Ο γάτος κοιμόταν αγκαλιά με τη γυναίκα μου. Την έσπρωχνε με την πλάτη του και με απωθούσε μακριά με όλες του τις πατούσες. Το πρωί με κοιτούσε προκλητικά και ειρωνικά. Εγώ θύμωνα, αλλά τίποτα δεν μπορούσα να κάνω. Καμάρι μας, λέει. Το λουλούδι μας, ο ήλιος της. Η γυναίκα μου γελούσε, εμένα όμως καθόλου δεν μου άρεσε η κατάσταση. Σ’ αυτόν ειδικά τον «λουκουμά» τηγανιζόταν ψαράκι, ξεκοκαλιζόταν προσεκτικά και η τραγανή νόστιμη πέτσα έμπαινε σε τακτοποιημένο βουναλάκι πλάι στα ζεστά, καπνιστά κομμάτια στο πιατάκι του. Ο γάτος με κοιτούσε μ’ ένα στρεβλό μειδίαμα, λες κι έλεγε: «Εγώ είμαι εδώ το αφεντικό κι εσύ, εσύ τίποτα». Τα κομμάτια που δεν άξιζαν πήγαιναν σε μένα. Με λίγα λόγια, με βασάνιζε όσο μπορούσε. Κι εγώ, για εκδίκηση, καμιά φορά τον έσπρωχνα διακριτικά από το πιάτο ή τον κατέβαζα απ’ τον καναπέ. Πόλεμος δηλαδή. Καμιά φορά μου έβαζε «νάρκες» στα παντοφλάκια και τα παπούτσια. Η γυναίκα μου γελούσε και έλεγε: «Α, καλά να πάθεις, αφού τον πειράζεις!» Χάιδευε τον ήλιο της, ο γκρι γάτος με κοιτούσε αφ’ υψηλού. Εγώ αναστέναζα. Τι να κάνεις, η γυναίκα μου ήταν μία και μη συζητήσουμε άλλο. Έπρεπε να τα υποστώ όλα. Ώσπου εκείνο το πρωί… Εκείνο το πρωί, φεύγοντας για δουλειά, άκουσα την απελπισμένη φωνή της γυναίκας μου από τον διάδρομο. Τρέχοντας βρήκα μπροστά μου έξι κιλά γούνας, νυχιών και αγριεμένης διάθεσης να της ορμάνε σαν ταύρος σε κόκκινο πανί. Μόλις με είδε το θηρίο, μου πήδηξε στο στήθος κι έσπρωξε τόσο, που έπεσα κάτω. Πετάχτηκα, άρπαξα μια καρέκλα σαν ασπίδα, τράβηξα τη γυναίκα μου στην κρεβατοκάμαρα και κλείσαμε την πόρτα πίσω μας. Το ζώο έπεσε πάνω στη καρέκλα και ούρλιαξε. Αλλά δεν τα παράτησε, συνέχιζε να μας επιτίθεται μέχρι να κλείσει η πόρτα. Καθώς ακούγαμε το σφύριγμά του απ’ έξω, αρχίσαμε να βάζουμε ιώδιο και οινόπνευμα στις αμέτρητες γρατζουνιές μας. Η γυναίκα κάλεσε στη δουλειά της και εξηγούσε ότι ο γάτος τρελάθηκε, μας ξέσκισε και πρέπει να πάνε αντί για δουλειά στο νοσοκομείο. Μετά κάλεσα κι εγώ και επανέλαβα τα ίδια στον προϊστάμενό μου. Και τότε… Τότε η γη ταρακουνήθηκε και το σπίτι αναστέναξε. Στην κουζίνα έσπασαν τζάμια, στο μπάνιο ράγισε το παράθυρο. Έπεσα το τηλέφωνο απ’ τα χέρια μου. Απόλυτη εκκωφαντική ησυχία. Ξεχάσαμε τον γάτο, πεταχτήκαμε στην κουζίνα και κοιτάξαμε έξω. Μπροστά μας μια τεράστια τρύπα. Παντού κομμάτια από αμάξια. Το γειτονικό φορτηγό είχε εκραγεί από τα φιαλίδια υγραερίου. Στο πάρκινγκ πεταμένα, αναποδογυρισμένα οχήματα σαν χελώνες και μακριά οι σειρήνες. Αποσβολωμένοι, γυρίσαμε και κοιτάξαμε τον γάτο. Καθόταν σε μια γωνιά, κρατώντας τη σπασμένη μπροστινή του πατούσα στο στήθος του και έκλαιγε σιγανά. Η γυναίκα μου ούρλιαξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά της. Άρπαξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τρέξαμε έξω από τις σκάλες — επτά ολόκληρους ορόφους χωρίς κουβέντα. Συγχωρέστε με εσείς που τραυματιστήκατε στην έκρηξη, μα εμείς είχαμε το δικό μας τραυματία. Το αυτοκίνητο μας στεκόταν άθικτο πίσω απ’ το σπίτι. Μπήκαμε βιαστικά και τρέξαμε στον γνωστό κτηνίατρο. Τη στιγμή εκείνη με έτρωγε η αγωνία, και σαν να μην έφτανε, το ραδιόφωνο έπαιζε τον Μιχάλη Τερζή και το „Δυο σε καφέ”. Μετά από μια ώρα, η γυναίκα μου κρατούσε το θησαυρό μας στην αγκαλιά της και εκείνος επέδειξε τη δεμένη του πατούσα σε όλους τους πελατες της κλινικής που έμαθαν τι συνέβη και σηκώθηκαν να τον χαϊδέψουν. Στο σπίτι, η γυναίκα μαγείρεψε το αγαπημένο του ψαράκι, του καθάρισε τα κόκαλα και του έβαλε τη νόστιμη τραγανή πέτσα στη γωνία. Εμένα, μου έβαλε τα υπόλοιπα. Ο γάτος πλησίασε κουτσαίνοντας και με κοίταξε με πόνο, προσπαθώντας να με περιγελάσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Ήμουν απασχολημένος, βιαζόμουν, αλλά όταν τέλειωσα πήγα κι έβαλα στο πιατάκι του τη δική μου μερίδα, καθαρισμένη από κόκαλα. Με κοίταξε έκπληκτος, μάζεψε το ποδαράκι και νιαούρισε ερωτηματικά. Τον πήρα αγκαλιά κι είπα: «Μπορεί να είμαι γκαντέμης, αλλά με τέτοια γυναίκα κι έναν τέτοιο γάτο, είμαι ο πιο ευτυχισμένος γκαντέμης στον κόσμο». Τον φίλησα στη μούρη. Ο γάτος γουργούρισε και με έσπρωξε με το κεφάλι στο μάγουλο. Τον άφησα στο πάτωμα και άρχισε να τρώει το ψαράκι του, κι εμείς με τη γυναίκα τον κοιτάζαμε αγκαλιασμένοι και χαμογελούσαμε. Από τότε ο γάτος κοιμάται μόνο δίπλα μου. Μου χαϊδεύει το πρόσωπο με τη μουσούδα του κι εγώ προσεύχομαι να μου χαρίζει ο Θεός όσα περισσότερα χρόνια να τους βλέπω, εκείνον και τη γυναίκα μου, δίπλα μου. Και δεν θέλω τίποτα άλλο. Ειλικρινά. Γιατί αυτό είναι η αληθινή ευτυχία.

Гάτα μου κοιμόταν με τη γυναίκα μου. Πάντα κόλλαγε την πλάτη της επάνω της κι έσπρωχνε εμένα μακριά με όλα της τα πόδια. Το πρωί μου χάριζε βλέμματα αυθάδειας, γεμάτα ειρωνεία. Γκρίνιαζα, αλλά ήξερα πως τίποτα δεν αλλάζει έτσι. Το καμάρι της, βλέπετε. Μικρό αστέρι, αγαπημένο πλασματάκι. Η Άννα γελούσε, μα σε μένα δεν φαινόταν για αστείο.

Σ αυτήν εδώ τη «λατρεία», τηγανίζαμε λαβράκι, ψαρεύαμε λεπτά οστά, και τη χρυσοψημένη πέτσα τη βάζαμε σε μια μικρή, τακτοποιημένη στοίβα δίπλα στα αχνιστά, ζουμερά κομμάτια του πιάτου της. Η γάτα με κοίταζε με μια στραβή γκριμάτσα που, λες και μου έλεγε:
«Εσύ είσαι ο άτυχος εγώ είμαι το αληθινό αφεντικό εδώ».

Εμένα πάντα μου δίνανε από τα ψάρια τα κομμάτια που περίσσευαν, δεν τα θελε η γάτα. Ας πούμε ότι με βασάνιζε όπως μπορούσε. Κι εγώ; Έπαιρνα την εκδίκησή μου, πότε την έσπρωχνα λίγο από το πιάτο της, πότε την κατέβαζα από τον καναπέ. Ένας ακήρυχτος πόλεμος.

Καμιά φορά, στα παπούτσια και τις σαγιονάρες μου, τοποθετούσε «νάρκες» με καθυστέρηση. Και η Άννα γελούσε και επέμενε:
Καλά να πάθεις, μην τον πειράζεις τον ήλιο μου.
Χάιδευε τον γκρίζο γάτο της, που με κοιτούσε αφ υψηλού, με βλέμμα όλο επιείκεια και υπεροψία. Αναστέναζα. Τι να έκανα; Μία γυναίκα έχω, δεν είχα λόγο. Υπέμενα.

Όμως, ένα παράξενο πρωινό
Καθώς ετοιμαζόμουν για δουλειά, άκουσα από το χολ της πολυκατοικίας την Άννα να φωνάζει απεγνωσμένα. Πετάχτηκα κι είδα μια σκηνή βγαλμένη από όνειρο παραλογισμού: Έξι κιλά γούνας και νύχια, μια κακή αύρα, και η γάτα μας λυσσασμένη να ορμά πάνω στη γυναίκα μου σαν ταύρος στο κόκκινο.

Μόλις με είδε το θεριό, όρμησε στο στήθος μου και με τέτοια δύναμη, που καταλήγω στο πάτωμα εκτός χολ. Πετάχτηκα όρθιος, άρπαξα μια καρέκλα για ασπίδα, και τραβώντας την Άννα από το χέρι, τη σύρα στο υπνοδωμάτιο. Η γάτα, πηδώντας, χτύπησε το πόδι της σε ένα πόδι της καρέκλας και τσίριξε άγρια στ αλήθεια, η φωνή της μάς πάγωσε.
Αλλά δεν σταμάτησε. Συνέχισε την επίθεση μέχρι που κλείσαμε την πόρτα πίσω μας. Στεκόμασταν, ακούγοντας το σφύριγμά της.

Ύστερα, αρχίσαμε να βάζουμε οινόπνευμα και ιώδιο στις πληγές μας. Η Άννα κάλεσε στο γραφείο εξηγώντας πως η γάτα μας τρελάθηκε και πρέπει τώρα να πάμε στο νοσοκομείο αντί για δουλειά. Μετά κάλεσα κι εγώ τον δικό μου διευθυντή, επαναλαμβάνοντας λέξη προς λέξη την ίδια σουρεαλιστική εξήγηση.

Και τότε
Η γη τρεμόπαιξε, σαν να αναστέναξε το σπίτι μας. Τζάμια της κουζίνας έσπασαν με κρότο, το παράθυρο του μπάνιου ράγισε. Άφησα το κινητό μου να πέσει. Μια εκκωφαντική σιγή πουθενά τίποτα. Ξεχάσαμε τη γάτα κι ορμήσαμε στην κουζίνα να κοιτάξουμε απ το παράθυρο.

Ένα τεράστιο χάος από μπροστά. Στο έδαφος, μια βαθιά τρύπα άνοιγε το δόστρωμα. Κομμάτια αυτοκινήτου σκόρπια. Του γείτονα του Μπάμπη ήταν, ένα μικρό φορτηγάκι με φιάλες υγραερίου έσκασε και διαλύθηκε. Στο parking, αναποδογυρισμένα αμάξια κουνιόντουσαν σαστισμένα, σαν χελώνες στο κενό, ενώ από μακριά οι σειρήνες της αστυνομίας και του ασθενοφόρου ουρλιάζανε με το άρωμα του ονείρου.

Σοκαρισμένοι, γυρίσαμε μαζί προς τη γάτα.
Καθόταν κουλουριασμένη, κρατώντας τη σπασμένη δεξιά μπροστινή πατούσα κοντά στο στήθος, νιαουρίζοντας αδύναμα.
Η Άννα φώναξε, έτρεξε να την αγκαλιάσει. Άρπαξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, και κατεβήκαμε σφαίρα απ τις σκάλες, επτά ορόφους παρακάμπτοντας το ασανσέρ δίχως να μιλάμε.

Συγγνώμη στους τραυματίες της έκρηξης, αλλά εμείς είχαμε τον δικό μας πληγωμένο.
Ευτυχώς, το αυτοκίνητό μας ήταν πίσω από το κτήριο. Μπήκαμε μέσα και φύγαμε αμέσως προς τον φίλο μας, τον κτηνίατρο.
Στην ψυχή μου νύχτωνε, μες στη μουσική του Μιχάλη Χατζιδάκι, «Δύο σε ένα καφενείο», που βασάνιζε το ραδιόφωνο σαν έπαιζε επίτηδες.

Μια ώρα μετά, η Άννα κρατούσε το θησαυρό της στην αγκαλιά, εκείνος με τυλιγμένο ποδαράκι, και όλο το ιατρείο να χαϊδεύουν τον γάτο μας μόλις μάθαν το σουρεαλιστικό γεγονός.

Στο σπίτι, η Άννα ξανά τηγανίζει ψαράκι για τη γάτα. Βγάζει τα κόκκαλα και μαζεύει τραγανή πέτσα στη γωνία του πιάτου με φροντίδα. Εμένα μου βάζει τα απομεινάρια.

Η γάτα, κουτσαίνοντας στις τρεις πατούσες, πλησίασε το πιατάκι και, δαγκώνοντας, με κοίταζε πονεμένα. Ήθελε να δείξει περιφρόνηση, αλλά το πρόσωπό της ήταν άχαρο, γεμάτο πόνο.

Ήμουν απασχολημένος, αλλά στο τέλος πλησίασα, καθάρισα το ψαράκι μου και το έβαλα ολόκληρο στο πιάτο της.
Η γάτα με κοίταξε με σιωπηλή απορία, σήκωσε το πατούσα στην αγκαλιά της και νιαούρισε ερωτηματικά. Την πήρα στην αγκαλιά, στο πρόσωπό μου και της είπα:
Ίσως να είμαι γκαντέμης, αλλά με τέτοια γυναίκα και τέτοια γάτα, είμαι ο πιο ευτυχισμένος γκαντέμης στον κόσμο.

Της έδωσα ένα φιλί στη μουσούδα. Μουρμούρισε, με χτύπησε στη μάγουλα με το κεφάλι της. Την άφησα στο πάτωμα, και με πόνο άρχισε να τρώει το ψάρι της, κι εμείς με την Άννα, αγκαλιασμένοι, απλώς τη χαζεύαμε και γελούσαμε.
Από τότε η γάτα κοιμάται μόνο μαζί μου. Με κοιτάζει στο πρόσωπο, κι εγώ μονάχα ένα πράγμα να ζητώ από τον Θεό.
Να μας χαρίζει όσο περισσότερα χρόνια γίνεται να τον βλέπω, δίπλα στη γυναίκα μου.
Κι ας μην χρειάζομαι τίποτα άλλο.
Στο ορκίζομαι.

Γιατί αυτή είναι η αληθινή, απλή ευτυχία.

Oceń artykuł
Ο γάτος κοιμόταν αγκαλιά με τη γυναίκα μου. Την έσπρωχνε με την πλάτη του και με απωθούσε μακριά με όλες του τις πατούσες. Το πρωί με κοιτούσε προκλητικά και ειρωνικά. Εγώ θύμωνα, αλλά τίποτα δεν μπορούσα να κάνω. Καμάρι μας, λέει. Το λουλούδι μας, ο ήλιος της. Η γυναίκα μου γελούσε, εμένα όμως καθόλου δεν μου άρεσε η κατάσταση. Σ’ αυτόν ειδικά τον «λουκουμά» τηγανιζόταν ψαράκι, ξεκοκαλιζόταν προσεκτικά και η τραγανή νόστιμη πέτσα έμπαινε σε τακτοποιημένο βουναλάκι πλάι στα ζεστά, καπνιστά κομμάτια στο πιατάκι του. Ο γάτος με κοιτούσε μ’ ένα στρεβλό μειδίαμα, λες κι έλεγε: «Εγώ είμαι εδώ το αφεντικό κι εσύ, εσύ τίποτα». Τα κομμάτια που δεν άξιζαν πήγαιναν σε μένα. Με λίγα λόγια, με βασάνιζε όσο μπορούσε. Κι εγώ, για εκδίκηση, καμιά φορά τον έσπρωχνα διακριτικά από το πιάτο ή τον κατέβαζα απ’ τον καναπέ. Πόλεμος δηλαδή. Καμιά φορά μου έβαζε «νάρκες» στα παντοφλάκια και τα παπούτσια. Η γυναίκα μου γελούσε και έλεγε: «Α, καλά να πάθεις, αφού τον πειράζεις!» Χάιδευε τον ήλιο της, ο γκρι γάτος με κοιτούσε αφ’ υψηλού. Εγώ αναστέναζα. Τι να κάνεις, η γυναίκα μου ήταν μία και μη συζητήσουμε άλλο. Έπρεπε να τα υποστώ όλα. Ώσπου εκείνο το πρωί… Εκείνο το πρωί, φεύγοντας για δουλειά, άκουσα την απελπισμένη φωνή της γυναίκας μου από τον διάδρομο. Τρέχοντας βρήκα μπροστά μου έξι κιλά γούνας, νυχιών και αγριεμένης διάθεσης να της ορμάνε σαν ταύρος σε κόκκινο πανί. Μόλις με είδε το θηρίο, μου πήδηξε στο στήθος κι έσπρωξε τόσο, που έπεσα κάτω. Πετάχτηκα, άρπαξα μια καρέκλα σαν ασπίδα, τράβηξα τη γυναίκα μου στην κρεβατοκάμαρα και κλείσαμε την πόρτα πίσω μας. Το ζώο έπεσε πάνω στη καρέκλα και ούρλιαξε. Αλλά δεν τα παράτησε, συνέχιζε να μας επιτίθεται μέχρι να κλείσει η πόρτα. Καθώς ακούγαμε το σφύριγμά του απ’ έξω, αρχίσαμε να βάζουμε ιώδιο και οινόπνευμα στις αμέτρητες γρατζουνιές μας. Η γυναίκα κάλεσε στη δουλειά της και εξηγούσε ότι ο γάτος τρελάθηκε, μας ξέσκισε και πρέπει να πάνε αντί για δουλειά στο νοσοκομείο. Μετά κάλεσα κι εγώ και επανέλαβα τα ίδια στον προϊστάμενό μου. Και τότε… Τότε η γη ταρακουνήθηκε και το σπίτι αναστέναξε. Στην κουζίνα έσπασαν τζάμια, στο μπάνιο ράγισε το παράθυρο. Έπεσα το τηλέφωνο απ’ τα χέρια μου. Απόλυτη εκκωφαντική ησυχία. Ξεχάσαμε τον γάτο, πεταχτήκαμε στην κουζίνα και κοιτάξαμε έξω. Μπροστά μας μια τεράστια τρύπα. Παντού κομμάτια από αμάξια. Το γειτονικό φορτηγό είχε εκραγεί από τα φιαλίδια υγραερίου. Στο πάρκινγκ πεταμένα, αναποδογυρισμένα οχήματα σαν χελώνες και μακριά οι σειρήνες. Αποσβολωμένοι, γυρίσαμε και κοιτάξαμε τον γάτο. Καθόταν σε μια γωνιά, κρατώντας τη σπασμένη μπροστινή του πατούσα στο στήθος του και έκλαιγε σιγανά. Η γυναίκα μου ούρλιαξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά της. Άρπαξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τρέξαμε έξω από τις σκάλες — επτά ολόκληρους ορόφους χωρίς κουβέντα. Συγχωρέστε με εσείς που τραυματιστήκατε στην έκρηξη, μα εμείς είχαμε το δικό μας τραυματία. Το αυτοκίνητο μας στεκόταν άθικτο πίσω απ’ το σπίτι. Μπήκαμε βιαστικά και τρέξαμε στον γνωστό κτηνίατρο. Τη στιγμή εκείνη με έτρωγε η αγωνία, και σαν να μην έφτανε, το ραδιόφωνο έπαιζε τον Μιχάλη Τερζή και το „Δυο σε καφέ”. Μετά από μια ώρα, η γυναίκα μου κρατούσε το θησαυρό μας στην αγκαλιά της και εκείνος επέδειξε τη δεμένη του πατούσα σε όλους τους πελατες της κλινικής που έμαθαν τι συνέβη και σηκώθηκαν να τον χαϊδέψουν. Στο σπίτι, η γυναίκα μαγείρεψε το αγαπημένο του ψαράκι, του καθάρισε τα κόκαλα και του έβαλε τη νόστιμη τραγανή πέτσα στη γωνία. Εμένα, μου έβαλε τα υπόλοιπα. Ο γάτος πλησίασε κουτσαίνοντας και με κοίταξε με πόνο, προσπαθώντας να με περιγελάσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Ήμουν απασχολημένος, βιαζόμουν, αλλά όταν τέλειωσα πήγα κι έβαλα στο πιατάκι του τη δική μου μερίδα, καθαρισμένη από κόκαλα. Με κοίταξε έκπληκτος, μάζεψε το ποδαράκι και νιαούρισε ερωτηματικά. Τον πήρα αγκαλιά κι είπα: «Μπορεί να είμαι γκαντέμης, αλλά με τέτοια γυναίκα κι έναν τέτοιο γάτο, είμαι ο πιο ευτυχισμένος γκαντέμης στον κόσμο». Τον φίλησα στη μούρη. Ο γάτος γουργούρισε και με έσπρωξε με το κεφάλι στο μάγουλο. Τον άφησα στο πάτωμα και άρχισε να τρώει το ψαράκι του, κι εμείς με τη γυναίκα τον κοιτάζαμε αγκαλιασμένοι και χαμογελούσαμε. Από τότε ο γάτος κοιμάται μόνο δίπλα μου. Μου χαϊδεύει το πρόσωπο με τη μουσούδα του κι εγώ προσεύχομαι να μου χαρίζει ο Θεός όσα περισσότερα χρόνια να τους βλέπω, εκείνον και τη γυναίκα μου, δίπλα μου. Και δεν θέλω τίποτα άλλο. Ειλικρινά. Γιατί αυτό είναι η αληθινή ευτυχία.