Όταν ο Βαγγέλης ερχόταν στη Χρυσάνθη, εκείνη γινόταν λες και της είχαν κόψει τα φτερά από τη χαρά. Σκόνταφτε, έτρεχε πέρα-δώθε να φτιαχτεί, να μαζέψει άρον άρον τα ρούχα που είχε πετάξει παντού δοκιμάζοντάς τα πριν να έρθει εκείνος, να βγάλει τα ρόλεϊ από τα μαλλιά της. Μετά έμπαινε στο μπάνιο, χτενιζόταν, έβαφε τα χείλη της και, πεντακάθαρη και περιποιημένη, έβγαινε τότε τέλος πάντων να τον υποδεχτεί.
Και πώς να μην πετάει από τη χαρά της η Χρυσάνθη; Για σκέψου. Ήταν μόνη μάνα, ποτέ ουσιαστικά δεν είχε παντρευτεί. Ένα φλερτ είχε κάνει για λίγο καιρό με τον Αλέξανδρο, κι αυτός μετά εξαφανίστηκε, γύρισε πίσω στα μέρη του, που ούτε καλά καλά ποια ήταν της είπε. Ήταν λέει ή από τη Βόρεια Μακεδονία ή από τη Βουλγαρία, εδώ πάντως στην Αθήνα δούλευε στη λαϊκή.
Έτσι λοιπόν, ο „φωτεινός” της Χρυσάνθης έφυγε, αφήνοντάς την ελαφρώς έγκυο, σχεδόν δεν το είχε καταλάβει ούτε η ίδια τότε, καμιά δεκαπενταριά μέρες. Όταν άρχισε ο Αλέξανδρος να μην περνά και δεν φαινόταν για πάνω από μήνα, το 'πιασε η Χρυσάνθη ότι… ε, έμεινε μόνη. Κι όταν ήρθε ο καιρός, γέννησε ένα αγόρι, πανέμορφο ε, σε ποιον θα έμοιαζε, άλλωστε; Η ίδια πάντα είχε αυτή την ομορφιά την αέρινη, και ο Αλέξανδρος της ήταν κι αυτός λες και τον είχαν πάρει από ταινία.
Με το μωρό, η Χρυσάνθη στάθηκε τυχερή. Ήσυχο αγγελούδι: μόνο κοιμόταν, και όταν ξυπνούσε χωνόταν στο στήθος της και θήλαζε με όλη του τη σοβαρότητα. Είχε μπόλικο γάλα η Χρυσάνθη, θα μπορούσε να μεγαλώσει όλη τη γειτονιά. Ο μικρός, ο Νίκος της, σχεδόν δεν πέρασε ούτε μια βρεφική αρρώστια.
Τον Νίκο τον ονόμασε έτσι προς τιμήν του Νίκου Κούρκουλου η Χρυσάνθη όταν ήταν έγκυος είχε πετύχει σε κάτι μεσημβρινό παλιό τον «Ορατότητα μηδέν», όπου ο ήρωας της ταινίας, κάπως, θύμιζε τον Αλέξανδρό της. Το ένιωσε καρμικό, δεν είχε δεύτερη σκέψη. Έτσι γράφτηκε στο ληξιαρχείο: „Νικόλαος Αλεξάνδρου Φωτεινός”. Η Χρυσάνθη το έλεγε από μέσα της και γελούσε της ακουγόταν σαν μελωδία.
Ο Νίκος ήταν λιακάδα παιδί. Όταν η μάνα του έπρεπε να μαγειρέψει ή να συγυρίσει, στρωνόταν ένα πάπλωμα κάτω, το περικύκλωνε με καρέκλες, και τον Νίκο εκεί, με μια παλιά τσάντα, ρόλεϊ και κανά δυο πανάκια. Έπαιζε ήσυχα, δεν παραπονιόταν ποτέ. Ακόμα κι όταν μια μέρα, βλέποντας τον απτην κουζίνα, η Χρυσάνθη τον είδε σφηνωμένο με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια μιας καρέκλας (προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει), ο μικρός μόνο γκρινιάζε κι ήσυχα προσπάθησε να ελευθερωθεί με τα χοντρά του χεράκια.
Καθώς μεγάλωσε ο Νίκος, δεν της έκανε το παραμικρό πρόβλημα. Τον άφηνε να παίζει στη πυλωτή, μόνο που του έλεγε να περνά κάθε δέκα λεπτά να φωνάζει στο παράθυρο «Μαμά! Εδώ είμαι!». Πού να ξέρει εκείνος από λεπτά, κάθε τρία λεπτά, παράταγε το παιχνίδι, φώναζε ώσπου να βγει εκείνη και να του χαμογελάσει. Μόνο όταν εκείνη μια φορά ξέχασε να του χαμογελάσει, εκείνος στάθηκε κάτω από το παράθυρο: «Δεν μου χαμογέλασες», της είπε. Εκείνη γέλασε αληθινά και αυτός έφυγε πάλι χαρούμενος για την παιδική χαρά.
Κάποια μέρα, άκουσε απτη γωνία το «μαμά-είμαι-εδώ», πάει στο παράθυρο και τι να δει; Ο Νίκος σφιχταγκαλιάζει ένα γάτο:
Μαμά, η θεία από το διπλανό μου τον έδωσε, λέει τον λένε Ανδρέα. Κι είπε πως θα χαρείς και να τον προσέχουμε μαζί.
Έβλεπες την τιμιότητά του να λάμπει στα μάτια του. Τι να κάνει η Χρυσάνθη, του χαμογέλασε. Μετά του είπε:
Ο Ανδρέας σίγουρα πεινάει, για φέρτον μέσα να του βγάλω ένα μπολάκι γάλα!
Κι έτσι, ο Νίκος με τον Ανδρέα μπήκαν στο σπίτι τρέχοντας. Ο μεν Νίκος πανευτυχής, ο Ανδρέας, ε, ας πούμε προσπαθούσε να καταλάβει.
Έτσι κύλησε η ζωή, στα τρία τους. Ώσπου η Χρυσάνθη γνώρισε τον Βαγγέλη. Ήταν συνομήλικοι, εργένης σοβαρός άνθρωπος, δούλευε σε βιοτεχνία επίπλων, έβγαζε καλά λεφτά. Άρχισε να έρχεται τα Σάββατα για διανυκτέρευση. Δεν μιλούσε πολύ, έτρωγε αρκετά, έπινε λίγο. Η Χρυσάνθη, νοικοκυρά μερακλίδικη, είχε πάντα μία μπουκαλίτσα τσίπουρο στην κατάψυξη και ένα κρυστάλλινο σφηνοπότηρο, έτσι του το σέρβιρε. Του Βαγγέλη του άρεσε πολύ αυτό το μικρό σφηνοπότηρο.
Αυτή τη φορά, ίδια ρουτίνα. Ήρθε ο Βαγγέλης, χαιρέτησε τον Νίκο δυνατά στην είσοδο, κάθισε στο καναπέ όσο η Χρυσάνθη τελείωνε το δικό της rιτουάλ. Κάθισαν μετά όλοι μαζί καλά, και ο Ανδρέας στην αγκαλιά του Νίκου, τέσσερις μπροστά στη τηλεόραση πριν το φαγητό.
Μετά το φαγητό, όλοι παρέα, πήγαν και ξάπλωσαν να ξεκουραστούν για τη βραδινή βόλτα στο πάρκο. Όταν η Χρυσάνθη έκλεισε πίσω της την πόρτα του παιδικού δωματίου, και χώθηκε δίπλα στον Βαγγέλη, το κεφάλι της στο μπράτσο του, τότε ο Βαγγέλης για πρώτη φορά μίλησε για γάμο:
Σκέφτομαι να μείνουμε εδώ πρώτα, στη συνέχεια να βρούμε κάτι πιο μεγάλο. Ή να νοικιάσουμε το δικό μου διαμέρισμα; Να έχουμε κι ένα έξτρα εισόδημα; Ε, να σου πω, όμως, Χρυσάνθη; Δεν πολυσυμπαθώ τις γάτες. Θα πρέπει κάπου να δώσουμε τον Ανδρέα σου
Ανδρέας λέγεται, του απαντάει στριμμένη λίγο η Χρυσάνθη, όσο τον ακούει να συνεχίζει.
Ναι, τον Ανδρέα πήρε μια ανάσα, και σοβαρά συνέχισε:
Και το Νίκο να τον στείλουμε στη μάνα μου στο χωριό. Εκεί έχει καθαρό αέρα, σχολείο, όλα. Εμείς εδώ είμαστε ακόμα νέοι θα κάνουμε δικά μας παιδιά, όσες ομάδες θες
Το κεφάλι της, εκεί πάνω στον ώμο του, άρχισε να πέφτει βαριά σαν πέτρα. Μείναν έτσι χωρίς κουβέντα για λίγα λεπτά. Μετά η Χρυσάνθη σηκώθηκε αθόρυβα, σαν να ντρεπόταν λες και δεν την είχε δει ποτέ γυμνή. Έριξε το ρόμπα επάνω της, πάει στα ρούχα του δίπλα στην πολυθρόνα, του δίνει το παντελόνι του και του λέει:
Ορίστε, τα βρώμικα παντελόνια σου Βάλ τα και δρόμο
Πού να πάω;
Στη μάνα σου, στο χωριό· να πάρεις και αέρα! Εμείς οι τρεις, καλά περνάμε με τον αέρα μας εδώ στο πάρκο της γειτονιάςΟ Βαγγέλης έμεινε να κοιτάει τη Χρυσάνθη, τα ρούχα του στα χέρια σαν σκονισμένος φαντάρος που έμεινε χωρίς στρατόπεδο. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, αλλά η φωνή του κόπηκε. Σηκώθηκε, φόρεσε το παντελόνι αδέξια, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
Η Χρυσάνθη, με μια στάλα δάκρυ πίσω απ το γερό της βλέμμα, έστριψε τα δάχτυλά της στο ζωνάρι της ρόμπας. Ο Ανδρέας πέρασε ανάμεσα απ’ τα πόδια της, τρίφτηκε στα γόνατά της, κι ο Νίκος ήρθε τρέχοντας με χέρια ανοιχτά.
«Μαμά;» ψιθύρισε.
Έσκυψε, του χάιδεψε τα μαλλιά, και είπε δυνατά όσο ποτέ:
«Όλα καλά, Νίκο μου. Εμείς, εδώ, μαζί. Ό,τι αγαπάς μένει δίπλα σου.»
Ο Βαγγέλης έκανε μια κίνηση να πει κάτι, μάσησε τα λόγια και τελικά βγήκε αθόρυβα από το σπίτι. Η πόρτα έκλεισε πίσω του απαλά, σχεδόν ευγενικά λες και το σπίτι τον έφτυσε με καλοσύνη.
Η σιωπή που έμεινε μετά ήταν γεμάτη ανάσες. Η Χρυσάνθη κάθισε κοντά στον Νίκο κι άνοιξε τα χέρια της. Ο Νίκος χώθηκε αμέσως στην αγκαλιά της, κι ο Ανδρέας ακούμπησε το ρύγχος του στο μπράτσο της.
Έπιασε το χέρι του Νίκου σφιχτά, τόσο σφιχτά όσο και την υπόσχεση που έδωσε εκείνη τη στιγμή στον εαυτό της: πως κανένας, ποτέ, δε θα έβγαζε τίποτα από τούτο το σπίτι που το αγάπη στοιχειώνει γλυκά.
«Θα μαγειρέψουμε αύριο, μικρέ μου; Θα φτιάξουμε κεφτεδάκια και θα φάμε όλοι μαζί;» τον ρώτησε, και ο Νίκος γέλασε: «Και τον Ανδρέα μαζί!»
Και μέσα στον μικρό τους κόσμο, εκεί όπου ο ήλιος χαμογελούσε από το παλιό παράθυρο, η αγκαλιά τους έγινε κάστρο κι ό,τι περίσσευε από θλίψη, πείσμα, ή μοναξιά, το έτρωγε σιγά σιγά η αγάπη.
Κι έτσι, σαν κάθε σπουδαία αρχή, τελείωσε το παλιό και γεννήθηκε μια νέα, απλή, μα δυνατή οικογένεια: η Χρυσάνθη, ο Νίκος κι ο Ανδρέας απέναντι στην πόρτα, ελεύθεροι κι ακριβώς εκεί που έπρεπε να είναι.




