Όλοι κορόιδευαν τον αδερφό, μα εξαπατημένη ένιωθε η Βέρα…

Όλοι κορόιδευαν τον αδελφό, μα η εξαπατημένη τελικά ήταν η Ειρήνη…

Το τηλέφωνο χτύπησε καταμεσής της νύχτας.
Κόρη μου, φωτιά! Καιγόμαστε! η φωνή της μάνας έτρεμε, ανακατεμένη με λυγμούς, τριξίματα και τις φωνές της γειτονιάς.
Ο ύπνος εξαφανίστηκε σαν καπνός.

Το σπίτι της μάνας ήταν κάπου δεκαπέντε χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα, μεγάλο μεν, αρχαίο δε. Η πόλη γιγαντωνόταν, το προάστιο όλο και πλησίαζε. Η Ειρήνη μέτραγε από μέσα της… πόσα χρόνια να είχε αυτό το σπίτι; Ούτε ήξερε αν τα άξιζε όλα αυτά.

Το είχε χτίσει ο παππούς του πατέρα της, μετά ο δικός της παππούς έριξε έναν ακόμα όροφο καλοκαιρινό και τότε, στα 70s, έγινε μοντέρνο, με θερμομόνωση! Μετέπειτα το μήκος του μεγάλωσε κι άλλο, και στο πλάι ξεφύτρωσε μια βεράντα, καθόλου φτωχικά. Από φακή μαστιχάτη γερό φαινόταν, αλλά όλα ήτανε βιτρίνα. Τον χειμώνα έτρεμες, το καλοκαίρι μούσκιαζες.

Το σπίτι σαπίζει αργά, σταθερά. Όλοι το ξέρανε. Έπρεπε να το ρίξουν, αλλά η μαμά έπεσε με τα μούτρα στο ρετουσάρισμα. Αρχηγός σπιτιού, άντρας αείμνηστος, το κοντρόλ στις δικές της αποφάσεις.

Λεφτά έχω μόνο για ανακαίνιση, όχι για γκρέμισμα και χτίσιμο.

Μαμά, τί το θέλεις τόσο μεγάλο; Για μικρότερο φτάνουν τα ευρώ και μπορείς να βρεις διώροφο με λογική τιμή σήμερα. Θα 'χεις και χώρο για τα αγαπημένα σου λουλούδια, της έλεγε η Ειρήνη.

Ειρηνούλα, δε με καταλαβαίνεις, είπε ο αδελφός ο Πέτρος πάντα μαξιλάρι της μαμάς, άλλωστε. Αυτό είναι το σπίτι της ρίζας μας! Ένα σωστό αρχοντικό, πρέπει να διατηρηθεί. Βαριά ανακαίνιση και θα λάμπει σαν καινούριο!

Ο Πέτρος ήταν πάντα ο αγαπημένος. Η μάνα άκουγε μόνο αυτόν. Οι προτάσεις της Ειρήνης έπεφταν πάντα στο κενό, κι ας ήτανε κοινότυπα σωστές.

Είχε πειστεί πια η Ειρήνη. Κάθε που ο επόμενος κουλός σχεδιασμός του Πέτρου έπεφτε στο κενό με τη στήριξη της μαμάς, εκείνη απλώς σήκωνε τα χέρια οι ίδιοι τα διαλέγουν.

Ανακαίνιση θέλετε; Κάντε τη μόνη σας!

Κόρη μου, τη βοήθειά σου θέλουμε. Λίγα, αν μας λείψουν. Τα 'χω τα λεφτά, πούλησα το παλιό διαμέρισμα στην Καλλιθέα που είχαμε απ’ τη θεία. Κιόλας, τι να το κάνω τόσα χιλιόμετρα μακριά;

Πούλησες το διαμέρισμα στην Καλλιθέα; Για να ρίξεις τούτο το σπίτι; Παναγία μου, μ’ αυτά τα λεφτά έφτιαχνες ολόκληρο συγκρότημα!

Μόνο το μισό διαμέρισμα ήταν δικό μου, το άλλο πήγε στον γιο της θείας. Τον πίεσα να το πουλήσει πλήρωσε την αξία και όξω από δω.

Μαμά! Δεν το 'χρειαζόσουν, ούτε κι εμείς!

Να το χάσω έτσι; Έχω κι εγώ οικογένεια!

Ίσως έχεις δίκιο… Κάνε ό,τι θες. Κι αν δεν με χρειάζεστε, εγώ να πηγαίνω.

Πέρασε μήνας κι άκουσε νυχτερινό τηλέφωνο. Το σπίτι είχε γίνει στάχτη. Με τον άντρα της, τον Νίκο, έφτασαν και είδαν μόνο αποκαΐδια. Ρούχα, φωτογραφίες, λουλούδια όλα θρύψαλα.

Ειρήνη, ας βάλουμε τη μαμά σου στο δικό μας διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Άδειο είναι, έφυγαν οι ενοικιαστές.

Το σκεφτόμουν, αλλά είναι δικό σου.

Είσαι τρελή; Όλα μαζί τα έχουμε. Η μαμά σου έχει ανάγκη. Δεν χανόμαστε που θα χάσουμε το νοίκι μιας γκαρσονιέρας.

Πήγε, εγκαταστάθηκε η μαμά. Πήραν τα απαραίτητα, έκαναν τις αγορές. Μια μέρα, ωστόσο, η Ειρήνη πήγε απροειδοποίητα. Μες στο σαλόνι δούλευε μια τηλεόραση που ήξερε καλά το δώρο τους στα σαράντα. Η μυρωδιά ελληνικού καφέ από γνήσια καφετιέρα.

Μαμά, είπες ότι όλα κάηκαν. Τηλεόραση, η καφετιέρα Πώς βρέθηκαν εδώ;

Δηλαδή με πέρασες για κλέφτρα; Όλα τα βγάλαμε έξω για τον ανακαινισμό. Τι νομίζεις; Οι τοίχοι μόνο έμειναν. Απλώς το είπα έτσι, για τα μάτια της ασφάλειας. Τα έπιπλα πήγαν του Πέτρου.

Μα ο Πέτρος πήρε νέο διαμέρισμα, χωρίς έπιπλα. Τα κουβαλήσατε όλα ετούτα;

Ό,τι δεν χρειαζόμουν ήταν για εκείνους. Φτηνά τη βγάλαμε.

Ο Πέτρος πού βρήκε τα λεφτά;

Τι να σου πω Δεν ρώτησα.

Η Ειρήνη κατάλαβε πως κάτι μαγειρευόταν. Η μαμά κρύβει. Ο Πέτρος μια ζωή παρτίδα έπαιζε στη χασούρα όλοι του φταίγανε, μονάχα η Ειρήνη νιώθε συνέχεια πως βγαίνει χαμένη.

Τι θα κάνεις με το οικόπεδο; Καλή η τοποθεσία, η ασφάλεια έδωσε κάτι ψιλά, ρευστό έχεις…

Τι να το κάνω; Όλα κάηκαν! Το οικόπεδο θα το πουλήσω, στέγη έχουμε πια. Καιρός να μείνω με κόρη πλούσια. Ο γιος μου όλο χρέη και προβλήματα!

Δεν παίρνεις καλύτερα διαμέρισμα με τα λεφτά;

Και τούτο εδώ μια χαρά είναι! Θα με βγάλεις στο δρόμο;

Είναι του Νίκου.

Μπα, δε θα φτωχύνει ο Νικολάκης!

Ίσως να χτίζαμε καινούριο σπίτι, σαν αυτά των άλλων στη γειτονιά όλα παλάτια γίνανε.

Όχι Ειρήνη μου, εγώ τα αποφάσισα. Το οικόπεδο πουλιέται, έτσι ήταν το πεπρωμένο. Το σπίτι πήγαινε πάντα στους άντρες, αλλά ο Πέτρος θέλει Αθήνα, όχι ύπαιθρο.

Δεν ξαναλέω τίποτα…

Νίκο, η μαμά βάζει πωλητήριο στο οικόπεδο.

Εγώ προσωπικά θα 'θελα να χτίσω εκεί πάντοτε το λάτρευα το μέρος. Ο πατέρας σου μεταμόρφωνε κάτω απ’ τη μεγάλη λεύκα.

Έκλαψα όταν ξεράθηκε σαν σημάδι ήταν. Μήπως να το παλέψουμε εμείς;

Το λέγει η καρδιά σου! Παιδιά-εγγόνια, όλο το σόι να κάνουμε σπίτι εκεί.

Σταμάτα τα όνειρα. Η μαμά πρέπει να πουλήσει.

Θα την προλάβω εγώ. Ή να της το πούμε στα ίσα;

Δεν πρόκειται. Όλο κόλπα και άντε να δούμε.

Θ’ αγοράσουμε, τελεία.

Γιατί δεν μου το ζητήσατε κατευθείαν;

Μαμά, λεφτά θες. Με αυτά παίρνεις όχι διαμέρισμα, αλλά διαμέρισμα-μπιζού!

Σιώπησε η μαμά, αλλά διαμέρισμα δεν πήρε. Ό,τι πήρε το δωσε στον Πέτρο και αυτός απέτυχε ξανά με τα δάνειά του.

Κάνει χρόνια τώρα, ούτε η ασφάλεια ποτέ δεν πλήρωσε. Η φωτιά όπως λένε στη γειτονιά δεν έπιασε στην τύχη. Τα πράγματα ήδη είχε βγάλει έξω, η ασφάλεια πήγε στράφι. Αυτοί που περίμεναν λεφτά, πήραν καπνό.

Όταν ερχόταν επίσκεψη:
Ομορφιά εδώ αλλά ο Πέτρος μας στριμώχνεται. Δυο δωμάτια για τρία παιδιά!

Τα είπα, αλλά σιγά μην άκουγαν. Και καλό ήταν το σπίτι άδικα δεν το ξαναχτίσαμε.

Σου πρότεινα να χτίσουμε πριν την πυρκαγιά. Τώρα νά 'χαμε ένα νέο σπίτι, να σε προσέχαμε.

Σου πρότεινα τώρα εγώ. Επιτέλους, ας το κάνουμε ανταλλαγή! Εγώ αφήνω σε σας το διαμέρισμα και έρχομαι εγώ εδώ. Και τον Πέτρο να φέρω. Το σπίτι πάει στους άντρες, άρα θα πρέπει στον Πέτρο να καταλήξει.

Αστειεύεσαι; Εκεί που το χτίσαμε εμείς, τώρα θα μας διώξεις;

Έτσι τα λέει η παράδοση. Αυτός το πουλάει, αν θέλει.

Ποια παράδοση, μωρέ μαμά; Το σπίτι τριάντα χρόνια έχει όλα κι όλα, τι έθιμο;

Δεν το συζητάω. Πότε να κάνουμε την αλλαγή;

Αλλαγή δικού μας σπιτιού με το διαμέρισμα; Δεν σε βολεύει πια; Ήθελες να σε γράψουμε εκεί.

Ξέρουμε πολύ καλά ότι το έδωσες όλο στον Πέτρο, ούτε νέο διαμέρισμα θα πάρεις. Αυτό το σπίτι πια δε κληρονομεί ο Πέτρος. Αλλού θα πάει.

Εσείς τα έχετε όλα, κι εκείνος όλο χάνει!

Ό,τι βγήκε απο την Καλλιθέα, τα ασφαλιστικά, τα χαρίσματα από τον πατέρα σου όλα στον Πέτρο. Εμείς με τον Νίκο μόνοι μας φτιάξαμε ό,τι βλέπεις!

Ο Πέτρος δεν φταίει, όλο τον κοροϊδεύουν!

Ξέρεις ποιος βγήκε πάντα χαμένος από κουτοπονηριές; Εγώ! Το σπίτι είναι δικό μας, το οικόπεδο αγοράστηκε, όλα είναι καθαρά. Ο Πέτρος μπορεί να σας επισκέπτεται μόνο.

Μια μέρα στα καλά καθούμενα, ο Δημήτρης ξάδελφος της Ειρήνης απ τη Θεσσαλονίκη κατέβηκε.
Ήρθα να δω πώς ζείτε στα χωράφια. Η θεία έλεγε πως όλοι με το ζόρι τα βγάζετε. Και τελικάτενεκέδες με βερσαλίες!

Η μαμά τα λέει αυτά, ε;

Πήρα κι εγώ δάνειο για να ορθοποδήσω. Σου έφερα σκουλαρίκια της μαμάς σου, είπε να τα φέρεις στα χέρια σου.

Τι απέγιναν τα άλλα;

Από το μνημόσυνο ακόμα η θεία έλεγε ότι όλα της τα χρυσαφικά τα ήθελε η αδερφή της. Έκρυψα το κουτί, δεν το βρήκε ποτέ. Σου τα φέρνω τώρα. Τα ήθελε ο Πέτρος φυσικά. Μαμάδες, αχ συνέχεια δίνουν!

Μην της δώσεις τίποτε άλλο! Πούλα τα, κάνε τα ό,τι θέλεις, σε εσένα θα πιάσουν τόπο. Η θεία δυο φορές το είπε ψέματα.

Αλήθεια λες; Πες μου την ιστορία!

Θα σου τα πω όλα

Η μαμά σπανίζει τώρα στις επισκέψεις τα γόνατα πλέον φθαρμένα. Ο Πέτρος όλο του κλέβουν, τον ξεγελάνε. Η Ειρήνη και ο Νίκος ήσυχοι πλέον στο καινούριο τους σπίτι με τα παιδιά, να ζουν με το κεφάλι ψηλά. Ο Δημήτρης συχνά-πυκνά κατεβαίνει για μεζέ και τσιπούρα. Η ζωή κυλάει κι ο καθένας την τύχη του μόνος του τη σφυρηλατείΜια Κυριακή απόγευμα, όλοι μαζεύτηκαν στο καινούριο σπίτι, στον κήπο που άρχιζε δειλά-δειλά να μοσχοβολάfrom νέρατζια ως βασιλικούς. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια και ένιωσε τον αέρα της παλιάς αυλής να γυρίζει, με τη φωνή του πατέρα, τα γέλια της μάνας στα καλά χρόνια, χέρια παιδικά να ψαχουλεύουν τους θησαυρούς στα συρτάρια.

Ο Νίκος έβγαλε την ψησταριά και τα παιδιά έπαιζαν με τον Δημήτρη, που, πάντα με μια καινούρια ιστορία, έδινε ζωντάνια στις σκιές του σούρουπου. Έσκυψε και της έδωσε διακριτικά το κουτί με τα σκουλαρίκια, ψιθυρίζοντας «Αυτά τα φυλούσε η γιαγιά σου για να έχεις κάτι δικό της να σου θυμίζει πως ούτε η φωτιά ούτε τα ψέματα λιώνουν το αληθινό χρυσάφι.»

Η Ειρήνη, πρώτη φορά μετά από καιρό, χαμογέλασε. Το σπίτι μπορεί να άλλαξε γειτονιά, οι ρίζες να ξενιτεύτηκαν ή να απλώθηκαν αλλού, όμως εκείνη έμαθε πια ποιος κρατά τη φλόγα όρθια: Όχι τα τσιμέντα, όχι τα διαμερίσματα, ούτε καν τα κρυμμένα κουτιά με τα οικογενειακά κειμήλια, αλλά το χέρι που κρατάς στο τραπέζι, το θάρρος να πεις την αλήθεια, η γενναιοδωρία της αγάπης που δεν καίγεται ποτέ.

Η γιαγιά κάθησε σε μια γωνιά και παρακολούθησε τα εγγόνια της να τρέχουν, πιο ήσυχη από ποτέ. Ο Πέτρος δεν είχε πια τίποτα να διεκδικήσειμόνο το δικαίωμα να περνά, να δει, να πει μια κουβέντα, να θυμηθεί πως όλα τα σπίτια σώζονται όταν αφήσεις την καρδιά να τα γεμίσει ξανά. Κι έτσι, στην καινούρια αυλή, άναψαν τα φώτα ψηλά και κάπου ανάμεσα στη μυρωδιά της λεμονιάς και στα γέλια των δικών της, η Ειρήνη κατάλαβε πως ό,τι και να χάθηκε, ό,τι και να πείραξαν οι άλλοι, εκείνη είχε ήδη κερδίσει το δικό της σπιτικό φως.

Oceń artykuł
Όλοι κορόιδευαν τον αδερφό, μα εξαπατημένη ένιωθε η Βέρα…