Μαρινάκη, γύρισα, έλα να με υποδεχτείς!
Π-Πάνο;! Τι κάνεις εσύ τόσο νωρίς; Έπρεπε να γυρίσεις σε τρεις μέρες ακόμα…
Μια γυναίκα γύρω στα τριάντα βγήκε με βήματα βιαστικά στο διάδρομο, σφίγγοντας πρόχειρα τη μεταξωτή ρόμπα της, κοιτώντας απορημένη τον άντρα της στην πόρτα.
Ήθελα να σου κάνω έκπληξη, Μαριάννα μου. Βλέπω πέτυχε! Ή μήπως δεν χάρηκες; ψηλός κι ευρύστερνος, ο Πάνος χαμογελούσε πλατιά, περήφανος για το αποτέλεσμα.
Πολύ χαίρομαι, φυσικά! Πήγαινε εσύ στην κουζίνα, να σου ζεστάνω φαγητό…
Ικανοποιημένος, ο Πάνος έγνεψε καταφατικά και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Εκεί τον περίμενε ένα πλούσιο τραπέζι: φράουλες, σοκολάτα, φρεσκοφουρνισμένο φαγητό… Λες και κάποιος είχε ετοιμάσει ειδικά για εκείνον.
Ρε Μαριάννα, τι μαγείρεψες πάλι! Πώς ήξερες ότι θα έρθω; Τι διορατική γυναίκα έχω εγώ!
Γεμίζοντας το πιάτο του με γενναιόδωρη ποσότητα φαγητού, ο Πάνος άρχισε να τρώει με όρεξη. Η σύζυγός του δεν είχε εμφανιστεί, αλλά σκέφτηκε πως ετοιμάζεται να φορέσει κάτι όμορφο για χάρη του.
Πάνο, εγώ… Εμείς…
Μα τι έκανες με το μοσχαράκι! Κι αυτή η σαλάτα, οι τηγανίτες, όλα τέλεια! Κώστα;
Γυρίζοντας ξαφνιασμένος, ο Πάνος είδε τη Μαριάννα να κρατά αγχωμένη το χέρι του αδελφού του, του Κώστα. Η γυναίκα απέφευγε το βλέμμα του και ο Κώστας, με βερμούδα και φανελάκι, έτριβε νευρικά τη ρίζα της μύτης του.
Ναι, Πάνο, εγώ. Γεια σου, αδελφέ…
Καλώς τον. Για πείτε μου τώρα, τι γίνεται εδώ; Ή μήπως είναι πια αργά για εξηγήσεις…
Πάνο, ήθελα καιρό να στο πω. Αγαπώ τον Κώστα, θέλω να είμαι μαζί του. Συγχώρεσέ με, είπε βιαστικά η Μαριάννα, κοιτώντας τον ήδη πρώην σύντροφό της στα μάτια.
Ο Πάνος άφησε με θόρυβο το πιάτο, το φαγητό σκορπίστηκε στο πάτωμα.
Δηλαδή τώρα… μόλις…
Ναι. Μόλις πριν, μαζί ήμασταν.
Τέλεια, μπράβο σας. Μαριάννα! Κώστα, κι εσύ άξιος! Τώρα κατάλαβα γιατί τέτοιο τραπέζι… Και σε ποιον πήγαινε, βέβαια.
Η Μαριάννα κατέβασε δειλά το βλέμμα. Ένιωθε ότι αν τον κοίταζε, θα έχανε όλη τη δύναμή της.
Και η Ιωάννα; Τι κάνουμε με την κόρη μας; Ξέρει εκείνη;
Όχι, δεν έχει ιδέα.
Πού είναι τώρα;
Στην κυρά-Αντωνία, δίπλα, βλέπει κινούμενα σχέδια.
Συχνά τη στέλνεις εκεί;
Έξι μήνες τώρα, σχεδόν…
Τα ερωτήματα τέλειωσαν στον Πάνο. Όπως και τα συναισθήματα. Ήταν εξαντλημένος από το ταξίδι και δεν έβρισκε κανένα νόημα στο να δημιουργήσει ένταση. Από τη φύση του άνθρωπος ήσυχος, αλλά όταν κάποιος ξεπερνούσε τα όριά του, ήταν αυστηρός. Αυτή η ιστορία όμως τον άφησε απορημένο. Αλλά το ξεπέρασε γρήγορα.
Σε δέκα λεπτά να έχετε φύγει. Ξεκινάει το ρολόι, είπε, πίνοντας μια γουλιά τσάι. Καν δεν κοίταξε τον αδερφό του.
«Τι βρήκε αυτή σ αυτόν; Εξωτερικά ίδιοι είμαστε, ίδιες ελιές έχουμε… Δεν το χει με τη δουλειά, μυαλό όχι ιδιαίτερο Θα χάσει μάλλον. Αλλά δική της απόφαση!», σκεφτόταν ο Πάνος, πίνοντας τσάι.
Δεν φεύγω, αν δεν συμφωνήσεις, σηκώθηκε ο Κώστας.
Ποια συμφωνία θες τώρα;
Να μας δώσεις διαζύγιο… Άφησέ τη, δεν σ’ αγαπάει.
Βλέπω ποιον αγαπάει, απάντησε με ένα πικρό χαμόγελο ο Πάνος. Διαζύγιο θέλετε; Μέσω δικαστηρίου! Θα ήθελα να δω πώς θα τα βγάλετε πέρα με τους δικηγόρους…
Πάνο… απευθύνθηκε απαλά η Μαριάννα , ας το λύσουμε ανθρώπινα. Ξέρω πόσο καλός άνθρωπος είσαι…
Ο Πάνος κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά.
Καλά, ας γίνει έτσι. Αλλά εσένα αδερφό δεν σε ξέρω πια, Κώστα.
Θέλουμε να ζητήσουμε κάτι ακόμα…
Τι άλλο;
Άφησέ μου το σπίτι μετά το διαζύγιο, Πάνο! είπε με χαμόγελο η Μαριάννα, χαϊδεύοντας το χέρι του . Η Ιωάννα έχει δεθεί πολύ εδώ. Στο σχολείο έχει φίλους… Και αν πουλήσουμε ή μοιράσουμε το σπίτι, δεν μας φτάνουν τα λεφτά για νέο, θα πρέπει να γυρίσουμε στο χωριό…
Ο Πάνος στηρίχτηκε στα χέρια και σκέφτηκε. Βλέποντας τον δισταγμό του, η Μαριάννα συνέχισε:
Πάνο μου, αγάπη μου… Κάνε ένα δώρο στην κόρη σου. Εσύ είσαι ικανός, θα ξαναφτιάξεις τη ζωή σου, θα βγάλεις χρήματα. Μόνο αυτή έχουμε και για αυτή προσπαθώ…
Μαριάννα, ήρεμα, τη διέκοψε ο Πάνος. Έχω καλύτερη ιδέα.
Ποια, δηλαδή; ρώτησε ελπιδοφόρα η Μαριάννα . Θα μας αφήσεις και το αυτοκίνητο; Η Ιωάννα θα χαρεί πολύ…
Η Ιωάννα θα μείνει μαζί μου.
Τι είπες;! ούρλιαξε η Μαριάννα. Τρελάθηκες; Πώς θα τα καταφέρεις; Όλη μέρα λείπεις στις δουλειές σου, δεν ξέρει καν το όνομά σου…
Τώρα θα δούμε, δήλωσε ο Πάνος και πήγε στην πόρτα.
Σε λίγο επέστρεψε με το κορίτσι από το διπλανό διαμέρισμα. Ήταν περίπου δέκα ετών, μόλις είχε τελειώσει την τρίτη δημοτικού. Κρατούσε σφιχτά το χέρι του πατέρα της και χαμογελούσε.
Γιατί την έφερες εδώ; Για να μπλέξεις και το παιδί; φώναξε θυμωμένη η Μαριάννα.
Ο Πάνος όμως έκατσε στην καρέκλα, πήρε την κόρη του αγκαλιά και συνομίλησε ήπια:
Ιωάννα μου, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, μικρή μου;
Φυσικά! απάντησε χαμογελαστή.
Υπόσχεσαι να μιλήσεις με ειλικρίνεια; Γιατί τώρα θα μιλήσουμε σαν μεγάλοι.
Όπως μιλάς με τους κυρίους στη δουλειά;
Ακριβώς.
Το κορίτσι έγνεψε ικανοποιημένη.
Η μαμά σε έχει μαλώσει ή σε έχει πονέσει τελευταία;
Η Ιωάννα κατέβασε τα μάτια, νευρικά στριφογυρίζοντας το φουστάνι της με τα δάχτυλα.
Πώς τολμάς; επενέβη οργισμένη η Μαριάννα. Άφησέ την ήσυχη!
Σιώπα, Μαριάννα, μιλάω στην κόρη μου, αποκρίθηκε έντονα ο Πάνος, χαϊδεύοντας το παιδί στο κεφάλι. Μην φοβάσαι, Ιωάννα. Θυμάσαι, υποσχέθηκες να πεις αλήθεια;
Το κορίτσι έγνεψε. Στα μάτια της κυλούσαν δάκρυα. Έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα της και ψιθύρισε:
Με μάλωσε τρεις φορές! Μία για κακό βαθμό, μία για το χυμένο γάλα… Και μία γιατί φώναξα στον θείο Κώστα. Τους είδα να φιλιούνται όσο ήσουν σε ταξίδι…
Μη στεναχωριέσαι, μικρή μου! της είπε τρυφερά ο Πάνος. Θα είμαι δίπλα σου. Τίποτα δεν θα σε πειράξει πια.
Ψέματα λέει! αντέτεινε εκνευρισμένη η Μαριάννα. Ούτε δάχτυλο δεν της άγγιξα…
Το σπίτι και το αυτοκίνητο τάχα το θες για την κόρη μας; ρώτησε ειρωνικά ο Πάνος. Ιωάννα, να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα;
Ναι…
Αν μπορούσες να διαλέξεις με ποιον από εμάς θα ήθελες να μείνεις, με ποιον θα έμενες;
Το παιδί σιώπησε, κοιτάζοντας μια τη μάνα μια τον πατέρα. Η Μαριάννα εκλιπαρούσε με το βλέμμα της και της άνοιγε την αγκαλιά.
Θα υποσχεθείς ότι δεν θα φεύγεις πάλι πολύ καιρό;
Το υπόσχομαι! είπε αμέσως ο Πάνος.
Τότε θέλω να μείνω μαζί σου, μπαμπά.
Καλά, λοιπόν! ούρλιαξε η Μαριάννα, σηκώνοντας το χέρι, αλλά ο Πάνος αγκάλιασε προστατευτικά την κόρη του, παίρνοντας θέση μπροστά της. Ο Κώστας, όρθιος πίσω, ούτε καν προσπάθησε να παρέμβει.
Τελειώσαμε, Μαριάννα. Δεν θα την ξαναδείς συχνά, είπε ψύχραιμα και έφυγε μαζί με την Ιωάννα στο δωμάτιο.
Σε λίγα λεπτά, με τη βαλίτσα του ήδη ετοιμασμένη, ο Πάνος πήρε την κόρη του και έφυγαν για ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας, που χρησιμοποιούσε στα επαγγελματικά του ταξίδια.
…Δύο μήνες μετά έγινε το δικαστήριο. Καθώς η Μαριάννα και ο Κώστας δεν είχαν σταθερό εισόδημα ούτε σπίτι, ο δικαστής αποφάσισε να μείνει η μικρή Ιωάννα με τον πατέρα της, όπως και η ίδια ήθελε.
Ο Πάνος έδωσε στη Μαριάννα τη μισή αξία του διαμερίσματος πουλώντας το δικό του μερίδιο. Επιτράπηκε στη μητέρα να βλέπει το παιδί τα Σαββατοκύριακα, αλλά η Ιωάννα έμενε πια με τον πατέρα της σε νέο διαμέρισμα. Ο Πάνος άλλαξε πλήρως τη ζωή του για να είναι δίπλα στην κόρη του. Τα μακρινά ταξίδια αποτελούσαν πια παρελθόν Kι η Ιωάννα χαμογελούσε ολοένα και περισσότερο. Ήταν για τον Πάνο το μεγαλύτερο κέρδος στη ζωή πολύτιμοτερο από κάθε ευρώ.
Στην Ελλάδα λένε πως «Το αληθινό σπίτι είναι όπου βρίσκεται η καρδιά σου». Kαι για τον Πάνο, η καρδιά ήταν δίπλα στην κόρη του κι εκεί ήταν πια και το σπίτι του.





