Όλα ξεκινούν ένα βροχερό απόγευμα Τετάρτης, όταν ο πατέρας μου γράφει στο chat της οικογένειας πως την Κυριακή ΠΡΕΠΕΙ να συναντηθούμε καμία δικαιολογία.
Λέει πως είναι επείγον.
Ότι πρόκειται για «κάτι σημαντικό» και ότι η παρουσία όλων είναι απαραίτητη.
Το μυαλό μου πάει κατευθείαν στα χειρότερα.
Το ίδιο και της αδερφής μου και του αδερφού μου.
Μιλάμε μεταξύ μας και όλοι σκεφτόμαστε το ίδιο: υγεία, κάποια διάγνωση, κάτι άσχημο.
Ποτέ δεν ζητάει οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ποτέ.
Ακόμα και η θεία μου, η Ειρήνη, ήρθε από τη Λάρισα, γιατί πίστευε ότι θα ήταν ένα αποχαιρετιστήριο τραπέζι ή κάτι παρόμοιο.
Μαζευόμαστε όλοι με τα νεύρα τεντωμένα, τα χέρια ιδρωμένα και τον λαιμό κόμπο από το άγχος.
Τον βλέπουμε να κάθεται στο σαλόνι, με σοβαρό ύφος, και δεν μιλάει κανείς.
Η μητέρα μου πλέον χωρισμένη μαζί του, αλλά παρούσα τον παρατηρεί αγχωμένη.
Ξεκινάει με φράσεις του τύπου:
«Περνάμε δύσκολες εποχές…»
«Η ζωή αλλάζει…»
«Μερικές φορές χρειάζονται γενναίες αποφάσεις…»
Μιλάει αργά, λες και ετοιμάζεται να μας ανακοινώσει κάτι που θα μας διαλύσει.
Ο λαιμός μου κλείνει.
Ετοιμαζόμαστε όλοι για άσχημα νέα.
Και τότε το λέει:
«Χρειάζομαι οικονομική βοήθεια για λίγο καιρό.»
Παγώνουμε.
Και συμπληρώνει:
«Για να ξεκινήσω ένα εγχείρημα με τη σύντροφό μου.»
Νομίζαμε πως εννοούσε επιχειρηματική σύντροφο.
Μέχρι που το ξεκαθαρίζει, χωρίς ντροπή:
«Με την κοπέλα μου.»
Μια γυναίκα που γνώρισε πριν έξι μήνες.
Σχεδόν στα δικά μου χρόνια.
Έχασα τα λόγια μου.
Η αδερφή μου, η Δάφνη, κατάπιε ξερά.
Η μητέρα μου έμεινε άγαλμα.
Όλες οι σκέψεις για αρρώστιες και τραγωδίες εξαφανίστηκαν.
Έμεινε μόνο αγανάκτηση.
Συνεχίζει: η κοπέλα έχει «όνειρα», θέλει να τη στηρίξει, χρειάζονται λεφτά να ανοίξουν ένα μικρό μαγαζί.
Κι επειδή «πάντα ήταν δίπλα μας», τώρα περιμένει να σταθούμε εμείς δίπλα του.
Ένιωσα θυμό.
Μεγάλο θυμό.
Γιατί δεν στάθηκε ποτέ δίπλα μας έτσι όπως το διηγείται.
Ποτέ δεν πλήρωσε όλη τη διατροφή.
Ποτέ δεν ήρθε σε σχολικό γεγονός.
Ποτέ δεν ρώτησε αν έχουμε φαΐ στο τραπέζι.
Κι όμως τώρα τώρα ζητάει να πληρώσουμε για την εικόνα του μπροστά στην καινούρια του κοπέλα.
Ο αδερφός μου, ο Ανδρέας, του είπε ότι αν θέλει να κρατήσει μια νεότερη γυναίκα, να δουλέψει περισσότερο.
Ότι δεν είναι δική μας δουλειά να χρηματοδοτούμε τις πολυτέλειές του.
Εκείνος συχάθηκε.
Είπε ότι δεν είναι πολυτέλεια, είναι αγάπη.
Η Δάφνη παραλίγο να γελάσει.
Εγώ σιώπησα, γιατί αν άνοιγα το στόμα μου, ήξερα πως θα πω λόγια που μετά θα μετανιώσω.
Επέμεινε ότι χρειάζεται «οικογενειακό δάνειο» αλλά δεν μπορεί να υπογράψει τίποτα, για να μην «χαλάσει η εμπιστοσύνη».
Κανείς δεν δέχτηκε στο τέλος.
Σηκώθηκε θυμωμένος, μας είπε αχάριστους, ανίκανους να στηρίζουμε, ότι έτσι διαλύονται οι οικογένειες.
Η μητέρα μου του απάντησε ψύχραιμα:
«Οι οικογένειες διαλύονται όταν κάποιος ξεχνάει τον ρόλο του.»
Έφυγε με δύναμη, κλείνοντας την πόρτα βρόντα.
Η κοπέλα του, η Μαρία, μου έστειλε μάλιστα μήνυμα στο Viber:
«Δεν ήξερα τι είναι αγάπη μέχρι να τον γνωρίσω.»
Φαντάσου.
Δεν απάντησα καν.
Από εκείνη τη μέρα δεν μας έχει μιλήσει.
Έχει μπλοκάρει τον Ανδρέα και τη Δάφνη.
Σε μένα έστειλε ξεχωριστά μήνυμα: «Περίμενα περισσότερα από εσένα.»
Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά ή λάθος.
Ξέρω μόνο το εξής:
Αν θέλει να εντυπωσιάσει τη νεαρή του κοπέλα
ας το κάνει με τα δικά του χρήματα, όχι με τα δικά μας ευρώ.





