Δώδεκα το πρωί η Αριάδνη είχε προγραμματισμένη επέμβαση. Απλή. Χρονοπρογραμματισμένη. Μία ώρα αναισθησίας, απλές χειρουργικές κινήσεις και έξοδος το ίδιο απόγευμα. Θα έπρεπε να πάει μαζί της, του το είπαν όλοι, αλλά εκείνη δεν επέμεινε· ήξερε ότι ο Αλέξανδρος είχε δουλειά. Έπαιρνε τις τελευταίες λεπτομέρειες για το νέο γραφείο στο Κηφισό.
Θα πάνε όλα καλά, της είπε, θα σε καλέσω μόλις τελειώσω.
Την φίλησε στο μάγου, έβαλε στην τσάντα της μερικές σακουλάκια ξηρού φαγητού για τις γάτες που κρύβονται στα υπόγεια, και έφυγε βιαστικά.
Ο Αλέξανδρος έστρωσε το γραβάτι του, κοίταξε ξανά προσεκτικά τον εαυτό του στον καθρέφτη, πήρε από το γραφείο το φάκελο του νέου project και πέταξε στο αυτοκίνητο. Η θέση του ως Διευθύνων Σύμβουλος μιας εταιρείας που είχε οδηγήσει στην κορυφή της αγοράς απαιτούσε απόλυτη αφοσίωση. Και την έδινε. Κάθε ελεύθερο λεπτό. Τον καθησυχάζει το ότι το κάνει για εκείνη, για τη δική του ζωή, ακόμη και για τις γάτες που τρέφει στο υπόγειο.
Δεν είναι ότι δεν του αρέσουν τα ζώα· είναι η παθιασμένη της ενασχόληση που του φαίνεται άσκοπη, χωρίς νόημα. Ένα παράξενο πρόβλημα που έπρεπε να ανεχθεί, όπως κάποιος αντέχει τα μικρά ελαττώματα του αγαπημένου του. Για αυτό κάθε πρόταση να φέρει στο σπίτι άγριες γατάκια τον έκοπτε κατακόρυφα. Δεν έβλεπε λόγο· δεν υπήρχε όφελος. Μια ιατρική λέξη σαρκοφάγος ή, στο τέλος, μια αριστοκρατική γατίτσα τουλάχιστον θα του έδινε κάποιο κοινωνικό κύρος. Τι όμως θα γινόταν με τα γατάκια από τα υπόγεια; Δεν κατάφερνε να το καταλάβει, και η Αριάδνη είχε κουραστεί να του εξηγεί.
—
«Επέμβαση Απλή Χρονοπρογραμματισμένη Τίποτα ξεχωριστό Θα έπρεπε να ήμουν εκεί μαζί της!!!»
Πόσες φορές την εβδομάδα επανέλαβε αυτή τη φράση; Χίλιες; Δώδεκα χιλιάδες; Όταν έσφυγε, άφησε τα πάντα πίσω του και έσπευσε στο νοσοκομείο Όταν, σφίγγωντας το λευκό μανίκι του γιατρών, τρέμουσε από την αγωνία του φορέα Όταν έσπαγε το σχέδιο που τον κράτησε μακριά από την Αριάδνη, και, γονατισμένος στο κρεβάτι της, έσπαθες το τέρμα του χέρι σας πάνω στο χέρι της, παρακαλώντας την να μην το αφήσει.
Αλλά εκείνη σιωπούσε. Κανείς από τους δύο δεν ήξερε ότι μια απλή ώρα αναισθησίας θα μπορούσε να κρύβει έναν κίνδυνο
Κάνουμε ό,τι μπορούμε, προσπαθούσε να πει ο γιατρός.
Δεν κάνετε τίποτα! φώναζε ο Αλέξανδρος, εξοργισμένος από την αδυναμία του, πληρώνοντας για τη μεταφορά της σε ιδιωτική κλινική.
Υπάρχει δυνατότητα, πρέπει να περιμένουμε, τον ησυχίαζε η νοσηλεύτρια.
Πού είναι αυτή η δυνατότητα; φώναξε στον διάδρομο, όταν μια εβδομάδα μετά η Αριάδνη δεν είχε ξανακοιμηθεί.
Δοκίμασε τα πάντα: συμβουλές κορυφαίων ειδικών, μουσική, κουβέντες. Γέμισε τη θάλαμα με λουλούδια. Σχεδόν άφησε τη δουλειά του, μόνο και μόνο για να είναι δίπλα της κάθε λεπτό. Ζήτησε, παρακαλούσε, υπόσχετο, ακόμα και να τη διέλυσε. Στην παρορμητική του σφαγή, φιλούσε, θυμίζοντας το ανόητο παραμύθι της ωραίας που κοιμόταν, και με κάθε μέρα έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην απόγνωση. Μια άγρια οργή που ήθελε να καταστρέψει τα πάντα.
Καθρέφτηκε το αριστερό του κάθισμα, έσπασε ένα βάζο, έριξε το σακίδιο που κρατούσε τα χρωματιστά πακέτα φαγητού για γάτες, και τα πακέτα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν κατάφερε ούτε να ταΐσει τις γάτες. Εκείνες τις άσκοπες γάτες που του προκαλούσαν μόνο αποστροφή, κρυμμένες πίσω από έναν ψεύτικο αδιαφορισμό.
«Πολύ αργά! Θεέ μου, τι αργά»βούταξε«να φτάσω!»
Θέλεν να γυρίσει ό,τι έγινε. Να το σβήσει με μια κίνηση του χεριού. Έτοιμος να κατεβεί στα γόνατα, να ακολουθήσει τα βήματα της, να φέρει τις γάτες στο σπίτι, και ακόμη να τις αγαπήσει, μόνο για να
Μια στιγμή τρεμοπαίζει το αδρεναλίνη που τον κρατούσε ζωντανό. Καθώς κοίταζε το χάος που είχε δημιουργήσει, σήκωσε με τρεμάμενα χέρια τα χρωματιστά πακέτα, έτοιμος να τα προσφέρει σε δέκα λεπτά στο υπόγειο
—
Αυτό λέγεται φελινοθεραπεία, αλλά δεν υπάρχουν στατιστικά για παρόμοιες περιπτώσεις, είπε σοβαρά ο θεράπων γιατρός, παρακολουθώντας με ενδιαφέρον πώς ο Αλέξανδρος έσυρε την έκτη κλουβίτσα στο δωμάτιο των ασθενών.
Θα γίνουμε οι πρώτοι, ψιθύρισε, αφήνοντας τα ζώα να βγουν από τα κλουβιά.
Είναι οι γάτες της. Καταλαβαίνετε; Τις θέλω! Θα δώσω τα πάντα για να της το πω. Απλά
Θα προειδοποιήσω το προσωπικό.
Ευχαριστώ, έπρεπε να το κάνω νωρίτερα Καταλαβαίνετε; Εγώ
Ποτέ μην χάνεις την ελπίδα. Μαθαίνουμε από τα λάθη μας, μην το ξεχνάς.
Δεν θα το ξεχάσω Ποτέ ξανά.
—
Δώδεκα το πρωί η Αριάδνη είχε προγραμματισμένη επέμβαση. Απλή, χρονοπρογραμματισμένη, μία ώρα αναισθησίας, και έξοδος την ίδια μέρα. Η Αριάδνη όμως δεν επέμεινε στο να είναι ο Αλέξανδρος παρών. Ξαναγέλασε, όμως δεν μπορούσε να συγκρατήσει το λαμπερό της χαμόγελο όταν τον έβλεπε, απομακρύνει το γραβάτι του και, με ενθουσιασμό, φορετάει την έκτη κουνουπινέλα στα αντισταθμιστικά γατάκια που τρέχουν μακριά του.
Τα γατάκια της. Αυτά τα υπόγεια, γεμάτα ψύλλους, που την άφησαν να ξυπνήσει πέρυσι, προσπαθώντας να πάρει μια ανάσα χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβη.
Επτά ζεύγη που έσκαναν στο βλέμμα της. Έξι αναπνοές ελαφρότητας που μόλις ακούγονταν, και ένας νικηφόρος, απεριόριστος κρότος χαράς που δεν θα ξεχάσει ποτέ.
Ίσως γι αυτό τώρα, όταν πρόκειται πάλι να περάσει από την ίδια δοκιμασία, δεν νιώθει φόβο. Βλέποντας τον κουρασμένο σύζυγό, με τρίχες από γατίσια γούνα κολλημένες στο πουκάμισό του, της ρίχνει μια κριτική ματιά, και εκείνη χαμογελάει ακόμα πιο πλατιά.
Και μετά ξεσπά σε γέλιο, παρακολουθώντας τους περαστικούς που γυρίζουν το κεφάλι τους. Ένας άνδρας με ακριβό κοστούμι, περιτριγυρισμένος από έξι αδέσποτα, αλλά περίφημα περιποιημένα γατάκια, καθένας τράβηξε το λουρί του προς την άλλη κατεύθυνση, φωνάζοντας στο δρόμο με ένα «Μιάου;» θέα που δεν αντέχουν οι ψυχοπαθείς.
Επέμβαση. Απλή. Χρονοπρογραμματισμένη. Μία ώρα αναισθησίας, απλές κινήσεις, και έξοδος το ίδιο απόγευμα. Και αν δεν σταματήσετε να τσουκίζετε ό,τι έρχεται στο δρόμο σας, την επόμενη φορά θα μείνετε σπίτι! είπε ψιθυριστά ένας σοβαρός άνδρας στον κήπο του νοσοκομείου, περιτριγυρισμένος από γάτες, κρατώντας στο γόνατό του ένα ελαφρά δαγκωμένο αλλά ακόμα όμορφο μπουκέτο τριανταφυλλιών.
Κοιτάζει το ρολόι, αρπάζει έξι πολύχρωμα λουριά, ελέγχοντας γρήγορα αν τα κλουβιά είναι σφιγμένα, και κοιτάζει τα παράθυρα της θάλασσας όπου η Αριάδνη ξυπνάει μετά την επέμβαση. Σύντομα θα του επιτρέψουν να μπει. Και θα μπορεί επιτέλους να καταγγείλει τα έξι άτακτα ουρκοζούλια που δεν τον ακούνε χωρίς αυτή.
Και να της πει πόσο την αγαπά. Θα τη αγαπάει πάντα. Ακόμα κι όταν θα εξαφανιστεί για μέρες στο καταφύγιο γατών, το οποίο η εταιρεία του χρηματοδότησε πρόσφατα.
Ένας ηλίθικος, ναι Αλλά όταν θυμάται τη μέρα που άνοιξε τα μάτια της, καταλαβαίνει πως, όσο είναι κοντά της, δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στη ζωή του. Και θα συνεχίσει να κυνηγά αυτές τις τρελές, αλλά για εκείνη, εκρηκτικές, επιθυμίες.
Πάντα, όσο δεν είναι αργά.





