Όλα τελείωσαν μεταξύ μας, Δανάη! Θέλω μια πραγματική οικογένεια, παιδιά. Εσύ δεν μπορείς να μου το χαρίσεις αυτό. Περίμενα, έδειξα υπομονή τόσα χρόνια, αλλά θέλω γιο. Ήδη κατέθεσα για διαζύγιο. Έχεις τρεις μέρες να μαζέψεις τα πράγματά σου. Όταν φύγεις, τηλεφώνησέ μου. Εγώ θα μείνω προς το παρόν στη μητέρα μου. Βιάσου, πρέπει να ετοιμάσω το σπίτι για το παιδί και τη μητέρα του. Ναι! Μην απορείς, η μέλλουσα γυναίκα μου περιμένει παιδί! Έχεις τρεις μέρες.
Η Δανάη σώπασε. Τι να απαντήσει;
Δεν κατάφερε ποτέ να κάνει παιδί. Ο Μανώλης είχε κιόλας περιμένει πέντε χρόνια. Μέσα σ αυτά τα χρόνια, τρεις αποτυχημένες προσπάθειες.
Είδε δεκάδες γιατρούς, όλοι της είπαν πως ήταν υγιής. Γιατί δεν τα κατάφερνε;
Η Δανάη πάντα ζούσε σωστά.
Αυτή τη φορά, ξαφνικά της ήρθε λιποθυμιά στη δουλειά. Φώναξαν ασθενοφόρο, όμως όλα έγιναν γρήγορα…
…Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω από τον Μανώλη και η Δανάη κάθισε εξαντλημένη στον καναπέ.
Δεν είχε διάθεση ούτε και δύναμη να μαζέψει πράγματα. Άλλωστε, πού να πήγαινε;
Όταν σπούδαζε ζούσε με τη θεία της. Η θεία είχε φύγει από τη ζωή και το σπίτι το είχε πουλήσει ο γιος της. Να γυρίσει στο χωριό στο σπίτι της γιαγιάς; Να ψάξει να νοικιάσει; Και τι γίνεται με τη δουλειά της;
Εκατό ερωτήματα και όλα ζητούσαν άμεση απάντηση…
…Ξημερώματα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η πεθερά της.
Δεν κοιμάσαι; Καλά κάνεις. Ήρθα να βεβαιωθώ πως δεν θα πάρεις τίποτα παραπάνω απ ό,τι σου ανήκει.
Τα παλιά σώβρακα του γιου σας δεν τα θέλω. Θέλετε να μετρήσουμε και τα δικά μου;
Μα κοίτα την! Πόσο θράσος! Ήσουν ήσυχη, καλή κοπέλα. Και να πώς καταντήσαμε. Εγώ από το πρώτο περιστατικό είπα στον Μανώλη ότι δεν θα μπορείς να του γεννήσεις παιδί.
Ήρθατε μόνο για να μου το πείτε αυτό; Καλύτερα να κάθεστε ήσυχα να προσέχετε.
Τι κάνεις με το σερβίτσιο;
Είναι δικό μου. Από τη θεία μου. Μνήμη.
Τώρα θα μείνει άδειο χωρίς αυτό!
Δεν με νοιάζει. Τουλάχιστον θα αποκτήσετε εγγονό.
Πάρε μόνο τα δικά σου!
Ο υπολογιστής δικός μου! Η καφετιέρα, το φούρνο μικροκυμάτων επίσης, δώρα απ τους συναδέλφους. Το αυτοκίνητο το έβγαλα πριν το γάμο. Ο γιος σας έχει δικό του.
Όλα τα έχεις, αλλά παιδιά δεν μπορείς να κάνεις!
Αυτό δεν σας αφορά. Εγώ μια χαρά είμαι, ίσως έτσι το ήθελε ο Θεός.
Μήπως το έκανες επίτηδες για να φτάσουμε ως εδώ;
Ανοησίες λέτε. Με πονάει κιόλας να το σκέφτομαι.
Η Δανάη κοίταξε το σπίτι της πράγματά της σχεδόν δεν είχαν απομείνει. Μια βούρτσα, λίγα καλλυντικά, παντόφλες…
Κάτι σημαντικό είχε ξεχάσει. Η πεθερά δεν την άφηνε να συγκεντρωθεί.
Ξαφνικά θυμήθηκε η παλιά γατούλα, το διακοσμητικό. Είχε ένα μυστικό καλά κρυμμένο ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και ένα δαχτυλίδι, ενθύμιο από τη γιαγιά της, χωρίς μεγάλη υλική αξία, γεμάτα όμως συναισθήματα. Ο Μανώλης τα θεωρούσε άχρηστα και πάντα ό,τι δεν ήθελε το άφηνε στο μπαλκόνι. Άνοιξε την πόρτα…
Εκεί τι θες τώρα; Τέλειωνε να φύγεις! φώναξε πάλι η πεθερά. Αποχαιρετάς το σπίτι; Αποχαιρέτησέ το, δεν θα δεις κάτι τέτοιο ξανά!
Βρήκε τη γατούλα και το πολύτιμο περιεχόμενο της. Μπορούσε επιτέλους να φύγει.
Ορίστε τα κλειδιά, αντίο σας. Εύχομαι να μην ξανασυναντηθούμε.
Κατέβηκε προς το γραφείο. Αν και ήταν σε αναρρωτική, ζήτησε να της βάλουν κανονική άδεια.
Σε λυπόμαστε όλοι μας, Δανάη, αλλά πώς θα τα καταφέρουμε χωρίς εσένα; Τρεις βδομάδες θα φτάσουν; Όμως έχε το κινητό μαζί, αλλιώς τα μισά μας project θα παγώσουν.
Εντάξει, θα ξεφύγω λίγο, ευχαριστώ.
Θες βοήθεια;
Όχι.
Θα πω να σου δώσουν και μπόνους.
Σε ευχαριστώ, το χρειάζομαι αυτή τη στιγμή.
Ούτε που σκέφτηκε να ψάξει για νοίκι. Έφυγε κατευθείαν για το χωριό. Κανείς δεν την περίμενε εκεί. Η γιαγιά είχε φύγει τρία χρόνια πριν, τη μάνα της δεν τη γνώρισε ποτέ, πέθανε στη γέννα.
Τώρα, περίεργο, η ίδια δεν μπορεί να γεννήσει…
Ύστερα από μια ώρα έφτασε. Μια μηλιά, τουλίπες στον κήπο.
Τελευταία φορά εδώ ήταν με τον Μανώλη, φθινόπωρο, κάνανε ψησταριά με φίλους.
Η Δανάη πάρκαρε στο προαύλιο. Το κλειδί του γκαράζ ήταν στο σπίτι.
Άνοιξε και μπήκε. Ησυχία. Πιάτα ακαθάριστα, φλιτζάνια βρώμικα πάνω στο τραπέζι. Γιατί δεν τα είχε μαζέψει τότε;
Όχι, τα είχε καθαρίσει! Κάποιος είχε έρθει έκτοτε!
Δύο φλιτζάνια, πιάτα, σακούλες από χυμό, άδεια μπουκάλια από το αγαπημένο αφρώδες του Μανώλη. Σίγουρα δεν ήταν από το φθινόπωρο.
Άρα ο Μανώλης είχε έρθει με άλλη. Ποια όμως; Δεν έχει πια σημασία…
Μόνο η ίδια είχε το κλειδί μάλλον ο πρώην της έκανε αντίγραφο. Ώρα να αλλάξει κλειδαριές.
Νέα ζωή, καθάρισμα σπιτιού, μετά ζεστό μπάνιο.
Ήθελε να ξεπλύνει από πάνω της όλη τη βρωμιά και το παρελθόν.
Όταν ετοιμάστηκε να βγει απ το μπάνιο, άκουσε χτύπους, πρώτα στην πόρτα, μετά στο παράθυρο.
Ποιος είναι;
Όλα καλά εκεί μέσα;
Ναι, μια χαρά…, απάντησε έκπληκτη.
Η Δανάη βγήκε έξω και είδε έναν άγνωστο άντρα.
Με συγχωρείτε αν σας τρόμαξα. Είμαι ο γείτονάς σας. Όλη τη μέρα σας βλέπω και μετά ξαφνικά φάνηκε καπνός από το τζάκι και δεν σας άκουγα, ανησύχησα…
Ευχαριστώ, είμαι καλά.
Είστε συγγενής του Μανώλη; Πριν λίγες μέρες ήταν εδώ με τη σύζυγο… Είστε αδελφή του;
Όχι, πρώην σύζυγός. Σχεδόν. Είμαστε σε διαδικασία διαζυγίου.
Το σπίτι δικό σας;
Δικό μου.
Εγώ είμαι προσωρινός γείτονας, φιλοξενούμαι για οικογενειακούς λόγους. Ο φίλος μου μου το παραχώρησε. Κι εγώ σε διαζύγιο, από αύριο ελεύθερος κι εγώ. Εάν χρειαστείτε κάτι, εδώ είμαι. Με λένε Ιάσονα.
Είμαι η Δανάη. Μπορείτε να αλλάξετε την κλειδαριά;
Φυσικά, πείτε πότε και θα το φροντίσω.
Όσο πιο σύντομα γίνεται. Αύριο θα αγοράσω.
Αφήστε το σε μένα, θα διαλέξω εγώ, για να μην πάρετε κάτι ακατάλληλο.
Εντάξει.
Πέρασαν δύο εβδομάδες. Απέμεινε μία εβδομάδα άδειας κι έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα. Δεν ήθελε πια να ψάχνει σπίτι. Ο Μανώλης ούτε που επικοινώνησε. Μόνο της ήρθε ένα μήνυμα με την ημερομηνία του διαζυγίου. Ίσως καλύτερα έτσι.
Ήρθε Σάββατο. Η Δανάη πάντα ξυπνούσε νωρίς, αλλά αυτή τη μέρα, ο Ιάσονας την κάλεσε για βόλτα στη λίμνη.
Νέες σχέσεις δεν ήταν στα σχέδιά της, αλλά για περίπατο δεν πειράζει. Πέρασαν όμορφα, γύρισαν λίγο πριν το μεσημέρι. Εκεί, έξω απ το σπίτι, ήταν το αυτοκίνητο του Μανώλη μόλις είχε φτάσει. Άνοιξαν τις πόρτες, βγήκε ο Μανώλης και βοήθησε μια έγκυο να βγει.
Η Δανάη και ο Ιάσονας έφτασαν στον αυλόγυρο. Ο Μανώλης προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα, αλλά πλέον άδικα.
Τι γίνεται εδώ;
Και τι κάνουμε εδώ λοιπόν; Γιατί προσπαθείς σε ξένο σπίτι;
Ο Μανώλης αιφνιδιάστηκε.
Αυτό είναι σπίτι μας! είπε η έγκυος.
Ναι; Και ποιος το είπε αυτό; Ο Μανώλης; Είναι δικό μου, παρακαλώ φύγετε.
Μανώλη, τι λέει αυτή; Είναι η πρώην σου; Διώξ την! στρίγγλιξε η έγκυος.
Η Δανάη και ο Ιάσονας γέλασαν. Ο Μανώλης έβαλε τη γυναίκα του στο αυτοκίνητο και έφυγαν βιαστικά.
Θα έχει περιπέτειες η ζωή του από εδώ και πέρα.
Τουλάχιστον, τώρα θα αποκτήσει παιδί. Εγώ δεν μπόρεσα. Τρεις αποτυχίες. Συγγνώμη.
Κι εμείς χωρίσαμε επειδή η γυναίκα μου δεν ήθελε παιδί…
Τέσσερα χρόνια μετά το διαζύγιο, τυχαία συνάντηση με την πρώην πεθερά σε σούπερ μάρκετ στον Πειραιά.
Δανάη, δεν σε αναγνωρίζω! Σε βλέπω τόσο καιρό κι αναρωτιέμαι… Είσαι έγκυος;
Ναι, η Δανάη χάιδεψε τη φουσκωμένη της κοιλιά.
Ο Μανώλης δεν είναι καλά… Το παιδί γεννήθηκε ασθενικό, κάτι δεν πήγε καλά από θέμα αντρικής πλευράς. Η γυναίκα του τους εγκατέλειψε και έμεινε το εγγόνι μαζί μας. Κι εσύ, μοναχή σου θα γίνεις μάνα;
Όχι, δεν είμαι μόνη. Έχω οικογένεια. Πρέπει να φύγω, με περιμένουν.
Έτσι ε; Συγγνώμη για όλα…
Υπομονή να έχετε…
Η πρώην πεθερά στάθηκε να δει τη Δανάη να απομακρύνεται. Προχωρούσε δίπλα στον Ιάσονα που της κρατούσε το χέρι, κι από την άλλη κρατούσε σφιχτά το χεράκι ενός μικρού κοριτσιού… που της έμοιαζε απίστευτα.





