Ο Αντρέας έμεινε πολύ καιρό με τα λόγια του γέρου Σπύρου στο μυαλό του. «Χρειάζεσαι μια γυναίκα στο σπίτι.» Ναι, ήξερε πως είχε δίκιο. Το βράδυ, όταν επέστρεφε στο άδειο διαμέρισμα, η σιωπή τον συνέθλιβε. Οι κρύοι τοίχοι και η μυρωδιά των αφημένων ρούχων της Σοφίας στο ντουλάπι του θύμιζαν την απώλεια περισσότερο από,τι το ίδιο το νεκροταφείο.
Μετά από μερικούς μήνες, οι γείτονες άρχισαν να του κάνουν μικρές υπαινιγμούς. «Αντρέα, στην αγορά μετακόμισε μια νέα χήρα, ίσως την γνωρίζεις» «Στην εκκλησία έρχεται ένα καλό κορίτσι, θα σου φέρω λόγο» Αλλά τίποτα δεν τον άγγιζε. Μέχρι μια μέρα, που ο Σπύρος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο σπίτι μιας μακρινής ξαδέρφης του, της Ιωάννας.
Η Ιωάννα δεν ήταν όμορφη κατά τα στάνταρτ του χωριού. Είχε ένα στρογγυλό πρόσωπο, με μια μεγάλη μύτη και ξεθωριασμένα μάτια, ενώ ο βηματισμός της ήταν αργός. Οι γυναίκες του χωριού ψιθύριζαν: «Ο καημένος Αντρέας, μετά τη Σοφία, δες με ποια μπλέκεται.» Και έτσι της έμεινε η σκληρή παρατσούκλι «η άσχημη γυναίκα».
Αλλά αυτό που οι άνθρωποι δεν έβλεπαν ήταν η ευγένειά της. Η Ιωάννα μαγείρευε με υπομονή, έφερνε νερό από το πηγάδι χωρίς παράπονο, και, κυρίως, ήξερε να ακούει. Ο Αντρέας, που για μήνες ολόκληρους δεν είχε κανέναν να του πει τους πόνους του, ανακάλυψε σαυτήν μια σπάνια γαλήνη.
Ο γάμος τους ήταν απλός, χωρίς πομπή. Δύο μάρτυρες, ένας παπάς και λίγα κεριά. Ο Αντρέας δεν ένιωσε τη σπίθα του πάθους, αλλά ένιωσε κάτι άλλο μια άγκυρα. Και μετά από χρόνια καταιγίδων, μια άγκυρα είναι πολύτιμοτερη από κάθε ομορφιά.
Στην αρχή, οι άνθρωποι τον κοιτούσαν με λύπηση. «Την διάλεξε μόνο για να μην είναι μόνος.» «Δεν είχε τύχη με τις γυναίκες.» Αλλά σταδιακά, οι ψίθυροι σίγησαν. Το σπίτι του Αντρέα, που παλιά ηχούσε σαν έρημος, τώρα μύριζε ζεστό ψωμί και αποξηραμένα βότανα. Στις μακριές χειμωνιάτικες βραδιές, η Ιωάννα του διάβαζε με απαλή φωνή αποσπάσματα από τα παλιά βιβλία της Σοφίας, κι εκείνος έκλεινε τα μάτια και αισθανόταν πως ο πόνος δεν ήταν πια τόσο κοφτερός.
Μια μέρα, ο Σπύρος, ο γέρος φίλος, πέρασε από το σπίτι τους. Στάθηκε στο κατώφλι, βλέποντας την Ιωάννα να ράβει στο παράθυρο, ενώ ο Αντρέας έφερνε ξύλα για τη φωτιά. Χαμογέλασε κάτω από το άσπρο μουστάκι του και ψιθύρισε:
Όμορφη ή άσχημη, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι βρήκατε ο ένας τον άλλον.
Ο Αντρέας γύρισε προς τον και, για πρώτη φορά μετά την κηδεία, χαμογέλασε αληθινά. Ίσως το χωριό να την έλεγε πάντα «η άσχημη γυναίκα», αλλά για εκείνον η Ιωάννα ήταν το απροσδόκητο δώρο της ζωής η απόδειξη ότι η πραγματική ομορφιά δεν βρίσκεται στο πρόσωπο, αλλά στην ηρεμία που φέρνει στην ψυχή σου.
Κι σε αυτήν την ηρεμία, ο Αντρέας ένιωσε ότι, επιτέλους, ξαναζούσε.
Σήμερα, σκεφτόμουν πόσο σπάνια είναι να βρεις αυτήν την ησυχία. Κάποιοι τη γυρεύουν σε ομορφιά, σε πλούτο, σε φήμη. Εγώ την βρήκα σε μια γυναίκα που το χωριό αποκαλούσε άσχημη. Αλλά ποιος ορίζει την ομορφιά; Η ζωή μας δίνει τα δώρα της με τρόπους που δεν περιμένουμε. Και μερικές φορές, αυτά που φαίνονται λιγότερο λαμπρά, φωτίζουν τις σκοτεινότερες γωνιές της καρδιάς μας.





