Τριάντα χρόνια δούλευα στο εργοστάσιο για να έχουν τα παιδιά μου μια καλύτερη ζωή. Στα εβδομηκοστά μου γενέθλια, μάζεψαν χρήματα για ένα καλάθι με λουλούδια και το έστειλαν με αποστολή.

Τριάντα χρόνια δούλευα σε εργοστάσιο, για να έχουν τα παιδιά μου μια καλύτερη ζωή. Στα εβδομηκοστά μου γενέθλια, μάζεψαν χρήματα και μου έστειλαν ένα καλάθι λουλούδια με τον ταχυμεταφορέα.

Στέκομαι στο άδειο μου διαμέρισμα με το καλάθι λουλουδιών από τον κούριερ και δακρύζω. Αν μου έλεγε κάποιος πριν σαράντα χρόνια ότι έτσι θα περνούσα τα εβδομηκοστά μου γενέθλια, θα το έπαιρνα για κακόγουστο αστείο. Αλλά η ζωή ξέρει να σε εκπλήσσει και δε ρωτά ποτέ αν είσαι έτοιμη για το φινάλε.

Εκείνο το πρωί Πέμπτης ξύπνησα στις έξι, ενώ δεν είχα καμιά δουλειά να πάω. Συνήθεια χρόνων για τριάντα χρόνια ξυπνούσα πριν χαράξει για να προλάβω την πρώτη βάρδια στο εργοστάσιο.

Έραβα στολές, ποδιές, εργασιακά ρούχα. Η Θεσσαλονίκη είχε τότε αρκετά τέτοια εργοστάσια κι οι γυναίκες σκύβανε με τις ώρες πάνω από τις ραπτομηχανές, με τρυπημένα δάχτυλα απ΄ τις βελόνες και καρφωμένα όνειρα πάνω στα παιδιά τους. Για ποιον αλλιώς τα κάναμε;

Ο Πέτρος μου, θεός σχωρέστον, ήταν στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Μαζί κρατούσαμε το σπίτι. Δε διαμαρτύρομαι τα βγάζαμε πέρα. Πρώτα σε μια γκαρσονιέρα στην Τούμπα, μετά αλλάξαμε και πήγαμε σε δυάρι με κουζίνα στη Νεάπολη.

Κεντρική θέρμανση, μπαλκόνι που έβλεπε στο πάρκινγκ. Τα παιδιά είχαν πάντα καθαρά ρούχα, ζεστό φαγητό και βιβλία για το σχολείο. Ο Νίκος έκανε ιδιαίτερα αγγλικά και η Ελευθερία πήγε σε κύκλο υπολογιστών. Ο Πέτρος έπαιρνε υπερωρίες, εγώ τα απογεύματα έραβα κουρτίνες και φορέματα στις γειτόνισσες.

Κι άξιζε τον κόπο τελικά. Ο Νίκος τελείωσε νομική, τώρα έχει δικό του γραφείο στην Αθήνα. Η Ελευθερία άνοιξε επιχείρηση εδώ, κάτι σχετικό με marketing, ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς, μα οι άνθρωποι την πληρώνουν γι αυτό κι είναι καλά. Είμαι περήφανη για τα παιδιά μου. Πραγματικά είμαι. Μόνο που το τελευταίο καιρό η περηφάνια αυτή μου θυμίζει τσάι δίχως ζάχαρη μοιάζει το ίδιο, αλλά κάτι λείπει.

Ο Πέτρος έφυγε πριν οχτώ χρόνια. Καρδιά. Γρήγορα, σαν αστραπή κοιμήθηκε το βράδυ και δεν ξύπνησε. Τον πρώτο χρόνο, τα παιδιά τηλεφωνούσαν κάθε μέρα. Το δεύτερο, μία φορά τη βδομάδα. Τώρα ο Νίκος παίρνει κάθε Κυριακή μετά το μεσημεριανό, αν δεν το ξεχάσει.

Η Ελευθερία στέλνει μόνο μηνύματα δύο φράσεις, σαν τηλεγράφημα: «Μαμά, πώς είσαι; Φιλιά». Κι εγώ απαντώ: «Καλά, κορίτσι μου». Τι να γράψω; Ότι μιλάω τα βράδια με την τηλεόραση; Ότι το μόνο που μου είπε άνθρωπος το Σάββατο ήταν η ταμίας στο σούπερ μάρκετ;

Για τα γενέθλια αυτά ετοίμαζα μια εβδομάδα. Σαν χαζή έψησα τσίζκεϊκ με συνταγή της μάνας μου. Αγόρασα καινούργιο τραπεζομάντιλο. Ξεσήκωσα το σερβίτσιο της πορσελάνης δώρο από το γάμο, που δεν το χρησιμοποιούσαμε ποτέ. Τέσσερα σερβίτσια, γιατί ο Νίκος είπε πως «θα προσπαθήσει να πεταχτεί» κι η Ελευθερία έγραψε πως «θα δει το πρόγραμμά της».

Το πρωί πήρε ο Νίκος. Η φωνή του κουρασμένη: «Μαμά, δεν τα καταφέρνω, έχω υπόθεση στο δικαστήριο, την άλλαξαν τελευταία στιγμή, δεν μπόρεσα να πω όχι. Το Σάββατο θα περάσω σίγουρα, ε;»

Μια ώρα μετά, γραπτό μήνυμα από την Ελευθερία. Ούτε καν τηλεφώνησε. «Μαμά, έχω συνέδριο στην Πάτρα, δεν προλαβαίνω, σ αγαπώ, το Σαββατοκύριακο θα το γιορτάσουμε!!!» Τρία θαυμαστικά. Λες κι έτσι θα αναπλήρωνε την παρουσία της.

Στάθηκα στην κουζίνα και κοίταξα τα τέσσερα πιάτα. Το τσίζκεϊκ. Το αστείο νέο τραπεζομάντιλο με ηλιοτρόπια, που μου φάνηκε χαρούμενο. Και μετά άρχισα να τα μαζεύω. Πιάτα στο ντουλάπι. Τραπεζομάντιλο πίσω στο ράφι. Έβαλα πανί πάνω από το γλυκό.

Στις τρεις χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Έφτασε ένα αγόρι, εικοσιπέντε χρονών, με μπλε μπουφάν, τεράστιο καλάθι λουλούδια τριαντάφυλλα, κρίνα, και κάτι άλλο που δεν αναγνώρισα. Και φάκελος. «Γλυκιά Μαμά, σου ευχόμαστε υγεία και ό,τι καλύτερο! Νίκος και Ελευθερία».

Ο ταχυμεταφορέας χαμογέλασε: «Χρόνια πολλά! Κάποιος σας αγαπά πολύ».

Πήρα το καλάθι. Βαρούσε στα χέρια. Το άφησα στο τραπεζάκι του χολ και έκλεισα την πόρτα. Μετά κάθισα στο σκαμνί, δίπλα στην κρεμάστρα και έμεινα έτσι, πέντε, ίσως και είκοσι λεπτά. Τα λουλούδια μοσχοβολούσαν τόσο δυνατά, όμως σε τούτο το στενό χολ με έπιασε ταχυκαρδία.

Το βράδυ πήρε η Χαρά, η μόνη γειτόνισσα που μιλάω ακόμα. Εβδομήντα πέντε, μένει από κάτω μόνη της, όπως εγώ. «Αγγελική, έχεις γενέθλια, έλα απάνω να πιούμε τσάι, έφτιαξα μηλόπιτα». Πήγα. Καθίσαμε ως τις δέκα στην κουζίνα της. Η Χαρά δεν ρώτησε για τα παιδιά. Ήξερε.

Το Σάββατο ήρθε ο Νίκος. Μόνος του, δίχως γυναίκα και εγγόνια. Τρεις ώρες τη μία την πέρασε στο μπαλκόνι στο κινητό. Άφησε έναν φάκελο με ευρώ πάνω στη συρταριέρα του χολ. Η Ελευθερία τελικά ακύρωσε το Σαββατοκύριακο «μάνα, κάτι τύχαινε, αλλά τα Χριστούγεννα θα τα πούμε σίγουρα».

Και τότε κατάλαβα ένα πράγμα. Δεν είναι ότι τα παιδιά μου δε με αγαπούν. Με αγαπούν. Με το δικό τους τρόπο, στον δικό τους χρόνο, ανάμεσα σε δίκες και συνέδρια στην Πάτρα. Με αγαπούν, όπως εγώ αγαπούσα το ράψιμό μου τίμια, μα με το μυαλό στη μηχανή και το βλέμμα στο ρολόι. Τριάντα χρόνια δούλεψα για να μην χρειαστεί να δουλέψουν όπως εγώ, αλλά κανείς δε με προειδοποίησε πως το τίμημα για τη δική τους καλή ζωή θα ήταν το δικό μου άδειο διαμέρισμα.

Το τσίζκεϊκ το φάγαμε με τη Χαρά. Τα λουλούδια άντεξαν μια εβδομάδα και μαράθηκαν. Τον φάκελο του Νίκου τον έκρυψα στο συρτάρι, εκεί που ο Πέτρος φύλαγε τα έγγραφα του ΟΣΕ.

Χθες αγόρασα για εμένα ένα εισιτήριο για εκδρομή στα Καλάβρυτα. Λεωφορείο, δυο μέρες με γκρουπ ηλικιωμένων. Η Χαρά θα έρθει μαζί μου. Όταν το είπα στην Ελευθερία στο τηλέφωνο, απόρησε. «Μαμά, από πότε ταξιδεύεις;»

«Από τα εβδομηκοστά μου γενέθλια, κόρη μου» απάντησα.

Μεσολάβησαν τρία δευτερόλεπτα σιγή. Ύστερα η Ελευθερία ψιθύρισε: «Χαίρομαι, μαμά» και άλλαξε κουβέντα. Εκείνα τα τρία δευτερόλεπτα, όμως, άξιζαν περισσότερο κι απ όλα της τα θαυμαστικά. Ξέρω πως κάποτε θα καταλάβει ίσως όταν βρεθεί κι εκείνη εξήντα χρονών με μια άδεια καρέκλα απέναντί της. Μα δεν σκοπεύω να περιμένω.

Είμαι εβδομήντα χρονών. Έχω δυο πόδια που πατάνε γερά, εισιτήριο λεωφορείου και μια γειτόνισσα που φτιάχνει ωραία μηλόπιτα. Ο Πέτρος θα έλεγε: «Αγγελική, μην παραπονιέσαι, πήγαινε». Και πάω.

Oceń artykuł
Τριάντα χρόνια δούλευα στο εργοστάσιο για να έχουν τα παιδιά μου μια καλύτερη ζωή. Στα εβδομηκοστά μου γενέθλια, μάζεψαν χρήματα για ένα καλάθι με λουλούδια και το έστειλαν με αποστολή.