Ξανθίππη
Να τη δεις, στολίστηκε! Οι κανονικοί άνθρωποι, βρε θειά Μάρω, σηκώνονται πρωί-πρωί και πάνε στη δουλειά με το ταπεινό λεωφορείο. Αυτή πού τρέχει με το άσπρο παντελόνι στη λάσπη της γειτονιάς;
Σιγά μην περπατήσει, κυρά Μαριγούλα! Όλο με το αμάξι της, σα να χει ιδιωτικό πούλμαν!
Πες κι ευχαριστώ που τουλάχιστον φοράει ρούχα είδες τι κουβαλάει στο λαιμό αυτή η Ξανθίππη;
Όχι τι έχει πάλι;
Τατουάζ! Ε, όχι να με συγχωρεί ο Θεός! Σαν να έκανε φυλακή! Νια ήταν ακόμα, κι ήτανε πιο πολύ γραμμένη κι απ τα μπράτσα του Σάκη του χασάπη. Τι θα λεγε η μάνα της αν τη βλέπε; Χαμένη ψυχή, σου λέω
Η γνωστή παρέα στη γωνιακή καφετέρια έπιασε ν αναλύει την εμφάνιση της Ξανθίππης, ροκανίζοντας χρόνο μέχρι να ρθει η διάθεση ν ανηφορίσουνε στο σπίτι, γιατί το μόνο που τις περίμενε ήταν ρουτίνα. Σπίτι, παιδιά μικρά ή μεγάλα, φαΐ, σκούπα, κανά γιορτινό τραπέζι άμα λάχει κι η χαρά; Σπάνιο πράγμα για τον απλό λαό. Πιο πολύ με τις σκοτούρες τσουλάει η ζωή· ο πώς να ταΐσεις τα παιδιά, να βοηθήσεις, να χεις κάτι για τα εγγόνια κι αγκαλιές για τις ζεστές τσιριτσάντζουλες των μικρών, εκεί κρύβεται όλη η ευτυχία. Κι όχι για όλους, βέβαια. Νά, της Βαγγελιώς, της είπαν να μη νομίζει πως θα της φέρουν εγγόνια, γιατί στις μέρες μας είναι μόδα τα ταξίδια κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Άντε βγάλε άκρη με τα σύγχρονα παιδιά εσύ!
Κι η Ξανθίππη, καλή κοπέλα ήταν, διάβαζε, καλημέριζε με ευγένεια. Μα σαν έφυγε η μάνα της, τα κανε όλα ανάστα ο Κύριος. Λένε πως ούτε δουλεύει, ούτε σπουδάζει πλέον. Η κόρη της Παναγιώτας λέει πως έχει ανοίξει δικό της στούντιο τατουάζ! Πού ο κόσμος πάει
Κι ο πατέρας της, που ξαναφάνηκε πριν λίγα χρόνια, της πήρε εκείνο το παλιό αμάξι που πιάνει μισό τετράγωνο κι έφυγε, αφήνοντας τη μικρή στην τύχη της. Είκοσι χρονών κορίτσι και μόνη Μα σαν φέρει σπίτι κανά τυχαίο τύπο; Χάθηκε κι η κληρονομιά και το αμάξι, που τους έχει όλους αναμμένους!
Κοιτάξτε, κι έφυγε πάλι! Για πού, ποιος ξέρει; Ούτε ένα βλέμμα πίσω! Μούρη! Ορίστε και σε λευκό παντελόνι.
Η Ξανθίππη όμως δεν είχε ούτε δευτερόλεπτο να σκεφτεί για τα σχόλια των γειτονισσών. Σκέφτονταν τα δικά της τρεχάματα. Το πρόγραμμά της γεμάτο ασφυκτικά· να χε η μέρα ακόμα δυο ώρες, θα τανε καλά! Η μακαρίτισσα η μάνα της πάντα της έλεγε πως με το χρόνο δεν έχει σχέση σωστή, αλλά πρέπει να μάθει.
Ξανθίππη μου, όποιος κάνει φιλίες με το χρόνο, ζει περισσότερο, όχι αριθμητικά πραγματικά! Οι άλλοι όλο τρέχουν και νομίζουν πως δεν προλαβαίνουν τίποτα. Συνταγή απλή: φιλία με το ρολόι και βρίσκεις ισορροπία.
Και πώς να τα καταφέρω, μάνα;
Μη σκορπάς το χρόνο σου, παιδί μου. Χώρισέ τον, να υπάρχει και για παιχνίδι και για σοβαρά. Δεν γίνεται παντού δουλειά, το καταλαβαίνεις; Κάποια στιγμή θα τα φτύσεις, και τότε ποιος θα σου φταίει;
Η Ξανθίππη κράταγε τις συμβουλές σφιχτά, ακόμα κι αν ο προγραμματισμός της στο ημερολόγιο ήταν φρούδα ελπίδα. Κάθε μέρα είχε περισσότερα πρέπει απ όσο προλαβαίνονται και πού χρόνος για πασάλειμμα. Σήμερα, τρεις διαλέξεις, δυο πελάτισσες και να περάσει κι από την Κατερίνα. Κι όπου Κατερίνα, κολλάει κι ο Σάββας, άρα χάνεις σίγουρα δεκάλεπτο. Να μιλήσει και με τους νέους στο στούντιο γιατί βγαίνουνε εκδρομή την επόμενη βδομάδα κι ούτε τα ονόματα δεν θυμάται καλά-καλά.
Στην πρωινή κίνηση παραλίγο να τρακάρει απ τη φούρια. Έβαλε μπροστά γελώντας λες και το αμάξι καταλάβαινε τον πανικό της: Έλα, όλα θα τα προλάβουμε! Εσύ το χεις.
Χάιδεψε το τιμόνι και μουρμούρισε: Ευχαριστώ, μπαμπά.
Φοβερό, να της λεγε κάποιος δυο χρονάκια πριν πως θα ευγνωμονεί τον πατέρα της, θα γέλαγε μέχρι να πιάσει κράμπα στο μάγουλο. Τον πατέρα της τον αντιπαθούσε, πρέπει να ναι δίκαιο εδώ.
Η μάνα της, πότε στόλισε μία κακιά κουβέντα για τον πατέρα της; Αντιθέτως, έλεγε πως του μοιάζει και καμάρωνε κιόλας. Αλλά μ αυτά κι αυτά, η Ξανθίππη πονούσε μια ζωή για την απουσία του. Από παιδί, τα Χριστούγεννα, όταν άλλα κορίτσια χόρευαν με τον μπαμπά τους και η ίδια καθόταν μόνη, με μάτια στεγνά και νεύρα τεντωμένα. Στο λύκειο, όταν κάποια κοπελιά κοκορευόταν πως ο μπαμπάς της κλείνει τα δίδακτρα και της τάζει αμάξι, μέσα της κάτι έσπαγε. Δεν ήταν φθόνος ήταν θλίψη, ανεπίτρεπτη, που δεν αντέχεται.
Την πρώτη φορά που ο πατέρας της εμφανίστηκε ψυχή βαθιά ταράχτηκε. Μεγάλος καβγάς, φωνές, κλάματα Δεν ήθελε ούτε να τον δει. Και δεν ήξερε τότε τίποτα για τα αποτελέσματα των αναλύσεων που ήδη κρατούσε η μάνα της, δεν ήξερε για το χρόνο που τελείωνε σαν νερό στη δίνη.
Εγώ φταίω, Ξανθίππη, που σ έκοψα απ τον πατέρα σου σκληρός εγωισμός, παράπονα κι ανταγωνισμός και στην τελική, σ έστειλα στη θεία σου. Εκείνος σε έψαξε. Εγώ τον απέκλεισα Μη με συγχωρείς τώρα, περίμενα μια ολόκληρη ζωή, να κάνω δήθεν το σωστό
Ξέσπασε πάνω στο παλιάρι το παράθυρο, μα στο τέλος βούτηξε το πανάκι, καθάρισε και μετά, στεγνήστεγνή, πήρε θέση πλάι στη μάνα και ζήτησε όλη την αλήθεια.
Έμαθε λοιπόν η Ξανθίππη πως η ζωή είναι μια από αυτές τις μπουγάδες που δεν ξέρεις αν ποτέ θα βγουν άσπρα όλα τα ρούχα. Κανείς δεν σου λέει ποιο δρόμο να πάρεις κι εμείς κάτι πρέπει να κάνουμε με τις ανατροπές. Δεν ήξερε αν τελικά συγχώρεσε τη μάνα της, αλλά ευγνωμοσύνη ένιωθε που δεν έμειναν όλα θάμενα και κουκουλωμένα. Το σημαντικό είχε τώρα φως, έστω κι αν τα πιο σκοτεινά έμειναν κρυμμένα σε ψιθύρους και νυχτερινές βάρδιες.
Δεν σκέφτηκε ποτέ να πουλήσει το αμάξι που της αγόρασε ο πατέρας της, ούτε να πάει σε άλλη πόλη, ούτε να πετάξει τα άλμπουμ με τα παιδικά της σκιτσάκια. Γιατί μέσα από τα σκιτσάκια ήρθε πρώτο το χάρισμα. Έπειτα, το τατουάζ στην πλάτη του πατέρα της αριστούργημα! φούντωσε το πάθος της να μάθει τη τέχνη. Κι αφού έμεινε έναν χρόνο μαζί του στην Αθήνα γιατί εκεί μετακομίσανε με το που της άνοιξε το πατρικό στούντιο, αφού πούλησε το δικό του σπίτι, της αγόρασε στο κέντρο, και της χάρισε και το κλειδί Δούλεψε, πάρε πτυχίο. Βγάλε τα δικά σου φτερά.
Με τη βοήθειά του στερέωσε το μαγαζάκι μικρούλι, στα στενά ψηλά της Κοραή και σιγά-σιγά ήρθαν και γείτονες, φίλοι, χαμογελαστοί και γκρινιάρηδες με τις δικές τους ιστορίες, όλοι απολαμβάνοντας την πρώτη της δουλειά.
Έπειτα ο πατέρας της έφυγε για το χωριό, δύσκολες οι καταστάσεις με τη γιαγιά και τον παππού.
Εγώ είμαι εδώ, όμως, Ξανθίππη όπου και να πάω.
Η Ξανθίππη έχωσε το κεφάλι στη δουλειά, δούλευε ακατάπαυστα τόσο που χρειάστηκε να βρει βοηθούς. Σ αυτό το άγχος πρωτομπήκε στη ζωή της η Κατερίνα μια κυρία καλοντυμένη, κάπως ταλαιπωρημένη, που μπήκε δειλά ενώ η Ξανθίππη μισοξεφυσούσε, περιμένοντας τον επόμενο πελάτη.
Να μιλήσω με τον μάστορα γίνεται;
Είμαι εγώ, λέει.
Κορίτσι μου, δουλεύεις κι όλας; Κάλεσέ μου τους μεγάλους, παρακαλώ!
Θα δείτε αν σας κάνουν τα δικά μου, κυρία μου. Δείτε το άλμπουμ.
Εδώ, να μπει το όνομα. Μόνιμα.
Τα δάκρυα κύλησαν, η Ξανθίππη έκλεισε την πόρτα στον φουριόζο πελάτη και η Κατερίνα κάθισε αμίλητη να υποστεί το κάτι-τίς πόνο του τατουάζ.
Σας λένε;
Σάββας. Κι έπειτα βγήκε. Το όνομα ήταν τo παιδιού της, μα η αποκάλυψη ήρθε στη γωνία του Ευαγγελισμού που συναντήθηκαν τυχαία.
Εκείνο το Σάββας, γυναίκα, ήταν κόρη.
Αλέξανδρα τη λένε. Έτσι της κανονικά. Να τη, εδώ να γνωριστείτε.
Η μικρή Αλεξάνδρα με τα γυαλιά και το τσιρότο, για καμιά βδομάδα ρωτούσε μόνο για ξηρούς καρπούς, κρύβοντας μισή τσάντα ταΐζοντας σκίουρους στο πάρκο, μέχρι που η Ξανθίππη έλειωσε απ’ τα γέλια.
Οι τρεις τους έδεσαν δεσμό παράξενο, λιγάκι με χαρμολύπη κι αρκετή κατανόηση. Μετά τα δύσκολα μπες-βγες στο νοσοκομείο, μια επέμβαση μες στον φόβο, μιαν αγωνία κι έναν χειρουργό, τον Άρη, ευαίσθητο κι έξυπνο, που με το μαγικό του χέρι έδωσε νέα ευκαιρία στην μικρή.
Και η Ξανθίππη κεφαλή σηκωμένη, με τσάντα γιομάτη ξηρούς καρπούς και όνειρα, πήρε υπό την προστασία της ό,τι παιδί έβαλε ο Άρης στο δρόμο της. Κι εκείνος, αμήχανος, δεν ξεστόμιζε κουβέντα για το τι ένιωθε, όπως κι εκείνη.
Το μεγάλο βήμα το κανε η μικρή Αλεξάνδρα, που ύστερα από τη θεραπεία, μιλούσε ανοιχτά.
Μαμά, ο Άρης είναι ερωτευμένος με τη Ξανθίππη! Τι με κοιτάς έτσι; Το κατάλαβα!
Μιας και τα παιδιά βλέπουν τα πάντα Τα υπόλοιπα ήρθαν σαν αναπόφευκτος σεισμός: ο Άρης κι Ξανθίππη σε σχέση, οι φίλες στην καφετέρια παραμιλάνε γι’ αυτόν τον καινούργιο, λίγοι στις γειτονιές της Αθήνας να μην έχουν να λένε για την Ξανθίππη με το λευκό φορεματάκι και το τατουάζ, που αποφάσισε να κάνει τη ζωή της όπως θέλει με κέδες (σνίκερς!), γιατί εκείνη με νυφικά τακούνια δεν πιάνει τιμόνι.
Έτσι, η παλιά κατηγορία μύτη ψηλά φάου ακούστηκε για τελευταία φορά την ώρα που η Ξανθίππη έφευγε αγκαζέ με τον Άρη, ενώ η μικρή Αλεξάνδρα τους ξεπροβόδιζε με παιδικό θρίαμβο, λέγοντας σε όλους:
Έτσι είναι, κυρίες μου. Φιφα! Δική μας και κορυφή!





