Στο ίδιο πάρκο Ζαππίου, εκεί που όλα ξεκίνησαν πριν είκοσι χρόνια, συναντιούνται ξανά. Δεν επειδή το σχεδίασαν, αλλά επειδή ο φθινοπωρινός άνεμος σα φρέσκο βιβλίο σαρώνει τις παλιές τους ζωές.
Ο Αλέξανδρος Πάππας περπατάει στην αλυσίδα δένδρων, φωτισμένη από χρυσαφείς λυχνίες. Στο τσέπη του του παλτό του κυλίεται ένα τσαλακωμένο εισιτήριο για το τρένο που φεύγει απόψε. Ετοιμάζεται να φύγει για πάντα· αυτή η βόλτα είναι ο ήσυχος αποχαιρετισμός του στην Αθήνα, στην οποία πέρασε όλο του το καλοκαίρι και η πρώτη του νεότητα.
Από την άλλη όψη, στην ίδια παλιά ξαπλώστρα με τη σπασμένη γωνία του καθίσματος και τις σκιώδεις αρχές «Α.+Μ.» χαραγμένες στην πλάτη, κάθεται η Αγγελίνα Βλάχος. Είναι τυλιγμένη σε ένα μπεζ μανδύι και κοιτάζει τη λίμνη, όπου οι χελιδόνες παίζουν κοντά στην όχθη ζητώντας ψίχουλα από τους σπεσιαστικούς περαστικούς.
Ο Αλέξανδρος σταματά, η καρδιά του κάνει το παλιό, ξεχασμένο κύμα· δεν χτυπά, αλλά κουνιέται σαν εκκρεμές που μετρά το χρόνο προς τα πίσω. Την αναγνωρίζει αμέσως όχι το κομψό, λίγο κουρασμένο πρόσωπο, αλλά τον τρόπο που κλίνει το κεφάλι, το σχήμα των χεριών της που κρατούν τα γόνατά της.
Αγγελίνα; ψιθυρίζει, η φωνή του τραχιά και ξένη.
Γυρίζει. Δεν φοβάται, ούτε τρέμει· φαίνεται ότι περίμενε κάτι τέτοιο. Τα γκρι-πράσινα μάτια της διευρύνονται.
Αλέ! Θεέ μου Αλέ.
Προχωράει και κάθεται δίπλα της, αφήνοντας μεταξύ τους μια απόσταση που θα μπορούσε να χωρέσει είκοσι χρόνια. Ο αέρας μυρίζει υγρά φύλλα, καπνός και ακριβά αρώματα όχι εκείνα των νεαρών χρόνων, γλυκά και τολμηρά.
Τι κάνεις εδώ; ρωτούν σχεδόν μαζί, γελώντας αμήχανα.
Αποδεικνύεται ότι ήρθε για μια βόλτα μετά τη διάλεξη στο πανεπιστήμιο που είναι κοντά. Εκείνος όμως ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει.
Παύση, άνετη και βαριά ταυτόχρονα.
Θυμάσαι, ξαφνικά λέει η Αγγελίνα, κοιτάζοντας το νερό, πώς συναντηθήκαμε πρώτη φορά; Εσύ έτρεχες με το πατίνι και σχεδόν με έπιασες.
Δεν το «σχεδόν», το χτύπησα, χαμογελάει ο Αλέξανδρος. Έπεσες σε μια βρύση. Και αντί να ζητήσω συγγνώμη, άρχισα να φωνάζω ότι έσπασες το πατίνι μου.
Και εγώ έκλαιγα όχι γιατί έσπασα τα κάλτσικά μου, αλλά επειδή ήσουν τόσο ακατάλληλος, ανακινεί το κεφάλι της η Αγγελίνα, και στα μάτια της λάμπουν μικρές ρυάκια γεμάτες γωνίες του χρόνου, πιο όμορφα από οποιοδήποτε κόσμημα. Το επόμενο πρωί ήρθες με ένα κουτί γλυκισμάτων «Σκουλαρίκι».
Και κάναμε παρέα μέχρι το σκότος, ολοκληρώνει ήσυχα ο Αλέξανδρος.
Τότε η μνήμη λειτουργεί σαν παλιά προβολή, ρίχνοντας φωτεινές, ελαφρώς ξεθωριασμένες σκηνές. Βλέπουν τους νέους τους εαυτούς να ψήνουν λουκάνικα σε φωτιά με φίλους, και η Αγγελίνα, καλυμμένη με σκόνη, του τροφοδοτεί το πιάτο με πιρούνι, ενώ αυτός προσποιείται ότι τρώει το δάχτυλο. Δένονται στην καταιγίδα, βρεγμένοι μέχρι το δέρμα, φωνάζοντας από ενθουσιασμό. Στη γενέθλια της, του δίνει ένα ασημένιο δαχτυλίδι με μικρό ζαφείρι, που αγόρασε με όλα του τα καλοκαιρινά κέρδη, και εκείνος κλαίει, κλείνοντας το χέρι του στα χείλη της.
Τώρα μιλούν για όλα αυτά, και οι λέξεις κυλούν ελαφριά, σαν να μην είχαν κρυφτεί όλα αυτά τα χρόνια κάτω από το στρώμα των καθηκόντων και απογοητεύσεων.
Θυμάσαι πώς καυγάσαμε για το πανεπιστήμιο; ρωτά η Αγγελίνα. Θες να σπουδάσεις στην Πράγα, εγώ δεν μπορούσα να φύγω λόγω της μητέρας.
Ήμουν ανόητος, ψιθυρίζει ο Αλέξανδρος. Έλεγα ότι αν αγαπάς, θα πας μέχρι το άκρο του κόσμου.
Εγώ έλεγα ότι αν αγαπάς, θα καταλάβεις, αναπνέει. Ήμασταν τόσο νέοι και σίγουροι πως η αγάπη είναι μια μαγική δύναμη που λύνει τα πάντα. Αλλά ήταν εύθραυστη, σαν το πρώτο πάγο στη λίμνη.
Σιωπούν. Ο άνεμος ξερανούν τα φύλλα από ένα καστανό δέντρο, και τα φύλλα χορεύουν σε έναν αργό, αποχαιρετιστή λυμπέν.
Είσαι καλά; ρωτά ο Αλέξανδρος, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση. «Καλά» δεν είναι η ζωή τους. Η Αγγελίνα έχει οικογένεια και δουλειά, ο Αλέξανδρος διευθύνει τη δική του εταιρεία σε άλλη πόλη. Όλα είναι «σωστά», αλλά όχι «καλά» με την έννοια που είχαν όταν ήμασταν 20ετών.
Ναι, απαντά, και στο βλέμμα της φαίνεται το ίδιο. Όλα είναι καλά.
Βγάζει το εισιτήριο από την τσέπη, το σφίγγουν τα χέρια του. Το χαρτί που τον χωρίζει από αυτήν την πόλη, το πάρκο, αυτήν.
Ξέρεις, λέει, τραβώντας το χέρι, θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά των μαλλιών σου. Δεν ήταν άρωμα, αλλά το ίδιο το μαλλί· ένα μείγμα από σαμπουάν με μήλο και ήλιο.
Η Αγγελίνα τον κοιτάζει, και τα μάτια της λάμπουν.
Θυμάμαι κι εμένα το σφυρίγγιό σου. Είχες ένα ιδιαίτερο σφυρίγμα με δύο δάχτυλα, όταν περνούσες μπροστά στην εισόδους μου, και εγώ έσπρωγα στο μπαλκόνι σαν τρελή.
Προσπαθεί να σφυρίξει τώρα, μα ακούγεται αχνό και αβέβαιο· η ικανότητα έχει χαθεί. Και οι δύο γελούν ξανά, με μια ελαφριά, μα βαθιά θλίψη.
Ώρα να φύγουν. Στέλνονται από το παγκάκι ταυτόχρονα, σαν παλιά συνήθεια.
Γεια σου, Αλέξανδρε, λέει η Αγγελίνα.
Γεια σου, Αγγελίνα.
Δεν αγκαλιάζονται, δεν φιλήσουν το μάγουλο. Απλώς χωρίζονται στα άκρα του μονοπατιού, όπως πριν, όταν ήμασταν 20, τότε περίμεναν να ξανασυναντηθούν αύριο· τώρα ποτέ.
Ο Αλέξανδρος φτάνει στην έξοδο του πάρκου, γυρίζει. Η Αγγελίνα είναι ήδη μακριά, μια σιλουέτα που σιγοβύθιζεται στο σούρουπο. Βγάζει το εισιτήριο, κοιτάζει τα θολά γράμματα και αριθμούς. Σιγά, χωρίς βιασύνη, το ραγίζει σε κομμάτια και το πετάει στο κάδο.
Δεν φεύγει με βάρος. Το αφήνει εκεί που του ανήκει. Και προχωράει μπροστά, προς το κρύο του βράδυ, με το μόνο άρωμα μιας μακρινής αναμνήσεως το σαμπουάν με μήλο.
Βγαίνει από το πάρκο· ο ήχος της πόλης τον κατακλύζει το γουγγίλισμα των αυτοκινήτων, τα σαλπάκια των κρουζιστών, τα βιαστικά βήματα. Η μυρωδιά της βενζίνης και των γύρων από το μικρό κουτί στο κεντρικό δρόμο. Φοράει το παλτό του και κατευθύνεται αδιάκοπα προς τον σταθμό, παρόλο που το τρένο δεν τον περιμένει πια.
Περπατά σε γνωστές γειτονιές, και κάθε γωνιά είναι τώρα μια σελίδα από το βιβλίο που έγραψαν μαζί. Η παλιά αίθουσα του κινηματογράφου «Κύπρος», όπου φιλιούνταν κρυφά από το ξαφνικό βρέχει. Το καφέ που είχε γίνει τώρα μοντέρνο μπερ, όπου η Αγγελίνα δοκίμασε για πρώτη φορά ελληνικό καφέ και έβαλε στα χείλη της «γεύση σαν πικρή γη». Τώρα φαίνεται το μεγάλε σήμα μιας τράπεζας.
Η σκέψη να επιστρέψει, να την βρει, να πει τι; Να πει ότι όσα χρόνια ψάχνει τα πρόσωπα άγνωστων γυναικών; Ότι καμία επιτυχία δεν μυρίζει τόσο γλυκά όσο το σαμπουάν της. Θα ήταν τρέλα. Είναι ενήλικες με υποχρεώσεις, προγράμματα, βιογραφίες που δεν έχουν χώρο για το ένα το άλλο.
Στο μεταξύ η Αγγελίνα κάθεται σε άλλο παγκάκι, μόλις λίγα βήματα πιο μακριά. Κοιτάζει τα φύλλα που ο άνεμος κυλούν πάνω στο νερό και σκέφτεται πόσο παράξενο είναι το πεπρωμένο. Είκοσι χρόνια μια ζωή με άλλον, παιδί, διπλωματική, καθημερινό ρυθμό και όλα μπορούν να σβήσουν σε δέκα λεπτά μια τυχαίας κουβέντας.
Θυμάται το βλέμμα του το ίδιο έντονο, ελαφρώς έλεγχό του, που της έκοπτε το αναπνοή στο παρελθόν. Το βλέμμα που δεν έβλεπε μόνο τον καθηγητή, αλλά το κορίτσι με το πατίνι, βρεγμένο και τρελαμένα ευτυχισμένο.
Ξαφνικά νιώθει έντονη, σχεδόν σωματική επιθυμία να τρέξει, να τον πιάσει. Να ρωτήσει: «Κι αν;» Αλλά τα πόδια της δεν ακούνε. Έχουν συνηθίσει την σταθερότητα, την προβλεψιμότητα. Ξέρουν το δρόμο προς το σπίτι, προς τον σύζυγο που πιθανότατα ανησυχεί γιατί καθυστέρησε.
Συγκεντρώνοντας τη σκέψη της, σηκώνεται και κατευθύνεται προς το πανεπιστήμιο όπου την περιμένει το αυτοκίνητό της. Δεν γυρνά πίσω στην λίμνη, στο παγκάκι, στα φαντάσματα της νεότητας.
Ο Αλέξανδρος φτάνει στον σταθμό. Η οθόνη με τα δρομολόγια είναι γεμάτη πόλεις που του περιμένουν. Πηγαίνει στο ταμείο.
Πού θέλετε να πάτε; ρωτά η ταμία με κουρασμένη φωνή.
Ο Αλέξανδρος την κοιτάζει, μετά τα χέρια του που μόλις πριν σφίγγονταν το άδυνατο εισιτήριο.
Πουθενά, ψιθυρίζει. Ήδη έφτασα.
Γυρίζει και απομακρύνεται από τον σταθμό. Δεν ξέρει τι θα φέρει το αυριανό. Μπορεί να βρει δουλειά εδώ, να νοικιάσει μικρό διαμέρισμα με θέα το πάρκο, ή απλώς να μείνει λίγες μέρες, να αναπνέει το φθινοπωρινό αεράκι.
Δεν ψάχνει άλλο μια συνάντηση. Η συνάντηση έγινε· τον ξύπνησε, τον έκανε να θυμηθεί ποιος είναι πίσω από τα χρόνια και τις επαγγελματικές συμφωνίες.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό δεν έχει πουθενά να βιαστεί. Είναι απλώς ο Αλέξανδρος, που κάποτε αγαπούσε την Αγγελίνα. Και αυτό, παράξενο, όμως, ήταν αρκετό εκείνο το βράδυ. Το παρελθόν δεν μπορεί να επιστρέψει, αλλά μπορεί να σταματήσει το τρέξιμο του. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια παράξενη, πικρή και θεραπευτική ελευθερία.
Τώρα περπατά στους άδειους δρόμους της νύχτας, και η πόλη δεν είναι πια μουσείο των χαμένων του. Τα φώτα δεν κρέμονται σαν γιρλάντες του παρελθόντος· φωτίζουν απλώς το δρόμο μπροστά. Νιώθει μια ελαφριά άδεια, σαν να έχει ανοίξει χώρος στην ψυχή του για κάτι νέο. Το παρελθόν τον άφησε, όχι με το θόρυβο μιας κλειστής πόρτας, αλλά με μια ήσυχη, ανακουφιστική ανάσα. Και σε εκείνη τη σιγή αρχίζει κάτι δικό του, πραγματικό.





