράμμα από τη σύζυγο; – του είπα ειρωνικά. – Συγγνώμη, Μαρίνα. Έγραψα σε σένα, το βρήκε η γυναίκα μου… Φταίω. Χωρίσαμε, – παραδέχτηκε. – Δεν ήξερα πως ήσουν παντρεμένος… Τίποτα δεν θα γινόταν. Τώρα τι; – ρώτησα ανήξερη για τα σχέδιά του. – Να παντρευτούμε, Μαρίνα, – πρότεινε ξαφνικά. – Δεν ξέρω. Έχω παιδιά, το βλέπεις. Πώς θα το πάρουν; Δεν ξέρω, αλλά χάρηκα – είπα. – Παιδιά; Τέλειο. Κι εγώ έχω μια κόρη, δέκα χρονών, – με αιφνιδίασε. – Πώς κόρη; Την παράτησες; – απόρησα. – Όχι, Μαρίνα. Θα πάρω την Αλένα. Η μάνα της πίνει. Θα ζήσουμε σαν οικογένεια, – είπε ο «γαμπρός» μου. – Περίμενε, Βάλικε, ποια οικογένεια; Δεν ξέρω καν την κόρη σου κι εσύ με λες μάνα της! Μη βιάζεσαι. Θα μιλήσω με τα αγόρια μου. Θα δούμε. Πάμε να φας, «γαμπρέ» με ουρά, – χαμογέλασα. Ιδανική οικογένεια δεν φτιάξαμε. Είχαμε καβγάδες, φύγανε από το σπίτι, όλα τα είχαμε. Χαρακτήρες δυνατοί. Δεν είναι εύκολο να κάνεις πίσω. …Ο καιρός πάντα βιάζεται. Ο πρωτότοκος μου, ο Ανδρέας, και η Αλένα (κόρη του Βάλικου) παντρεύτηκαν – και μετά γύρισαν εναντίον μας. Θυμήθηκαν παιδικά παράπονα. Μας «φόρτωσαν» παράπονα: «Δεν έπρεπε να χαλάσετε τις οικογένειες. Ο Βάλικος άσκοπα άφησε τη γυναίκα του κι εσύ, χήρα, δεν έπρεπε να ξαναπαντρευτείς». Έφυγαν με περηφάνια για δικό τους νοικιασμένο σπίτι. Εγώ κι ο Βάλικος το πήραμε ψύχραιμα… και συνεχίσαμε να αγαπιόμαστε αληθινά. …Πέρασε ένας χρόνος. Τα παιδιά δεν εμφανίστηκαν. Η Αλένα τηλεφωνούσε μόνο στα γενέθλια του Βάλικου. …Τρία χρόνια μετά, μας κάλεσαν σπίτι τους. Πήγαμε με έκπληξη. Εκεί μάθαμε ότι γεννήθηκε ο γιος τους – ο πρώτος μας κοινός εγγονός με τον Βάλικο. Χαρά ανείπωτη! Στο τραπέζι, ο Ανδρέας κι η Αλένα μας ζήτησαν συγνώμη. «Τώρα καταλάβαμε – στη ζωή όλα γίνονται. Πρέπει να ξέρεις να συγχωρείς και να τιμάς τους γονείς, που σου έδωσαν ζωή. Γι’ αυτό ο μικρός λέγεται Μιροσλάβος – για να έχουμε ειρήνη στην οικογένεια». Να λοιπόν το ξαναγεννημένο μας ελληνικό ευτυχία με τον Βαλεντίνο…

Αναγεννημένη Ευτυχία

– Κύριε, σταματήστε να με ακολουθείτε παντού! Σας έχω πει, πενθώ τον άντρα μου. Μην με κυνηγάτε άλλο! Αρχίζω και σας φοβάμαι! σχεδόν φώναξα.
– Το θυμάμαι, το θυμάμαι… Μα νιώθω πως πενθείτε κυρίως τον εαυτό σας. Συγγνώμη, επέμεινε ο …θαυμαστής μου.

…Βρισκόμουν για θεραπεία σε ένα κέντρο αναζωογόνησης στο Λουτράκι. Επιθυμούσα ηρεμία και μόνο το γλυκό κελάηδημα των πουλιών, όχι την ενοχλητική πολιορκία αντρών που προσπαθούν να με προσεγγίσουν. Μόλις πριν λίγο καιρό έχασα τον σύζυγό μου, τον Πέτρο. Έφυγε ξαφνικά απ’ την ζωή. Είχα ανάγκη να σταθώ ξανά στα πόδια μου, να αποδεχτώ πως έχασα κάτι αναντικατάστατο.

…Με τον Πέτρο είχαμε ξεκινήσει να φτιάχνουμε το σπίτι, μαζεύαμε ευρώ, στερούμασταν πολλά, και… ξαφνικά ο Πέτρος ένιωσε άσχημα, ήρθε το ασθενοφόρο αλλά, δυστυχώς, δεν τα κατάφερε. Δεύτερο έμφραγμα. Έμεινα μόνη, χωρίς τον άνθρωπό μου και με ένα ημιτελές σπίτι· αλλά και με δύο έφηβους γιους. Τα χέρια μου έπεσαν. Πώς να επιβιώσω τον πόνο;

Από τη δουλειά μου μού πήραν εισιτήριο για το Λουτράκι. Εγώ αντιδρούσα. Δεν ήθελα ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι. Οι συναδέλφισσες μου στάθηκαν στοργικές:
– Δεν είσαι η πρώτη χήρα, ούτε και η τελευταία. Έχεις παιδιά. Οφείλεις να συνεχίσεις! Πήγαινε, Ελένη, να ξεσκάσεις, να βάλεις το μυαλό σου σε τάξη.
Κι έτσι, φεύγοντας με βαριά καρδιά, βρέθηκα εκεί.

Σαράντα μέρες είχαν περάσει από τον θάνατο του Πέτρου. Η ψυχή μου δεν είχε βρει ανακούφιση.
Στο δωμάτιό μου έμενα με μια χαρούμενη κοπέλα, τη Δάφνη.
Έλαμπε μέσα στη χαρά, στην αισιοδοξίακάτι που με τσίτωνε. Δεν ήθελα να μοιραστώ τη λύπη μαζί της. Κι αν το χρειαζόταν μια νέα κοπέλα να ακούει τα ζόρια μου; Ποιος ξέρει… Ένας ανιματέρ την πολιορκούσε. Σε τέτοια μέρη, όλοι εργένηδες, χωρισμένοι ή χήροι κυκλοφορούν για να βρουν παρηγοριά. Εγώ δε μασούσαπροειδοποίησα τη Δάφνη να προσέχει. Σίγουρα, σκέφτηκα, έχει ήδη γυναίκα και παιδιά.
Η Δάφνη το χαβά της:
– Άσε μας, Ελένη! Δεν είμαι παιδί. Ξέρω από αυτά
Κι ο «σπουργίτης» της, κάθε βράδυ πετούσε σε ραντεβού. Εγώ, όμως, μια βδομάδα έμεινα κλεισμένη στο δωμάτιο. Διάβαζα βιβλίο χωρίς να θυμάμαι τι, έβλεπα τηλεόραση χωρίς να βλέπω.

…Ένα πρωί ξύπνησα με απίστευτη διάθεση. Κοίταξα από το παράθυρο τι γαλήνη! Είπα να βγω μια βόλτα στο δάσος, να ακούσω τα πουλιά, να γεμίσω τα πνευμόνια μου. Εκεί τον συνάντησα για πρώτη φορά.

Τον είχα προσέξει ήδη στη σάλα. Αυτός ο κοντός, με το άμεσο και αδιάκριτο βλέμμα, μου ήταν εξαιρετικά αντιπαθής. Ήταν τουλάχιστον ένα κεφάλι πιο κοντός από μένα. Μπρρρ… Αλλά δε μου άρεσε καθόλου ως παρουσία.
Παρ όλα αυτά, πάντα ευπρεπής, φρεσκοξυρισμένος και σωστά ντυμένος. Κάθε βράδυ με χαιρετούσε υποκλινόμενος, εγώ ανταποκρινόμουν ανέμελα, μόνο από ευγένεια. Μια φορά, τόλμησε και κάθισε μαζί μου στο τραπέζι.
– Βαριέστε, κυρία μου; με ρώτησε με βελούδινη φωνή.
– Όχι, απάντησα κοφτά.
– Μη λέτε ψέματα… Η θλίψη γράφεται όλη στο πρόσωπό σας. Μήπως μπορώ να βοηθήσω; επέμεινε ο άγνωστος.
– Μαντέψατε σωστά. Θρηνώ τον άντρα μου που χάθηκε. Κάποια άλλη ερώτηση; του είπα, σκουπίζοντας τα χέρια μου και σηκώθηκα για να τελειώσω τη βαρετή μας συζήτηση.
– Συγγνώμη, δεν το ήξερα. Τα συλλυπητήριά μου. Παρ’ όλα αυτά, ας συστηθούμε. Με λένε Νίκο, βιάστηκε να πει.
Φαινόταν πως φοβόταν να με χάσει.
– Ελένη, είπα απρόθυμα και άφησα το τραπέζι.

Από τότε, κάθε βράδυ, ο Νίκος κάθιζε μαζί μου και μου έφερνε μικρές αγριοκαμπανούλες. Υπήρχαν παντού εκεί γύρω. Δεν το κρύβω, ήταν ευχάριστο. Όμως, δεν σκόπευα να ξεκινήσω κάτι παραπάνω δεν ήθελα δεσμεύσεις.

Ο Νίκος επέμενε. Άρχισε να με συνοδεύει στις απογευματινές μου βόλτες. Κι εγώ έβαζα πια φλατ παπούτσια… να μη φαίνεται πολύ η διαφορά. Αυτός δεν νοιαζόταν ούτε για το ύψος του ούτε για τη φαλάκρα του. Κατάλαβα πως στο στόχο του προσέλκυε τις γυναίκες με τη φωνή του. Τέτοια ζεστασιά αντρικής φωνής δεν είχα ξανακούσει… Μάλλον, ήμουν πια στο δίχτυ του.

Πηγαίναμε μαζί σε χορούς, κάναμε βόλτα στην Κόρινθο για φρούτα Και κάποιες φορές ο Νίκος με φλέρταρε έντονα, ήθελε να με καλέσει στο δωμάτιό του. Σαν ατσάλι όμως, δεν ενέδιδα.

Την τελευταία μέρα εκεί, ο Νίκος μου θύμισε:
– Ελενάκι, αύριο φεύγεις. Έλα το βραδάκι για ένα τσάι… θέλω να σε αποχαιρετήσω όμορφα.
– Θα το σκεφτώ, απάντησα ψυχρά.

Το τελευταίο βράδυ, πήγα. Δεν ήθελα να τον απογοητεύσω, γνώριζα πώς θα τελειώσει…
Το τραπέζι στρωμένο όμορφα, λιχουδιές από το εστιατόριο, σαμπάνια στα ποτήρια. Ο Νίκος γαλαντόμος.
– Πάμε να ξεκινήσουμε, Ελενάκι, αντέχω να σε αποχωριστώ αύριο; Γράψε μου τη διεύθυνσή σου, θα έρθω, στο υπόσχομαι, είπε θλιμμένα.
– Θα το ξεχάσεις σε μια μέρα, έτσι κάνουν όλοι οι άντρες… Για τι πίνουμε, Νίκο; του είπα με χαμόγελο.
– Δεν κατάλαβες; Για την αγάπη, Ελένη, για την αγάπη! σήκωσε το ποτήρι του.

…Το πρωί ξυπνήσαμε αγκαλιά. Θεέ μου, γιατί πάσχιζα τόσο καιρό, σαν άκαμπτο κουλούρι, να κρατηθώ; Γιατί δεν πήγα αμέσως στον Νίκο; Χάθηκε τόση ώρα άδικα! Σαν μικρό κορίτσι, τον ερωτεύτηκα. Αλλά έφτασε η μέρα του αποχαιρετισμού· ετοίμαζα τις βαλίτσες μου.

Αποχαιρέτησα τη Δάφνη, τη συγκάτοικό μου. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και έκλαιγε πικρά.
– Τι έπαθες, Δάφνη; ρώτησα.
– Είμαι έγκυος, Ελένη. Δεν ξέρω από ποιον… ψιθύρισε.
– Ο ανιματέρ σου φταίει; προσπάθησα να μάθω ποιος είναι ο πατέρας.
– Δεν ξέρω… Γνώρισα κι άλλον. Από το γειτονικό ξενοδοχείο. Είναι και παντρεμένος, παραδέχτηκε η „έμπειρη σπουργιτίνα”.
– Έλα τώρα, μάλλον πρέπει να τηλεφωνήσεις στους γονείς σου. Άστα αυτά τα μεγάλα λόγια. Κι ας πάμε και στη διευθύντρια, θα μας βοηθήσει, της είπα.
Η Δάφνη βγήκε με δάκρυα από το δωμάτιο. Ναι, μικρή μου, η ζωή διδάσκει με δύσκολο τρόπο…

Ετοίμασα τα πράγματά μου. Δεν ήθελα να φύγω. Σε είκοσι τέσσερις μέρες όλα έγιναν οικεία… Ιδιαίτερα ο Νίκος.

…Ήρθε το λεωφορείο. Ο Νίκος ήρθε να με ξεπροβοδίσει. Με ένα μπουκέτο αγριοκαμπανούλες στα χέρια. Δάκρυσα, τον αγκάλιασα σφιχτά. Είχε τελειώσει το φευγαλέο μας ειδύλλιο. Η καρδιά μου σφιγγόταν. Άν με καλούσε, θα τα άφηνα όλα και θα πήγαινα κοντά του…

…Με τον Νίκο μέναμε σε διαφορετικές πόλειςμόνο γράμμα μπορούσαμε να στείλουμε. Και το γράμμα που περίμενα, ήρθε από τη …γυναίκα του. Τα ήξερε όλα. Μού είπε πως δεν έχει νόημα, είναι 30 κι εγώ 40. Δεν απάντησα. Γιατί να το κάνω;

…Μισό χρόνο αργότερα, εμφανίστηκε ξαφνικά ο Νίκος στο σπίτι μου. Τα παιδιά μου, ο Δήμος κι ο Στέλιος, έμειναν άφωνοι, αλλά κράτησαν τη διακριτικότητα τους.

– Νίκο; Πού πας; Περνάς ή…; ρώτησα, ελπίζοντας να ακούσω ήρθα για πάντα.
– Ήρθα για πάντα… Ελένη, θα με δεχτείς; ψέλλισε χαμηλόφωνα.

Τα παιδιά μαζεύτηκαν στα δωμάτιά τους.
– Πέρασε. Τι έγινε; Έφερες μήνυμα απ τη γυναίκα σου; τον τσίγκλισα.
– Συγγνώμη, Ελένη. Εγώ σου έγραψα, εκείνη βρήκε το γράμμα… Έκανα λάθος. Χωρίσαμε, παραδέχτηκε.
– Νίκο, δεν ήξερα ότι ήσουν παντρεμένος… Δεν θα είχε γίνει τίποτα. Τώρα, τι;
– Θέλω να παντρευτούμε, Ελένη, είπε ξαφνικά ο Νίκος.
– Δεν ξέρω Έχω παιδιά, βλέπεις. Δεν μπορώ να πάρω τόσο βιαστική απόφαση. Σκεφτόμουν όμως, πως μου άρεσε η ιδέα.
– Τα παιδιά είναι ευλογία. Εγώ έχω μια κόρη, δέκα ετών, μου αποκάλυψε ο Νίκος.
– Κόρη; Την άφησες; ρώτησα.
– Μα τι λες, Ελένη; Θα τη φέρω. Η μητέρα της πίνει. Θα ζήσουμε όλοι μαζί, οικογένεια, με ξάφνιασε ο «γαμπρός».
– Κάτσε, Νίκο, ποια, οικογένεια; Δεν ξέρω καν την κόρη σου, και με ονόμασες μητέρα της. Μάλλον προτρέχεις. Άσε με να το σκεφτώ. Θα μιλήσω και στα παιδιά μου. Έλα, κάτσε να σε ταΐσω, «γαμπρέ» με ουρά, χαμογέλασα.

Η μεγάλη ιδανική οικογένεια δεν ήρθε ποτέ. Υπήρξαν καβγάδες, εντάσεις και …διάφορα. Ο καθένας με το χαρακτήρα του, κι όλοι εγωιστές. Δεν είναι εύκολο να υποχωρείς.

…Τα χρόνια περνούν γρήγορα.
Ο μεγάλος μου γιος, ο Δήμος, παντρεύτηκε την Αλίκη, την κόρη του Νίκου. Τα βρήκαν μεταξύ τους και τα έβαλαν με εμένα και τον Νίκο. Θυμήθηκαν παλιά ενοχλήματα. Μια μέρα σηκώθηκαν και έφυγαν από το σπίτι, νοικιάζοντας δικό τους διαμέρισμα στο Παγκράτι.

Εγώ και ο Νίκος σηκώναμε τους ώμους και… συνεχίζαμε να αγαπιόμαστε αληθινά.

…Πέρασε ένας χρόνος.
Τα «άτακτα» παιδιά δεν έδιναν σημεία ζωής. Η Αλίκη μόνο στα γενέθλια του Νίκου τηλεφωνούσε.

…Τρία χρόνια μετά μας κάλεσαν σπίτι τους. Πήγαμε, με μισή χαρά, μισή αγωνία. Είχαν έναν γιο. Αυτός ήταν ο εγγονός μας, καρπός και των δύο οικογενειών μας. Καθίσαμε όλοι στο τραπέζι, και η Αλίκη με τον Δήμο μας ζήτησαν συγγνώμη: Στη ζωή όλα συμβαίνουν, είπαν, κι οφείλουμε συγχώρεση. Σεβασμός στους γονείς, που δίνουν ζωή. Έτσι, το παιδί ονομάστηκε Μιραλής να έχουμε ειρήνη στο σπίτι, είπαν.

Να, λοιπόν, η αναγεννημένη ευτυχία μας με τον Νίκο…

Από όλα αυτά, κατάλαβα πως η ζωή δεν φτιάχνεται με προγράμματα, ούτε με πείσμα. Θέλει ανοιχτή καρδιά και υπομονή και τότε, η αγάπη βρίσκει πάντα τον δρόμο της.

Oceń artykuł
ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ Άντρα μου, σταματήστε να με ακολουθείτε από πίσω! Σας είπα ήδη ότι πενθώ για τον άντρα μου. Μην με κυνηγάτε! Αρχίζω να σας φοβάμαι! – ύψωσα τη φωνή μου. – Θυμάμαι, θυμάμαι… Αλλά νιώθω πως το πένθος σας είναι για τον εαυτό σας. Συγγνώμη, – δεν το έβαζε κάτω ο θαυμαστής μου. …Έκανα ανάρρωση σε ένα ελληνικό σανατόριο. Ήθελα ηρεμία και μόνο το κελάηδημα των πουλιών του πευκοδάσους, όχι ενοχλητικούς άντρες που με πολιορκούν. Πρόσφατα έχασα ξαφνικά τον σύζυγό μου. Έπρεπε να βρω τον εαυτό μου, να συνειδητοποιήσω την ανεπανόρθωτη απώλεια. …Με τον άντρα μου, τον Λευτέρη, είχαμε μόλις ξεκινήσει τις ανακαινίσεις στο διαμέρισμα, μαζεύαμε χρήματα, στερούμασταν τα πάντα κι όμως… Ο Λευτέρης αρρώστησε ξαφνικά, το ασθενοφόρο δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Ήταν το δεύτερο έμφραγμα. Τον έθαψα και έμεινα χωρίς το άλλο μου μισό και χωρίς ανακαίνιση, μόνο με δύο έφηβους γιους. Τα χέρια μου λύγισαν. Πώς ξεπερνάς μια τέτοια απώλεια; Στη δουλειά μου έδωσαν μια θέση σε σανατόριο. Δεν ήθελα ούτε να βγω από το σπίτι. Οι συνάδελφοί μου επέμειναν: – Δεν είσαι η πρώτη χήρα ούτε η τελευταία. Έχεις παιδιά. Πρέπει να συνεχίσεις! Πήγαινε, Μαρίνα, ξεσκάσου λίγο. Ταξινόμησε τις σκέψεις σου. Και έτσι, με βαριά καρδιά, έφυγα. Σαράντα μέρες μετά το θάνατο του άντρα μου, ο ψυχικός πόνος δεν είχε κοπάσει. Στο σανατόριο, με έβαλαν στο δωμάτιο με μια γελαστή κοπέλα, τη Βίκυ. Ισχυρή παρουσία με αστείρευτη χαρά, τόσο που με ενοχλούσε. Δεν ήθελα να της μοιράζομαι το πένθος μου. Ούτε θεωρούσα πως θα την ενδιέφερε. Την πολιορκούσε ο ανιματέρ της παρέας – εδώ που τα λέμε, στα ελληνικά σανατόρια όλοι είναι χήροι, χωρισμένοι ή μοναχικοί. Εγώ όμως δεν «τσιμπάω»… Προειδοποίησα τη Βίκυ για τον ανιματέρ, σίγουρη πως έχει ήδη περάσει από δύο ή τρεις γάμους. Η Βίκυ γελούσε: – Αχ, μην ανησυχείς, Μαρίνα! Είμαι «ψαγμένο σπουργιτάκι»… Και το «σπουργιτάκι» έφευγε κάθε βράδυ για ραντεβού. Εγώ παρέμενα στο δωμάτιο μια βδομάδα, διαβάζοντας βιβλία χωρίς να καταλαβαίνω λέξη. …Ένα πρωί ξύπνησα με απίστευτη διάθεση. Κοίταξα έξω – ευλογία! Σκέφτηκα να περπατήσω στο δάσος, να ακούσω τα πουλιά και να αναπνεύσω καθαρό αέρα. Εκεί συνάντησα έναν άγνωστο. Τον είχα ξεχωρίσει στη τραπεζαρία. Δεν μου άρεσε καθόλου ο κοντός άνθρωπος με το ανεξίτηλο βλέμμα. Ήταν ένα κεφάλι πιο κοντός. Μπρρ… Αλλά ήταν περιποιημένος, ξυρισμένος, καλοντυμένος. Κάθε βράδυ με χαιρετούσε υποτονικά. Του ανταπέδιδα ευγενικά. Μια φορά όμως, κάθισε στο τραπέζι μου. – Βαριέστε, κυρία; – ρώτησε με βελούδινη φωνή. – Όχι, – απάντησα κοφτά. – Μην κοροϊδεύετε. Ο πόνος φαίνεται στο πρόσωπό σας. Ίσως μπορώ να βοηθήσω; – επέμενε ο άγνωστος. – Μαντέψατε σωστά. Ο πόνος για τον χαμένο άντρα μου. Έχετε άλλες ερωτήσεις; – σηκώθηκα φανερά εκνευρισμένη. – Συγγνώμη, δεν ήξερα. Συλλυπητήρια. Πάντως, γνωριζόμαστε; Είμαι ο Βαλεντίνος, – επέμεινε ο άντρας. Έβλεπα πως ο Βαλεντίνος φοβόταν να με χάσει. – Μαρίνα, – είπα αδιάφορα και σηκώθηκα να φύγω. Από τότε κάθε βράδυ ερχόταν και με κερνούσε μπουκέτα με λουλούδια του βουνού – καμπανούλες που εκεί φύτρωναν παντού. Το ομολογώ, ήταν ευχάριστο. Δεν είχα σκοπό να προχωρήσω. Δεν υπήρχε λόγος… Ο Βαλεντίνος δεν τα παράτησε. Είχε ήδη αρχίσει να με συνοδεύει στις βραδινές μου βόλτες. Προσπαθούσα να φοράω πάντα χαμηλά παπούτσια – να μην φαίνεται η διαφορά. Εκείνος αδιαφορούσε για το ύψος του ή τα μαλλιά του που έφευγαν. Ήξερα, μαγνήτιζε τις γυναίκες με τη φωνή του. Δεν είχα ξανακούσει τόσο μαγευτική αντρική φωνή. Μάλλον ήδη είχα μπλεχτεί στα δίχτυα του. Πηγαίναμε μαζί στους βραδινούς χορούς, στην πόλη για φρούτα… Ο καβαλιέρος μου με καλούσε πολλές φορές στο δωμάτιό του. Δεν υπέκυπτα, κρατούσα χαρακτήρα. Τέλος, μου θύμισε: – Μαρίσα, αύριο φεύγουμε. Θα ‘ρθεις το βράδυ για τσάι; – Θα το σκεφτώ, – απάντησα. …Ήρθε το τελευταίο βράδυ στο σανατόριο. Αποφάσισα να μην τον προσβάλλω και πήγα γνωρίζοντας τι θα συμβεί… Το τραπέζι στρωμένο υπέροχα, λιχουδιές, σαμπάνια, σερβίτσια από τη τραπεζαρία, σκέφτηκα. Ο Βαλεντίνος έβαλε το πιο όμορφο του χαμόγελο. Κάθησα. – Να αρχίσουμε, Μαρίνα; Δεν ξέρω πώς θα σε αποχωριστώ. Δώσε μου τη διεύθυνσή σου, θα έρθω οπωσδήποτε, – είπε λυπημένος. – Θα με ξεχάσεις σε δύο μέρες. Ξέρω εγώ εσάς, τους άντρες. Σε τι πίνουμε, Βαλεντίνο; – Δεν κατάλαβες; Στην αγάπη, Μαρίνα, στην αγάπη! – σήκωσε το ποτήρι του. …Το πρωί ξυπνήσαμε αγκαλιασμένοι. Θεέ μου, γιατί έκανα τη δύσκολη όλη τη βάρδια; Γιατί δεν μπήκα αμέσως στο δωμάτιο του Βαλεντίνου; Τόσος χαμένος χρόνος! Ένιωθα σαν κοριτσίστικα ερωτευμένη. Κι έπρεπε να ετοιμαστώ να φύγω. Αποχαιρέτησα τη Βίκυ, που έκλαιγε πικρά. – Τι έπαθες, Βικυ; – Είμαι έγκυος, Μαρίνα. Δεν ξέρω από ποιον, – κλαψούριζε. – Σου τα έκανε ο ανιματέρ; Ποιος είναι ο πατέρας του μωρού; – Δεν ξέρω. Γνώρισα κι άλλον… Από το διπλανό ξενοδοχείο. Παντρεμένος, – έλεγε το «ψαγμένο σπουργιτάκι». – Ω, Βίκυ. Πάρε τους γονείς σου, να έρθουν να τα βρούνε. Πάμε και στον διευθυντή του σανατορίου μπας και βγάλουμε άκρη, – της είπα. Η Βίκυ έφυγε κλαίγοντας. Ναι, κοπελιά μου, θα τα βρεις μπαστούνια με τέτοιους ανιματέρ… Μάζεψα. Δεν ήθελα να φύγω. Μέσα σε 24 μέρες όλα έγιναν οικεία – κυρίως ο Βάλικας… …Το λεωφορείο ήρθε. Ο Βαλεντίνος ήρθε με μπουκέτο καμπανούλες να με χαιρετήσει. Δάκρυσα, τον αγκάλιασα. Αυτό ήταν. Ένας σύντομος έρωτας τέλειωσε. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Φώναξέ με, Βάλικε, και θα τα παρατήσω όλα… Ο Βαλεντίνος κι εγώ μέναμε σε διαφορετικές πόλεις. Επικοινωνία μόνο με γράμματα. Το μόνο γράμμα που πήρα, το έγραψε… η γυναίκα του Βάλικου. Ότι τα ήξερε όλα και πως δεν θα καταφέρω τίποτα, επειδή αυτή είναι 30 κι εγώ 40. Δεν απάντησα. Τι να πω; …Ξαφνικά, μετά από μισό χρόνο, εμφανίστηκε ο Βαλεντίνος στο σπίτι μου. Οι γιοι μου παραξενεύτηκαν αλλά δε μίλησαν. – Βαλεντίνο; Περαστικός ή…; – ρώτησα απορημένη (ήθελα να ακούσω: «Ήρθα για πάντα»). – Ήρθα… Δεν θα με διώξεις, Μαρίνα; – ντράπηκε. Τα παιδιά πήγαν στο δωμάτιό τους. – Πέρασε. Με τι αέρα; Έφερες γράμμα από τη σύζυγο; – του είπα ειρωνικά. – Συγγνώμη, Μαρίνα. Έγραψα σε σένα, το βρήκε η γυναίκα μου… Φταίω. Χωρίσαμε, – παραδέχτηκε. – Δεν ήξερα πως ήσουν παντρεμένος… Τίποτα δεν θα γινόταν. Τώρα τι; – ρώτησα ανήξερη για τα σχέδιά του. – Να παντρευτούμε, Μαρίνα, – πρότεινε ξαφνικά. – Δεν ξέρω. Έχω παιδιά, το βλέπεις. Πώς θα το πάρουν; Δεν ξέρω, αλλά χάρηκα – είπα. – Παιδιά; Τέλειο. Κι εγώ έχω μια κόρη, δέκα χρονών, – με αιφνιδίασε. – Πώς κόρη; Την παράτησες; – απόρησα. – Όχι, Μαρίνα. Θα πάρω την Αλένα. Η μάνα της πίνει. Θα ζήσουμε σαν οικογένεια, – είπε ο «γαμπρός» μου. – Περίμενε, Βάλικε, ποια οικογένεια; Δεν ξέρω καν την κόρη σου κι εσύ με λες μάνα της! Μη βιάζεσαι. Θα μιλήσω με τα αγόρια μου. Θα δούμε. Πάμε να φας, «γαμπρέ» με ουρά, – χαμογέλασα. Ιδανική οικογένεια δεν φτιάξαμε. Είχαμε καβγάδες, φύγανε από το σπίτι, όλα τα είχαμε. Χαρακτήρες δυνατοί. Δεν είναι εύκολο να κάνεις πίσω. …Ο καιρός πάντα βιάζεται. Ο πρωτότοκος μου, ο Ανδρέας, και η Αλένα (κόρη του Βάλικου) παντρεύτηκαν – και μετά γύρισαν εναντίον μας. Θυμήθηκαν παιδικά παράπονα. Μας «φόρτωσαν» παράπονα: «Δεν έπρεπε να χαλάσετε τις οικογένειες. Ο Βάλικος άσκοπα άφησε τη γυναίκα του κι εσύ, χήρα, δεν έπρεπε να ξαναπαντρευτείς». Έφυγαν με περηφάνια για δικό τους νοικιασμένο σπίτι. Εγώ κι ο Βάλικος το πήραμε ψύχραιμα… και συνεχίσαμε να αγαπιόμαστε αληθινά. …Πέρασε ένας χρόνος. Τα παιδιά δεν εμφανίστηκαν. Η Αλένα τηλεφωνούσε μόνο στα γενέθλια του Βάλικου. …Τρία χρόνια μετά, μας κάλεσαν σπίτι τους. Πήγαμε με έκπληξη. Εκεί μάθαμε ότι γεννήθηκε ο γιος τους – ο πρώτος μας κοινός εγγονός με τον Βάλικο. Χαρά ανείπωτη! Στο τραπέζι, ο Ανδρέας κι η Αλένα μας ζήτησαν συγνώμη. «Τώρα καταλάβαμε – στη ζωή όλα γίνονται. Πρέπει να ξέρεις να συγχωρείς και να τιμάς τους γονείς, που σου έδωσαν ζωή. Γι’ αυτό ο μικρός λέγεται Μιροσλάβος – για να έχουμε ειρήνη στην οικογένεια». Να λοιπόν το ξαναγεννημένο μας ελληνικό ευτυχία με τον Βαλεντίνο…