Το ήθελε καλά, αλλά…
«Ναι, καταλαβαίνω ότι δεν είστε υποχρεωμένοι! Αλλά είναι το δικό σας αίμα! Θα αφήσετε το αγόρι χωρίς ζεστά ρούχα το χειμώνα; Σάκη, αυτό σου έμαθα εγώ μικρός;» πίεζε η πεθερά.
Το τηλέφωνο ήταν ανοιχτό στο τραπέζι. Μετά από δύο οικογενειακές καυγάδες, ο Σάκης είχε μάθει: όταν η μητέρα του τηλεφωνεί, καλύτερα να μιλάει με ηχητικό μαζί με τη Χριστίνα. Αλλιώς, θα τους «σπάσει» ο ένας μετά τον άλλο.
«Κυρία Ελένη, δεν σας αρνούμαστε βοήθεια,» αντιπαρέταξε η Χριστίνα. «Αλλά αν σας είναι τόσο δύσκολο με τον Μιχάλη, δώστε τον σε μας. Η Άννα δεν έχει πρόβλημα, της μίλησα.»
Η πεθερά σιώπησε για λίγα δευτερόλεπτα. Μάλλον ζύγιζε τι της συμφέρει: να απαλλαγεί από τις ανεπιθύμητες ευθύνες ή να κρατήσει τον έλεγχο πάνω στην κόρη της. Κέρδισε το δεύτερο.
«Δεν ξέρετε καν σε τι μπλέκεστε!» αποκρίθηκε η Ελένη με περιφρονητικό τόνο. «Δεν είχατε ποτέ ούτε παιδί, ούτε γατάκι. Και οι δύο δουλεύετε όλη μέρα, ποιος θα τον κοιτάξει; Νομίζετε ότι τα παιδιά μεγαλώνουν σαν τα ζιζάνια; Χρειάζονται φροντίδα, προσοχή, ζεστασιά!»
«Το καταλαβαίνω,» είπε ήρεμα η Χριστίνα. «Αφού έτσι έγινε, θα βρίσκαμε τρόπο. Θα παραιτιόμουν. Σαν να πήγαινα σε γονική άδεια αντί για την Άννα.»
«Ναι, και με τι θα ζούσατε, πλούσιοι;»
«Εσείς μόνοι σας λέγατε ότι φέρνω ψίχουλα στο σπίτι. Θα βγάζαμε πέρα και χωρίς αυτά.»
Η πεθερά σιγήθηκε. Ο Σάκης αναστέναξε κουρασμένος: η Χριστίνα ήταν καινούρια στην οικογένεια, αλλά ενοχλούνταν κι εκείνος από την πίεση.
«Εντάξει, καταλαβαίνω. Μου δίνετε τελεσίγραφα,» μουρμούρισε τελικά η Ελένη. «Ναι, ναι, ελάτε. Είστε ακόμα νέοι και ανόητοι. Εγώ ξέρω, θέλω να σας βοηθήσω, παίρνω όλο το βάρος πάνω μου. Συνεχίστε έτσι. Αλλά να ξέρετε: όσο εσείς παριστάνετε τους ανεξάρτητους, το παιδί κρυώνει και αρρωσταίνει εξαιτίας σας.»
Και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Χριστίνα κάθισε δίπλα στον Σάκη, τον αγκάλιασε και θυμήθηκε πώς όλα άρχισαν.
…Στην αρχή, η Ελένη φαινόταν καλή και φιλόξενη, αν και ιδιότροπη. Δέχονταν τη Χριστίνα στο σπίτι της με χαμόγελο, όταν αυτή δεν ήταν ακόμα νύφη της. Ετοίμαζε τραπέζια που γέμιζαν από φαγητά, και όταν φεύγανε, τους έφόρτωνε σακούλες με τρόφιμα.
Μπήκε γρήγορα στη ζωή της Χριστίνας. Τηλεφωνούσε κάθε μέρα, ρωτούσε αν όλα πάνε καλά, αν ο Σάκης δεν την πείραζε, τις κάλεσε σε επίσκεψη. Μια φορά βοήθησε ακόμη και να νοσηλευτεί η μητέρα της Χριστίνας, μέσω γνωστών γιατρών, και φρόντισε να τη φροντίζουν καλά. Η Χριστίνα της ήταν ευγνώμων.
Αλλά πρόσεχε κι άλλα. Αν δεν σήκωνε το τηλέφωνο ή έκλεινε νωρίς λόγω βιασύνης, η πεθερά γινόταν άλλος άνθρωπος. Για εβδομάδες δεν τηλεφωνούσε πρώτη, συμπεριφερόταν ψηλά και περίμενε συγγνώμη.
«Α, κατάλαβα. Έχετε τόση δουλειά που δεν με χρειάζεστε πια,» έλεγε πικραμένη η Ελένη.
Τότε η Χριστίνα γελούσε, προσπαθούσε να το περάσει αστείο, αλλά ένιωθε ότι η «φροντίδα» της πεθεράς ήταν κολλώδης, υποχρεωτική.
Η Ελένη είχε και κόρη, την Άννα. Η κουνιάδα άφηνε διττές εντυπώσεις. Η Άννα σπάνια χαμογελούσε,





