Θυμάμαι πως ο Λέων, απογοητευμένος, κατέβαινε από το λεωφορείο στο μικρό μας χωριό Αράχωβα, νιώθοντας πως ήταν ο πιο άχρηστος άνθρωπος στη γη. Η παχύγλυκη μου μπλούζα, άσχετη με τη ζέστη της καλοκαιρινής μέρας, έπιανε σκόνη από το δρόμο.
Στο κεντρικό μας χώρο, κάτω από τη σκιά μιας παλιάς βελοούπλα, η μητέρα μας, η Μαρία, έπλεκε τα καλοψημένα φράουλα σε σιρόπι, ενώ ο πατέρας, ο Γιάννης, προσπαθούσε να επισκευάσει το τρελό ξύλιν
κο μαγαζάκι που έτρεμε σαν ψαλίδι. Όταν είδε τον γιο να γυρίζει, έμειναν όλοι ακινητοποιημένοι και άνοιξαν το χαμόγελο:
«Πώς πάει, γιε; Θα μπεις στο πανεπιστήμιο; Εμείς δεν το αμφιβάλλουμε!» είπε η Μαρία, σφίγγοντας τα χέρια της στο πορτοφόλι.
Ο Λέων δεν μπόρεσε να βγάλει ούτε μια λέξη. Η απάντησή του ήταν ένα απαλό κτύπημα του κεφαλιού.
«Μπλήκαρα;» ρώτησε ο Γιάννης, ο οποίος ποτέ δεν είχε καταλάβει τα πρόσωπά μου.
«Όχι, δεν μπλήκαρα», ψιθύρισε ο Λέων, και η σιωπή κατέλυσσε το δωμάτιο.
Ο Λέων ήταν πάντα ο πιο λαμπρός αποφοίτων της τάξης και όλοι πίστευαν ότι οι πόρτες του θα ήταν πάντα ανοιχτές.
Η Αθηνά, η μικρότερη μας αδερφή, έτρεχε σαν μικρή τυφώνια από το δωμάτιο, με τα μαλλιά της σκούρα σαν το κάστρο του ομίλου, με βλέμμα που έμοιαζε να έχει ηλικία πολλά χρόνια. Ήταν ακόμα στην δέκατη τάξη, αλλά η αποφασιστικότητά της ήταν ατσάλια.
«Τι γίνεται εδώ; Γιατί οι όψεις είναι τόσο βαριές;» ρώτησε με τόνο που σπάει το αέρα, στροβιλίζοντας το βλέμμα της γύρω μας.
«Δεν μπλήκαρα, Αθηνό», είπε ο Λέων, τραβώντας τα χέρια του σαν να στέλνει σε όλο το χωριό την αποτυχία του.
Η Αθηνά, όμως, δεν έδειξε καμιά ευαισθησία:
«Κι όμως, δεν μπλήκαρα στο δημόσιο; Και τί να γίνει ο κόσμος μας; Η Καλή ζωή θα σταματήσει;» έπαιξε, αλλά με ένα χαμόγελο που έσκαγε σαν καραμπίνα.
«Αχ, τι ξαναφύλακες;» φώναξε η Μαρία, τσουκρίζοντας το αχένικο δέντρο. «Θα κερδίσουμε τα χρήματα, θα βρούμε δουλειά! Εσείς δούλετε και εμείς δεν πεινάμε.»
«Τι δουλειά; Πού;» ρώτησε ο Γιάννης, γεμάτος αμφιβολία.
«Θα βρω δουλειά στο αγρό, θα νικήσω το κόστος των σπουδών. Εγώ θα πάω σχολείο, εγώ θα δουλεύω!» απάντησε η Αθηνά, σφριγμένοι στους μύθους.
Μετά, ο Λέων έφυγε για την Αθήνα, μπήκε σε μικρό δωμάτιο φοιτητικής εστίες, και τα πρώτα χρόνια ήταν σαν κακός λυκος: η τιμή του φαγητού, η δύσκολη συζήτηση με τους συγκάτοικους. Αλλά σφύριζε η ψυχή του, θυμόταν ότι η μητέρα του είχε σπείρει σε αυτόν το σπόρο της ελπίδας.
Η Αθηνά, με τη δουλειά στο αγρό, έπρεπε να φροντίζει τον κήπο, να ψωνίζει και να μαγειρεύει για όλους. Η ηλικία της δεν την εμπόδισε να είναι πιο ώριμη από πολλούς.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Λέων ολοκλήρωσε το πτυχίο του, κατέκτησε το πρώτο του δουλειά, και μάλιστα συνέχισε να σπουδάζει μεταπτυχιακά. Η Αθηνά, εν τέλει, βρήκε σύζυγο έναν αδέξιο, ατίθαστο άνδρα που έψαχνε πάντα το τελευταίο ποτήρι ούζο. Οι ευθύνες της επανήλθαν, καθώς η ζωή του παιδιού τους, Πέτρου, ήταν γεμάτη φρεσκάδα: το παιδί είχε ανεπτυγμένο ταλέντο στα ξένα γλώσσες.
Ο Πέτρος μπήκε σε δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά δεν βρέθηκε δωμάτιο στην εστίες. Η Αθηνά τηλεφώνησε στον αδερφό της:
«Λέοντα, ο Πέτρος δεν βρήκε φοιτητική εστία. Μπορείς να τον φιλοξενήσεις;»
Ο Λέων σιωπούσε, ακούγοντας το θόρυβο των ανθρώπων στο λιμάνι, και απάντησε με σκληρότητα:
«Δεν έχω χώρο, δεν έχω λεφτά. Η ζωή μου είναι η δική μου. Μην με πιέζετε.»
Η Αθηνά κοίταξε τα δάκρυά της, έσπαγε το κεφάλι της, αλλά συνέχισε: «Θα βρούμε άλλη λύση». Και το έβρισκε· με μια σειρά από γραπτές επιστολές και παραίνεση σε τοπικές αρχές, κατάφερε το δικαίωμα για τον Πέτρο να ζήσει στην εστίες.
Όταν η Αθηνά επισκέφθηκε το πανεπιστήμιο για να δει τον αδερφό της, τον έβλεπε στον μπαλκόνι, με γυαλιά και καφέ, και τη χαιρέτησε.
«Τι θέλεις πάλι;» είπε, χωρίς να του δώσει μια ευκαιρία για εξηγήσεις.
«Μην έρχεσαι πάλι με τα ζητήματα του Πέτρου», του φώναξε, «Δεν θα φιλοξενήσω κανέναν».
Η Αθηνά έφυγε σπασμένη, αλλά με το κεφάλι ψηλά. Έπρεπε να βοηθήσει τον Πέτρο, να τον στηρίξει ν’ ανεβεί, γιατί η δικαιοσύνη δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ληστέψει κανείς.
Τα χρόνια περνούσαν· ο Λέων είχε μια καριέρα που του έφερε χρήματα σε ευρώ, αλλά η καρδιά του παρέμεινε κλειστή. Η Αθηνά, όλο και μόνη, με τον Πέτρο και το μικρό της παιδί να δουλεύουν σκληρά, έζευγαν τα νήματα της οικογένειας με σπασμένα χέρια.
Κάποτε, όταν ο Λέων ήρθε στο χωριό παλαιός και γονιός, ήρθε να ζητήσει συγγνώμη:
«Λυπάμαι που σε έβαλα άσχημα, ότι με την γυναίκα μου τέλειωσα, και ότι σε απομάκρυναν οι λέξεις μου», είπε, με δάκρυα.
Αλλά η Αθηνά, που είχε μακριά τα χρόνια της υπομονή, απάντησε:
«Τι σημαίνουν τα συγχωρέματα μου όταν το βάρος των πράξεών σου είναι όλο το χρόνο;»
Και έτσι, το κεφάλι του Λέων έμεινε κλειδωμένο σε μια πόρτα που ποτέ δεν άνοιξε. Η μνήμη του είναι μόνο μια σκιά στο παρελθόν, ως μια υπόμνηση ότι τα χέρια που δεν δίνουν μπορεί να χάσουν πάντα το νόημα.





