Θυμάμαι τότε, όταν η Νίνα, η γειτόνισσα μου από την Πλατεία Αρχάγγελου, καταγέλαζε ότι θα φέρει την καταδίκη στον Τόλη. «Θα φταίνεις εσύ, Νίνα, εσύ που κάτσωσες μόνο στο παγκάκι του κήπου και έλαμπες με τα γυμνά σου γόνατα», έλεγε με την φωνή της γεμάτη θυμό. «Τον Τόλη, που είναι τόσο ευαίσθητος, θα ρωπά. Κανείς δεν μπορεί να δει τέτοιου είδους γοητεία».
Στη γραμμή του τηλεφώνου, η φωνή μου έγινε σκληρή: «Τώρα βλέπω τον Τόλη να γράφει μια τελευταία επιστολή. Λέει ότι δεν μπορεί χωρίς αυτήν, ότι η ψυχή του σφίγγεται. Λέει πως δεν θα ζήσει, λέει ότι θα πεθάνει». Η φωνή μου έλειψε για μια στιγμή, μόνο η ανήσυχη ανάσα του συζύχου ακούστηκε: «Ω, Πέτρος μου, προχώρα, πιάσε το μαχαίρι και τσούπισε το!».
Η γιαγιά Λαυρένα, με τα παλιά της γυαλιά, παρακολουθούσε με χαρά καθώς η Νίνα έσπερνε στην άσθενη διαμερίσμα του Τόλη, φέρνοντας του αγάπη που δεν είχε ξαναζήσει. Ο Τόλης ζούσε μόνος, αφού η μητέρα του, η Μαρία, τα χρόνια πριν του έδωσε τη διαμερίσμα και του είπε να παντρευτεί γρήγορα και να φέρει εγγόνια. Ο νεαρός, που είχε το ταλέντο της ηλεκτρονικής και τη σιωπή του, δεν ήξερε πώς να προσεγγίσει μια γυναίκα. Οι νεαρές φίλες του έτρεχαν μακριά, σαν αεροπλάνα που πετούν χαμηλά στον ουρανό.
Η Νίνα όμως ήταν διαφορετική: καλή, φροντισμένη, με το σπαστικό πρόσωπο γεμάτο κουκίδες. Μόνο αν έβλεπες βαθιά μέσα της, θα έβλεπες την ψυχή της. Τα τηλεσυστήματα, τα TikTok και τα φιλτράρ, για τον Τόλη ήταν ένας ξένος κόσμος. Εβγαλόταν οι κοσμήματα του, σαν κλόουν στο τσίρκο, ενώ η βιολήπτης του σπιτιού, η Νίκη, με ένα απλό χαμόγελο, θύμιζε την αλήθεια.
Τον Τόλη τον έβλεπαν συχνά να τρώει «μακαρόνια με τυρί» ή «τσίπσ» αν δεν έβγαινε ο χρόνος. Ήταν ο μοναδικός του πεινασμός τα σακούλες, μα και ο καφές του έβαινε καλά. Μια μέρα, καθώς κοίταζε ένα αγγούρι για σαλάτα, έσπασε το δάχτυλο του, έψαχνε πανσιόν και τσάντα, όταν ξαφνικά άκουσε το χτύπημα της πόρτας. Η Νίνα μπήκε αμέσως, με τα μάτια της γεμάτα ανησυχία, και τον βοήθησε να βάψει το χέρι του.
Η γιαγιά Λαυρένα, αυτή η τοπική Αμάρτη, παρακολούθησε τη Νίνα να τορμάει τον Τόλη με φάση, χυλοπίτες, πατάτες με κεφτέδες, βραστό λαχανικό και λίγο χυμό ροδιού. Ο νεαρός άρχισε να χαμογελάει, τα μάτια του έσβησαν από τη μοναξιά, και η ζωή του βγήκε από τη σκοτεινιά.
Μέσα σε έναν μήνα, ο Τόλης και η Νίνα παντρεύτηκαν. Η γιαγιά Λαυρένα ήταν καλεσμένη και έλαβε το πιο μεγάλο κομμάτι από το γλυκό τούρτα, που έλαβε και μαζί της. Στο τέλος, η Νίνα, γελώντας, ρώτησε: «Τον έριξες να πεθάνει, έτσι; Σαν το χτύπημα στο δάχτυλο;». Η Λαυρένα απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο, θυμίζοντας πως μερικές φορές η αγάπη σώζει ό,τι δεν μπορούμε να καταλάβουμε.





