«Μαμά μας χορηγεί βοήθεια;»
– Μου λες να φύγω; Δηλαδή η γιαγιά είναι μόνο για να την εκμεταλλευτούμε; Αν η γιαγιά θέλει να κάνει τα δικά της, να φύγει! Ευχαριστώ, Άμαλα.
***
Άμαλα τρέχει στο διαμέρισμα, προσπαθεί να φάει, να πίνει και τουλάχιστον ένα μάτι να μακιγιάρει. Γιώργος, όπως πάντα, είναι ήρεμος και τρώει πρωινό ενώ παρακολουθεί ειδήσεις.
– Γιώργο, βοηθήσου λιγότερο! Πού είναι το αγαπημένο δεινόσαυρο του Ντίνα; Χωρίς αυτό δεν πάει στην παιδική χαρά! – παρακαλεί η Άμαλα, ψάχνοντας κάτω από το καναπέ.
– Στην παιδική χαρά; Άμαλα, η Ντίνα είναι δύο χρονών, τι παιδική χαρά; Και αν μιλάς για εκείνη την άσχημη ιδιωτική παιδική μονάδα στο διπλανό κτίριο, η απάντησή μου είναι σα φάραγγα «όχι». Δεν θα πάει ποτέ εκεί. Συζητήσαμε ήδη. Πάμε να περιμένουμε να ανοίξουν τα δημόσια νηπιαγωγεία
Η Άμαλα κάνει ακόμη έναν γύρο στο διαμέρισμα.
– Όχι! Σε μία εβδομάδα αρχίζω τη νέα μου δουλειά στο ιατρείο, θυμάσαι; Μου υπόσχονται αύξηση αν φύγω! Και πάλι το πρόβλημα: σε ποιον θα αφήσω τη Ντίνα; Δεν βρίσκω καλή νταντά, όλοι είναι παράξενοι. Δεν θέλεις να τη στείλεις σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο, κι εγώ ανησυχώ αν μείνει μόνη με άγνωστο. Έτσι η Ντίνα πάει σήμερα σε δοκιμαστική μέρα στην παιδική μονάδα.
– Άμαλα, για το θείο
Η αντιπαράθεση τρέχει εδώ και μήνα. Η Άμαλα έχει ακόμα περίπου ένα χρόνο άδεια μητρότητας, αλλά δεν θέλει να επιστρέψει στην παλιά δουλειά, επειδή της προσφέρουν μια νέα θέση που ακούγεται ιδανική. Δεν έχει σκεφτεί ακόμη ποιος θα προσέχει τη Ντίνα.
– Ίσως αυτή η δουλειά δεν είναι για σένα; Μείναι σπίτι, φύλαγε το μωρό.
Η Άμαλα πετάει ένα πετσάκι κουζίνας.
– Πολύ αστείο! Σπούδασα έξι χρόνια, μετά ειδικότητα! Και εσύ μου λες να μένω σπίτι και να σου μαγειρεύω σούπα;
– Συγγνώμη, έκανα αστείο, – παραδέχεται ο Γιώργος, – αλλά η Ντίνα εξακολουθεί να μην έχει φύλακα.
– Θα πάει στην παιδική μονάδα.
– Έχεις δει τους εκπαιδευτές εκεί; Δεν είναι φοβιστική η Ντίνα;
Η Άμαλα παραδέχεται την ήττα.
– Ναι, πρέπει να βρούμε άλλη λύση Αλλά ο χρόνος τρέχει! Πρέπει να πάω στη δουλειά!
– Τότε προσλαμβάνουμε νταντά
– Μην μιλάς για νταντά! Δεν έχουμε τα χρήματα· οι νταντίδες που δεχόμαστε δεν αντέχουν. Καλύτερα η Ντίνα να μένει μόνη στο σπίτι.
Τότε εμφανίζεται η «έκτακτη βοήθεια», η Μαίρη, ξαδέρφη της Άμαλα, πάντα έτοιμη να φέρει τον εαυτό της, ακόμα κι αν έχει τα δικά της προβλήματα.
– Άμαλα!!! – φωνάζει η Μαίρη, – Έχω καταπληκτικά νέα! Θα λύσω όλα τα προβλήματά σου!
– Μαίρη, αν θέλεις να με βάλεις σε μαθήματα βελούδωσης, λέω «όχι» αμέσως! – διακόπτει η Άμαλα, προσπαθώντας να κλείσει το φερμουάρ του παπούτσιού.
– Όχι βελούδωση! Έχω κάτι πιο σοβαρό! Χθες μίλησα με τη γιαγιά Μαρία
– Μαίρη, πάμε κατευθείαν στο ζήτημα, παρακαλώ! Ο χρόνος είναι χρήμα! – βιάζεται η Άμαλα, – Στην κυριολεξία!
– Λοιπόν, της είπα ότι παλεύεις, δεν βρίσκεις νταντά, θέλεις να επιστρέψεις στη δουλειά, και δεν έχεις ποιος να προσέξει τη Ντίνα Μήπως ξέρεις τι είπε;
Η Άμαλα γύρισε τα μάτια της.
– Τι είπε, Μαίρε;
– Είπε ότι θα βοηθήσει! Θα έρθει και θα προσέχει τη Ντίνα!
Η Άμαλα μένει άφωνη.
– Η γιαγιά Μαρία; Πότε την άκουσαν να μας ενδιαφέρουν τα παιδιά μας; Είχε συνήθει να βγαίνει με φίλες, όχι να τρέχει μετά από δίχρονα.
– Μην με κρίνεις άσκοπα! – αντιδρά η Μαίρη, – Ναι, δεν είναι η τέλεια νταντά, αλλά είναι ενεργή, νεαρή στην ψυχή, και σε εξήντα μπορεί να φροντίσει ένα παιδί. Και για τη Ντίνα είναι και μια μοναδική εμπειρία: η επαφή με τη γιαγιά! Είναι σύνδεση γενεών!
– Σύνδεση γενεών; Η τελευταία μας «σύνδεση» ήταν όταν έδωσε στη Ντίνα σοκολατένια γλυκίσματα και της προκάλεσε δερματική αντίδραση! Άρνηση.
Αναλαμβάνει ο Γιώργος, που παρακολουθούσε ήσυχα όλη τη σκηνή.
– Μου αρέσει η ιδέα, – λέει.
Η Άμαλα τον κοιτάζει έκπληκτη.
– Γιώργε, το λες σοβαρά; Η γιαγιά Μαρία γεννήθηκε μόνο ένα παιδί σε 16 χρονών και από τότε έχει ξεχάσει τα παιδιά.
– Και; – ανασηκώνει τους ώμους ο Γιώργος, – Αλλά είναι δική μας! Δεν ήθελες ξένο άτομο στο σπίτι.
Η Άμαλα συνειδητοποιεί τη λογική του. Μια νταντά μπορεί να βρεθεί, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση για την αγάπη. Και η δική μας γιαγιά, που τελευταία άλλαξε πάνα πριν από σαράντα χρόνια…
– Εντάξει, – αναστέλλει, – Αλλά που θα ζει όταν έρθει; Μαζί μας; Αυτό είναι αδύνατο.
Ο Γιώργος χαμογελάει αυταρχικά.
– Αυτό είναι το πρόβλημά μου! Στο διαμέρισμά μου θα είναι άνετα. Οι συγκάτοικοι έφυγαν, οπότε εκεί θα μείνει η γιαγιά Μαρία.
Η Άμαλα κοιτάζει με δυσπιστία.
– Προσφέρεις τη γιαγιά μου στο δικό σου διαμέρισμα; Είσαι σίγουρος; Τον ξαπλώνεις κάθε μικρή γρατζουνιά στο πάτωμα!
– Άμαλα, για σένα και τη Ντίνα θα κάνω ό,τι χρειαστεί! Και είναι προσωρινό, μέχρι η Ντίνα να μπει στην παιδική μονάδα.
Κανένα άλλο δρόμο δεν υπάρχει.
– Εντάξει, συμφωνήσαμε. Μαίρε, ευχαριστώ για τη βοήθεια!
Η Μαίρη χτυπάει τα χέρια.
– Τέλεια! Τώρα θα καλέσω τη γιαγιά και θα της πω τα καλά νέα!
Δεν περνά πολύς καιρός. Κανονίζουν να φτάσει τη Σάββατο νωρίς, στις οκτώ το πρωί. Η Άμαλα και ο Γιώργος προετοιμάζονται, αγοράζουν γλύκισμα για τσάι και ετοιμάζουν τις οδηγίες. Η γιαγιά όμως δεν εμφανίζεται ούτε στις οκτώ, ούτε στις εννέα, ούτε στις δέκα. Η Άμαλα ανησυχεί και τηλεφωνεί στη γιαγιά και στη Μαίρη.
– Μαίρα, πού πήγε; Έπρεπε να είναι εδώ! Μήπως κάτι συνέβη;
– Δεν ξέρω, Άμαλα. Την πλησίασα και δεν απαντά. Ίσως μπλοκαριστεί στο δρόμο.
Την ώρα όλη η μέρα περνά σαν αγωνία. Τέλος, γύρω στις έξι το απόγευμα, χτυπά το κουδούνι του θυροτηλεφώνου. Η γιαγιά μακριά, με κόκκινο μαντήλι, λαμπερά μάτια.
– Χάραξα πολύ, είμαι κουρασμένη! λέει, δίνοντας στο Γιώργο μια βαριά τσάντα Η πόλη σας είναι όμορφη. Περπάτησα στην Πλατεία Συντάγματος, κάθισα σε καφενείο, δοκίμασα γλυκά.
Η Άμαλα και ο Γιώργος την κοιτάζουν απορημένοι.
– Γιαγιά, είχαμε συμφωνήσει για πρωί! προσπαθεί να εξηγήσει η Άμαλα.
– Αχ, μην ασχολείστε! απομακρύνει η γιαγιά Αποφάσισα να ξεκινήσω το ταξίδι με περιηγήσεις. Λίγο καθυστέρησα, τίποτα σοβαρό.
Τότε βγαίνει η Ντίνα.
– Να η εγγονή μου! Πόσο μεγάλη έχεις γίνει! τυλίγει η γιαγιά τη Ντίνα Έλα, θα σου δώσω καραμέλα!
Η Άμαλα διακόπτει.
– Σταματάς, Ντίνα δεν μπορεί να τρώει καραμέλα! Έχει αλλεργία!
– Εντάξει, εντάξει, λέει η γιαγιά, Θα το θυμάμαι.
Το βράδυ, μετά το δείπνο, η Άμαλα δίνει στη γιαγιά ένα φύλλο με οδηγίες.
– Επειδή δεν κάναμε καλή συζήτηση, ετοιμάσαμε μια λίστα: πότε να τρώει η Ντίνα, πότε να βγάζουμε βόλτες, τι κινούμενα σχέδια μπορεί να βλέπει. Διαβάστε, είναι σημαντικό.
Η γιαγιά ρίχνει μια ματιά, γελάει.
– Απλά μην ανησυχείτε! Φροντίζω παιδιά από καιρό. Όλα τα παιδιά είναι ίδια, θα τα τακτοποιήσω.
– Απ’ τη Δευτέρα θα προσέχει τη Ντίνα, συνοψίζει η Άμαλα Θα μένει εδώ, και θα σας πληρώνουμε όπως συμφωνήσαμε. Κάθε φορά ακολουθείτε τις οδηγίες. Θα σας πω και άλλα.
– Εντάξει, λέει η γιαγιά, Αλλά τη Δευτέρα δεν μπορώ.
– Πώς; απορημένη η Άμαλα. – Τι είχαμε συμφωνήσει;
– Ξέχασα! Στο Πειραιά έχω παλιά φίλη. Είδαμε, μην μιλάμε για χρόνο. Η φίλη μου με καλεί για καφέ. Έχουμε πάει χρόνια, όμως σήμερα μιλήσαμε και θα τα δούμε.
Η Άμαλα σκέπτεται.
– Αλλά εγώ ξεκινάω τη δουλειά τη Δευτέρα! Δεν έχουμε χρόνο για αναζήτηση φύλακα!
– Ρώτα τη Μαίρα λέει η γιαγιά Είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει.
– Εντάξει λέει η Άμαλα Θα αρχίσεις από την Τρίτη.
– Σοβαρά; λέει η γιαγιά Άμαλα, απλά να χαλαρώσεις, θα φτάσει.
Την επόμενη μέρα, η Άμαλα και ο Γιώργος παίρνουν τη Ντίνα στο διαμέρισμα της γιαγιάς. Ο χρόνος πιέζει, η Άμαλα αργεί, ο Γιώργος περιμένει στην παραγγελία. Στο δρόμο λένε:
– Γιαγιά, πάρε τη Ντίνα. Την τρέφαμε στο πρωινό, δεν είναι πεινασμένη, οπότε το μεσημεριανό είναι δική σου. Αν πει κάποια ώρα να φάει, δώσε της μπανάνα ή φρούτο.
Η γιαγιά παίρνει τη Ντίνα στα χέρια, προσπαθεί να την αγκαλιάσει, αλλά το παιδί αρχίζει να κλαίει και να λυγίζει.
– Πώς είναι επιμονή, λέει η γιαγιά, Μάλλον δεν κοιμήθηκε καλά.
Η Άμαλα παρατηρεί κάτι παράξενο: η γιαγιά μυρίζει αλκοόλ.
– Γιαγιά, πήρες ποτό χθες; ρωτάει.
– Λίγο, παραδέχεται, Πήγα να πάρω έναν καφέ με μια φίλη, θυμήθηκα τις παλιές μέρες.
– Λίγο;; Είσαι ακόμη στη θέση σου; Δεν μπορείς να προσέχεις το παιδί σε τέτοια κατάσταση! φωνάζει η Άμαλα.
– Δεν είμαι μούδια, απαντά η γιαγιά, Θα παίξει η Ντίνα, εγώ θα ξεκουραστώ, θα πιω νερό, κι ό,τι θα περάσει μέχρι το μεσημέρι.
Η Άμαλα δεν ακούει.
– Παίρνω τη Ντίνα. Δεν μπορείς να με προσέχεις έτσι!
– Και πάρε τη, λέει η γιαγιά, Δεν με νοιάζει.
Η Άμαλα βγαίνει βιαστικά. Ο Γιώργος τρέχει πίσω της, προσπαθώντας να ηρεμήσει.
– Άμαλα, μην ανησυχείς! Συμβαίνει. Η φίλη της πήγε για καφές, θα ηρεμήσει. Μήπως δεν θα πίνει πια;
– Γιώργε, το λες σοβαρά; φωνάζει Ήρθε να μας φροντίσει, και πίνει! Ποιος θα προσέχει τη Ντίνα;
Προκαλούν ξανά τη Μαίρα, που συμφωνεί να έρθει μόνο αν η Άμαλα αγοράσει νέα υλικά ζωγραφικής. Η Άμαλα δεν έχει χρόνο να σκεφτεί γιατί η Μαίρα έχει ήδη μολατοφόρα πηγαίνει στη δουλειά.
Την επόμενη εβδομάδα η γιαγιά φαίνεται πιο ήρεμη και αρχίζει να αλληλεπιδρά με τη Ντίνα. Η Άμαλα χαλαρώνει και δουλεύει. Όμως η ευτυχία δεν διαρκεί.
Ξεκινούν τα «σκληρά» πρωινά της γιαγιάς-νταντάς.
Πρώτο «έκπληξη» τα μουσεία. Η γιαγιά Μαρία ανοίγει ξαφνικά πάθος για τέχνη. Κάθε μέρα μας λέει για τις επισκέψεις της στην Ακρόπολη, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μουσείο Αττικής, αντί να προσέχει το παιδί. Αλλά δεν την απαγορεύουμε να εξερευνάει, τα Σαββατοκύριακα είναι δικά της.
– Θα δείτε τι ωραία πίνακες! λέει, όταν καταφέρΤελικά, η Ντίνα έμαθε πως η αγάπη και η φροντίδα μπορούν να βρεθούν και στα μικρά καθημερινά χαμόγελα, χωρίς να χρειάζεται κανένας να θυσιάζει τις δικές του στιγμές.





