Кόντευα να γίνω εβδομήντα όταν επιτέλους εισέπραξα ένα ποσό που περίμενα χρόνια ολόκληρα. Δικά μου λεφτά. Λεφτά βγαλμένα με ιδρώτα και κούραση. Χρήματα που ο καθένας θα πρόσεχε σαν τα μάτια του. Είχα σχέδια: να φτιάξω τη σκεπή στο παλιό σπίτι στο Χαλάνδρι, να κρατήσω κάτι στην άκρη για δύσκολες μέρες και ίσως επιτέλους να χαρίσω στον εαυτό μου λίγη χαρά μετά από τόσα χρόνια δουλειάς.
Αλλά, μόλις το έμαθαν στο σόι… ο ανιψιός μου, ο Νεκτάριος, ήρθε χαμογελαστός στην πόρτα πάντα με το γλυκό του λόγο. Μου μίλησε για «σίγουρη μπίζνα», για «χρυσή ευκαιρία», για το πώς του έλειπε μόνο ένα μικρό σπρώξιμο για να «εκτοξευθεί». Μιλούσε τόσο πειστικά, τόσο όμορφα, που τον πίστεψα.
Θυμάμαι ακόμα που μου είπε πως σε έξι μήνες θα μου τα επιστρέψει όλα και με τόκο παρακαλώ. Μου ορκίστηκε ότι ήταν σίγουρο, σταθερό, κάπως σαν… ελληνικό καλοκαίρι. Πως δεν ήταν σαν τους άλλους που τα θαλάσσωσαν. Κι εγώ, πιστεύοντας πως και θα τον βοηθήσω και κάτι θα βγάλω, του έδωσα τα χρήματα. Χωρίς χαρτιά, χωρίς υπογραφές. Μόνο με το λόγο του.
Ήταν ο ανιψιός μου. Πίστευα πως οικογένεια σημαίνει τιμή. Σ αυτή την ηλικία δεν σκέφτεσαι ότι μπορεί να προδώσεις ο ένας τον άλλον. Πόσο αφελής ήμουν…
Πέρασαν έξι μήνες τίποτα. Μου είπε ότι πάει καλά η δουλειά, αλλά ήθελε «λίγο ακόμα υπομονή». Στον όγδοο μήνα σταμάτησε να σηκώνει το κινητό. Στον δέκατο μήνα έμαθα από γνωστούς ότι σπαταλάει τα λεφτά σαν να μην χρωστάει σε κανέναν.
Όταν τον έψαξα ξανά, θίχτηκε. Μου μιλούσε κοφτά, άγρια. Με κατηγόρησε ότι δεν τον πιστεύω, ότι του χαλάω το όνομα, ότι τον πιέζω άδικα. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά… παρ όλα αυτά, ήλπιζα ακόμη ότι θα συνέρθει.
Το χειρότερο δεν ήρθε από αυτόν, μα από τους δικούς μου. Από τα αδερφιά μου.
Στάθηκαν στο πλευρό του.
«Σταμάτα να τον πρήζεις», μου έλεγαν.
«Τα χρήματα θα γυρίσουν πίσω.»
«Κάνει ό,τι μπορεί το παιδί.»
Κι έπειτα άρχισαν υπονοούμενα ότι είμαι τσιγκούνα, ότι «τι να τα κάνεις τόσα, σ αυτή την ηλικία», πως είναι υπερβολή «να κρατιέμαι τόσο σφιχτά από λίγα λεφτά». Και στο τέλος; Έκοψαν την καλημέρα.
Εγώ, στα εβδομήντα μου σχεδόν, να αντιμετωπίζομαι λες και έχω κάνει έγκλημα επειδή ζήτησα το δίκιο μου.
Μια μέρα του τα ξεκαθάρισα, κατάμουτρα. Χωρίς περιστροφές. Έγινε έξαλλος. Μου φώναξε ότι «τον πνίγω». Με απείλησε πως αν το συνεχίσω, «δεν θα ξαναπατήσει ποτέ στο σπίτι μου». Σαν να έπρεπε αυτό να με λυγίσει.
Τον κοίταζα και σκεφτόμουν όλα: τις φορές που του άνοιξα το σπίτι, που τον υπερασπίστηκα όταν όλοι τον αποκαλούσαν ανεύθυνο, που τον εμπιστεύτηκα. Κι αυτός χωρίς κανένα ίχνος ντροπής να μου φωνάζει επειδή ζήτησα αυτά που είναι δικά μου.
Πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια.
Τρία.
Άλλοι μου λένε να το αφήσω πως στην ηλικία μου καλύτερα να βρω την ησυχία μου. Κάποιοι να μην αφήσω τα πράγματα έτσι γιατί άμα σιωπήσεις, θα σε πατήσουν πιο πολύ.
Εγώ, κάπου στη μέση.
Δεν έχω υπογραφή, δεν έχω χαρτί.
Έχω μόνο το λόγο του τη λέξη που εκείνος τσάκισε χωρίς ίχνος τύψης.
Κάθε φορά που ζητάω τα λεφτά μου, η οικογένεια αγριεύει. Με κοιτούν λες και είμαι εφιάλτης, σαν να είμαι εγώ το πρόβλημα.
Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο απλή:
Δεν ζήτησα ποτέ τίποτα ξένο.
Μόνο το δικό μου θέλω.





