Τρεις Κλωστές. Τρεις Μοίρες
Τι είπε η μικρή; Ρέα, δεν άκουσα καλά, τι; γύρισε ελαφρώς μπροστά και στο πλάι η Ιφιγένεια Δημητρίου, πλησιάζοντας τη φίλη της, τη Ρέα Παπαδοπούλου, που περπατούσε δίπλα της.
Η Ρέα άρχισε να εξηγεί με λεπτομέρειες τι συζητούσαν πιο πριν η μητέρα και το κοριτσάκι που πέρασαν δίπλα τους, που δεν ήταν πάνω από εφτά χρόνων.
Έχουν κάποιον αλήτη στο σχολείο τους, κι εκείνη του είπε…
Η Ρέα μιλούσε δυνατά, να ακούγεται σε όλη την πλατεία. Η Ιφιγένεια άκουγε με προσοχή χωρίς να διακόπτει, έπειτα γυρνώντας το κεφάλι, εντόπισε το κορίτσι και το ακολούθησε με το βλέμμα.
Καλή, καθαρούλα φαίνεται η μικρή. Πολύ μπερδεμένη όμως! σχολίασε.
Γιατί; απόρησε η Ιφιγένεια, παίρνοντας τη Ρέα από το μπράτσο, τραβώντας τη μπροστά, καθώς το φανάρι είχε ανάψει εδώ και ώρα και τα αυτοκίνητα, ευθυγραμμισμένα, περίμεναν δύο ηλικιωμένες να διασχίσουν.
Τι; Δεν ακούω, Ιφι, τι είπες; ξαναρώτησε μπερδεμένη η Ρέα, κρατώντας στη αγκαλιά τη τσάντα της, και βιαστικά-βιαστικά τράβηξε προς το πεζοδρόμιο.
Λέω, γιατί τη λες μπερδεμένη; ξανάφωναξε η Ιφιγένεια.
Ααα… έτσι…
Η Ιφιγένεια σπάνια εξηγεί τους συλλογισμούς της. Ή βαριέται ή απλώς θεωρεί πως τα πράγματα είναι αυτονόητα.
Το κορίτσι έχει αναλάβει να συνετίσει τον τεμπέλη και ακατάστατο συμμαθητή; Του κάνει παρατηρήσεις και θέλει να τον διορθώσει; Όχι, δεν πάει έτσι, δεν είναι αυτά λύσεις!
Η Ιφιγένεια κουνάει το κεφάλι μες στις σκέψεις της, η Ρέα αναστενάζει. Καμιά φορά η φίλη της είναι ανυπόφορη με αυτά τα μισόλογα. Άλλα και χωρίς την Ιφιγένεια, αυτός ο κόσμος, τόσο αλλαγμένος και πολύχρωμος, θα ήταν αβάσταχτα δύσκολος.
Η Ιφιγένεια Δημητρίου και η Ρέα Παπαδοπούλου μένουν γειτόνισσες. Τα διαμερίσματά τους πρωτότυπα καθεμιά έχει ξεχωριστή είσοδο που βγαίνει απευθείας στο δρόμο, χωρίς σκάλες ή ασανσέρ. Οι γυναίκες μένουν σ ένα από τα κτίρια μιας παλιάς αστικής έπαυλης στην Κηφισιά που κάποτε ανήκε σε κάποιον αξιωματικό του στρατού και κατόπιν δόθηκε σ έναν διακεκριμένο καλλιτέχνη, και με τη σύζυγό του έφτιαξαν στο κύριο κτήριο ένα γυμνάσιο. Τα υπόλοιπα κτίρια, πτέρυγες και βοηθητικά, έγιναν καλλιτεχνικά εργαστήρια. Η ιστορία τραβολογούσε και ταλάνιζε την ήρεμη ζωή των σαλονιών. Έτσι το μονοώροφο ημικυκλικό κτίσμα, που κάποτε ήταν στάβλος (!), φτιάχτηκε σε διαμερίσματα. Οι περισσότεροι έφυγαν για μεγαλύτερα, πιο φωτεινά σπίτια, αλλά η Ρέα, η Ιφιγένεια και μια ακόμα φίλη τους, η Αντιγόνη, κρατούν γερά σκίζοντας τις προτάσεις για αγορά, ανταλλαγή ή βοήθεια στη μετακόμιση που τους αφήνουν τα μεσιτικά γραφεία.
Δικηγόροι, μικροεπιχειρηματίες, εταιρίες, όλοι βλέπουν αυτό το κομμάτι της Κηφισιάς σαν λαχταριστό κομμάτι, μιας και βρίσκεται δίπλα στην πλατεία και τον Άγιο Δημήτριο α, και ο Άγιος Ελευθέριος φαίνεται από δω! Ναι, το κύριο κτίριο έγινε σχολή καλών τεχνών, μα υπάρχουν ακόμα πτέρυγες και σπιτάκια που δεν δόθηκαν σε «σίγουρα χέρια».
Κι όμως, εύθραυστες, ηλικιωμένες, ανήμπορες στις δυσκολίες της ζωής, οι γειτόνισσες προστατεύουν το καταφύγιο τους ως το τέλος. Εκεί έχουν ζήσει την κάθε μέρα· εκεί θέλουν να τελειώσει ο κύκλος.
Πάμε στην Αντιγονίτσα, κουνώντας μπροστά το κουτί με την πάστα, η Ρέα Να τη συγχαρούμε.
Τι; Τι μου λες; Δεν σε ακούω καλά. Ρέα, κοίτα με να καταλάβω! τραβάει το μανίκι της η Ιφιγένεια, απεγνωσμένη και ντροπιασμένη από τη βαρηκοΐα της.
Η Ρέα σταματά, γέρνει πάνω της και, αρθρώνοντας με προσοχή, επαναλαμβάνει:
Α, σωστά. Η Αντιγονίτσα μας κάλεσε Το θυμήθηκα! ηρεμεί η Ιφιγένεια. Μια παρεξήγηση λιγότερη. Ώρα να πάνε.
Σήμερα έχει γιορτή η Αντιγόνη Λυμπεροπούλου, άτυχη, καθηλωμένη πια σε αναπηρικό αμαξίδιο. Είναι η γιορτή της κόρης της, της Λυδίας. Η Λυδία είναι χρόνια τώρα ενήλικη, προκομμένη, δουλεύει σε μια εταιρεία, έρχεται σπάνια πλέον. Είπαν να το γιορτάσουν το Σαββατοκύριακο αλλά το ανέβαλαν. Η Αντιγόνη δεν κρατά κακία στην κόρη.
Εγώ φταίω, λέει καθώς οι φίλες κάθονται γύρω απ το τραπέζι. Και μη μου πείτε κουβέντα για το κοριτσάκι μου! υψώνει το δάχτυλο, αλλά κανείς δεν είχε πρόθεση. Η Λυδία είναι «της οικογένειας», μόνο καλά λόγια για εκείνη!
Η Ρέα χαϊδεύει το χέρι της φίλης που τρέμει αυτό το ξηρό, αδύναμο χέρι, με το οποίο πιτσιρίκα ξέθαβε αγριόχορτα απ την αυλή όταν, στο τέλος του πολέμου, φύτεψαν λαχανόκηπο για να ζήσουν. Μ αυτό το ίδιο χέρι κρατούσε τη βαριά φτυάρα κι έριχνε σπόρους στις αυλακιές κι ήταν χρόνια δύσκολα, πείνα και θλίψη. Όλες οι μανάδες δούλευαν ως νοσηλεύτριες, τα κορίτσια κουμαντάριζαν όπως μπορούσαν. Ό,τι έβρισκαν, το έτρωγαν· ό,τι μπορούσαν, το μαγείρευαν. Οι μαμάδες έφερναν ψωμί, καμιά φορά και λάδι που όμως είχε παράξενη γεύση, σαν πριονίδι. Η Αντιγόνη, η Ρέα, και η Ιφιγένεια δεν παραπονέθηκαν. Ήξεραν ότι έτσι ήταν για όλους Μα είχαν τον λαχανόκηπο, θα μεγάλωναν λαχανικά! Σπόρους βρήκαν χάρη σ ένα γέρο γεωπόνο της γειτονιάς, τον θείο Πέτρο. Καυγαδίζε με τους άλλους στην πολυκατοικία του, κάπνιζε μόνιμα, μα τα κοριτσάκια τα αγαπούσε τους θύμιζαν κάτι ζωντανό. Η φρεσκάδα τους εδινε ελπίδα.
Έλα δω, φώναξε τη Ρέα ο θείος Πέτρος, δείχνοντας με ένα κατακίτρινο νύχι. Ορίστε, σπόροι. Θα φυτέψετε και θα φάτε καλούδια. Εγώ θα σας δείξω!
Τα κορίτσια πρώτα δεν πίστεψαν πως θα φυτρώσει τίποτα, αλλά ο θείος Πέτρος δεν έλεγε λόγια του αέρα. Είδαν και κουνουπίδια και αγγούρια να κάνουν ρίζες και κοτσίδες στο χώμα, με μικρά κιτρινούλια λουλούδια κάτω απ τα πλατιά πράσινα φύλλα. Μαϊντανός, αντί να μεγαλώσει, ξεράθηκε. Ο Πέτρος έβριζε, μετά τις χάιδευε, τις φρόντιζε.
Όμως δεν έζησε να δει το τέλος του πολέμου. Η Ρέα, η Ιφιγένεια, η Αντιγόνη έβλεπαν με τρόμο να τον παίρνουν για ταφή. Ο θάνατος τότε ήταν διαρκώς δίπλα, μα όταν χάνεις κάποιον δικό σου, μοιάζει χειρότερα. Και τους δικούς τους πατεράδες δεν ξαναείδαν ποτέ· παράταξαν όμως μόνες τους τον κήπο.
Τώρα, η γριά πια Αντιγόνη στο αμαξίδιο, η Ρέα της παίρνει το χέρι, η Ιφιγένεια μοιράζει το ψητό και κόβει τα αγγουράκια. Στο τραπέζι και ποτηράκια. Η Αντιγόνη αγαπά το λικεράκι κράνου και θα περιποιηθεί τις φίλες της. Θα πιούν για υγεία της Λυδίας, για τα πόδια της Αντιγόνης που δεν τη στηρίζουν πλέον, για να 'ναι ο χειμώνας ήπιος.
Η καθηλωτική αναπηρία ήρθε ξαφνικά και ανάξια. Ένα βράδυ βγήκε, γλίστρησε, έπεσε. Φαινομενικά ελαφρύ χτύπημα κι όμως, την επόμενη μέρα τα πόδια της δεν κουνιόνταν. Πάγωσε, ίδρωσε δεν μπόρεσε να φτάσει το τηλέφωνο. Ίσως αν συρθόταν στο τραπεζάκι Όχι, δεν είχε δύναμη. Με τα χρόνια, το φινετσάτο σώμα της βαραίνει, γιατροί μίλησαν για ορμόνες, της έδωσαν χάπια. Ήξερε απλώς ότι ήταν γερατειά.
Άκουσε τη Ρέα έξω να ταΐζει τα παχουλά περιστέρια. Μετά πέρασε έξω απ το παράθυρο τα σπίτια τους σχεδόν εφάπτονταν στο χώμα, γι αυτό και το πάτωμα ήταν παγωμένο τον χειμώνα.
«Να τη πάλι η Ρέα Πάει σούπερ μάρκετ», σκέφτηκε η Αντιγόνη. «Σε λίγο θα ξεπροβάλλει κι η Ιφιγένεια, που αγαπά τον ύπνο.»
Δεν τόλμησε να φωνάξει για βοήθεια πάγωνε στο κρεβάτι, ο Οκτώβρης είχε ρουφήξει την τελευταία ζέστη. Ήθελε φαγητό και τουαλέτα
Η ανησυχία ήρθε πρώτα. Πού ακούστηκε η Αντιγόνη να μην παίζει το ραδιόφωνο ή να μην τρώει πρωινό; Αποκλείεται να κοιμάται εκείνη ξυπνά πάντα, σαν να χει ρολόι μέσα της! Χτύπησαν την πόρτα, πρώτα η Ρέα με την Ιφιγένεια, μετά ο θυρωρός τους είπε ότι οι κυρίες επιμένουν να ανοίξει. Η παλιά ξύλινη πόρτα δείχνει υποχώρηση κάτω απ τον ώμο, μπαίνει «σαν μπάλα μπόουλινγκ» ο φύλακας, μετά η βαρήκοη Ιφιγένεια, και στο τέλος η Ρέα.
Πού είσαι, κορίτσι; Μίλα, τι έγινε; φωνάζει η Ιφιγένεια. Έχει πάθει σύγχυση από φόβο.
Τη βρίσκουν ξαπλωμένη, καταλαβαίνουν αμέσως. Στέλνουν έξω τον φύλακα.
Τι ντροπή! Φύγετε, κορίτσια! φωνάζει η Αντιγόνη, αλλά τα χέρια της Ρέας γρήγορα αλλάζουν σεντόνια, καθαρίζουν, φροντίζουν. Έχει πείρα η Ρέα περπάτησε παρέα κι έναν παράλυτο άντρα. Τον κήδεψε με θλίψη και ανακούφιση μαζί.
Υπέφερε πολύ, ψιθύριζε στον τάφο. Τώρα πια αναπαύεται. Εκεί ψηλά θα ναι καινούριος πάλι.
Γιατί ο στριμμένος Ρέας να πάει στον Παράδεισο, οι φίλες δεν κατάλαβαν ποτέ, αλλά δεν προσπάθησαν να την αλλάξουν.
Η Αντιγόνη πήγε νοσοκομείο. Η διάγνωση βαριά. Όλο το βράδυ έκλαψε, λέγοντας πως ο Θεός την τιμώρησε γι αυτά που έκανε.
Και για ποιο λόγο δηλαδή; αναρωτιούνταν οι άλλες.
Είχε λόγο. Στα δεκαεννιά της γέννησε τη Λυδία, κοκκινομάλλα γλυκιά. Από έρωτα με συμμαθητή της μα σαν κατάλαβε ότι έμεινε έγκυος, τη μάλωσε η μάνα της, της είπε να τρέξει στην κλινική, μα τα νοσοκομεία δεν βρήκαν λύση. Γέννησε λοιπόν, στην Εύβοια σε συγγενείς. Εκεί δούλεψε, μεγάλωσε τη Λυδία, η μητέρα της λίγο-λίγο την αγκάλιασε. Ο πατέρας; Δεν ήθελε ευθύνες, είχε καριέρα μπροστά του· η Αντιγόνη και το παιδί «περισσεύαν»
Όταν η Λυδία έγινε δύομισι, γύρισαν στην Αθήνα. Η Ρέα και η Ιφιγένεια έγιναν εξαίρετες νταντάδες. Το παιδί γυρνούσε απ την μια στην άλλη, τρεις «μάνες». Έμοιαζε παράξενο πως το κοριτσάκι έγινε μάνα, ήξερε πράγματα που εκείνες δεν φαντάζονταν ακόμη, και σ αυτό έμοιαζε ανώτερη όμως κατάλαβαν πως παρέμενε πάντα η Αντιγονίτσα τους, μόνο λίγο πιο εξαντλημένη.
Ολοκλήρωσε διά αλληλογραφίας το Πάντειο, δούλεψε, μεγάλωσε τη Λυδία. Η μάνα της πέθανε όταν η κόρη ήταν 9.
Ήρθε η μέρα να δεχτούν ξένη αντιπροσωπεία στη δουλειά. Ανάμεσά τους, ένας γοητευτικός Γάλλος. Κι ούτε ο διευθυντής, ούτε οι «υπεύθυνοι» τους σταμάτησαν. Ερωτεύτηκαν πολύ. Η Ρέα κι η Ιφιγένεια έμεναν με το στόμα ανοιχτό με τα δώρα του Πιερ, τις κούκλες της κόρης και τα φορέματα.
Έχει αρχοντικό έξω απ το Παρίσι! Για μένα δωμάτιο, τα πάντα! έλεγε κατενθουσιασμένη.
Και η Λυδία; ρώτησε η Ρέα.
Θα μείνει αρχικά εδώ, όταν βολευτώ, θα την πάρω! δικαιολογιόταν η νύφη, η σκέψη της στριβόταν σα γλυκόπικρο βιολί.
Μαμά, πού είναι το εισιτήριό μου; ρώτησε σοβαρά η Λυδία που γύρισε από το σχολείο. Πρέπει να το πω και στο σχολείο
Εσύ μένεις, Λυδιώ. Αυτό το ταξίδι ακόμη είναι δύσκολο για σένα. Όταν εγκατασταθώ, θα σε πάρω, θα Άκουσε το γυάλινο βάζο να γίνεται θρύψαλα. Λυδία το πέταξε όσο δυνατά μπορούσε στο ξύλινο πάτωμα. Μετά, πήγαν στον τοίχο τα πιάτα, η τσαγιέρα
Η Λυδία αργότερα ομολόγησε στη Ρέα πως εκείνη τη μέρα ένιωσε σαν να πέθανε μέσα της κάτι λες κι έσφιξαν το λαιμό και δε μπορούσε να πάρει ανάσα.
Η μαμά σου θα επιστρέψει. Φρόντισε να αποφασίσεις αν θα τη συγχωρέσεις ή όχι, είπε η Ρέα μετά τα πρώτα ξεσπάσματα. Θα δικαιούσαι να επιλέξεις. Εμείς τόσο καιρό ζήσαμε μίζερα, που ένα όραμα για «καλύτερη» ζωή μας κατακτά. Αυτή είναι αδυναμία μας ως γυναίκες
Η ίδια κάποτε παρασύρθηκε από την ίδια αδυναμία άκουσε για μια καλή γούνινη σκούφια, την πλήρωσε, και πήρε σακίδιο με παλιά στερεομένα πανιά αντί για γούνα. Ε, ζητάμε όμορφα πράγματα κι ας μην έρχονται πάντα…
Η Αντιγόνη έφυγε. Η Λυδία δεν την αποχαιρέτησε, δεν απαντούσε στα γράμματα. Τα νέα για την κόρη τα μάθαινε απ τις φίλες.
Επέστρεψε μετά από έξι μήνες τρομερά μεγάλο διάστημα για έναν έφηβο. Η Λυδία τη μισούσε. Τα δώρα της πήγαν στα σκουπίδια.
Τελικά είχες γάμο; ρώτησε ψιθυριστά η Ιφιγένεια.
Όχι, κούνησε το κεφάλι η Αντιγόνη. Η οικογένεια του Πιερ δεν ήθελε τη νύφη με παιδί, μου ζήτησαν να την αφήσω, «σπουδαία υπόθεση» όπως είπαν. Όταν κατάλαβα ότι με στηρίζει σ αυτό, φτύνοντας το παρκέ τους, έφυγα. Λες να με συγχωρέσει ποτέ η Λυδία;
Η Ιφιγένεια ανασήκωσε τους ώμους, έμεινε σιωπηλή, μετά είπε:
Αργότερα. Όταν μεγαλώσει, ερωτευτεί, ίσως καταλάβει. Δεν σε δικαιολογώ, Αντιγόνη. Ήταν ανόητο, σκληρό αυτό που έκανες.
Η Ρέα κι η Ιφιγένεια τότε είχαν ήδη γιους, και που να αφήσουν το σπίτι δυο μέρες δεν τους πέρναγε απ το μυαλό…
Αυτόν τον «σταυρό» θεωρούσε η Αντιγόνη τιμωρία της.
Η Λυδία της έβαλε βοηθό αλλά ήταν ψυχρή και άγαρμπη. Ένα μεσημέρι, η βοηθός της έριξε κατά λάθος βραστό νερό. Έμεινε γυμνή, στο πάτωμα, με την πλάτη να καίει, να τσούζει, όλο το κορμί φωτιά κι η άλλη έσπευσε να φύγει. Τα τοιχώματα μεταξύ των διαμερισμάτων ήταν λεπτά· η Ρέα άκουσε. Είχε ήδη κλειδιά έκτακτης ανάγκης. Έσωσαν την Αντιγόνη, τη γιατρέψανε. Από τότε η Ρέα είναι ο «βοηθός» της.
Όχι! Δεν γίνεται! Εσύ να βοηθάς, κι εγώ να πληρώνω; αντιδρούσε η Αντιγόνη.
Έλα στα συγκαλά σου, τσίριζε η Ρέα. Ξόδεψέ τα σε κάτι καλύτερο τα λεφτά σου!
Τι έχουν να ντρέπονται; Πήγαν μαζί στα λουτρά, στις ουρές για γιατρούς, ξέρουν η μια το σώμα της άλλης απ τα νιάτα τους ακόμη. Έχουν αλληλοσώσει, περιφρουρήσει, ζήσει τις βόμβες και τους πολέμους. Χρήματα μεταξύ τους, ούτε λόγος.
Το θέμα έκλεισε εκεί. Η Ρέα φρόντιζε Αντιγόνη· μετά βόλταρε την Ιφιγένεια που είχε γίνει ατζαμής στους δρόμους εξαιτίας της βαρηκοΐας. Την έπαιρνε αγκαζέ, βγαίναν βόλτα στην Κηφισιά, περπατούσαν ως τα ποταμάκια. Αργά, με ενδιαφέρον.
Όταν άνθιζαν οι φλαμουριές, μοσχοβόλαγε τόσο που γυρνούσε το μυαλό. Η Ιφιγένεια αγαπούσε να κρατά λουλούδια αυτά, τα στέγνωνε. Είχαν μια μέρα αφιερωμένη στο «τσάι της φλαμουριάς». Μαζεύονταν πάντα σπίτι της Ιφιγένειας, στριμώχνονταν στην μικρή κουζίνα, έφερναν το πιο νόστιμο γλυκό ή αλμυρό της γειτονιάς, μαγείρευαν ό,τι μπορούσαν ακόμη κι αν τα άτακτα αγόρια τις αποσπούσαν κι αντί για ιταλικά πιάτα, έκλειναν τη βραδιά με λαδερό.
Τρώγανε, πίνανε τσάι κοιτώντας τον κήπο, τα γιγάντια λιμάνια των φλαμουριών. Κι η κουβέντα κυλούσε ώρες. Η Αντιγόνη μίλαγε για το Παρίσι, η Ρέα για τους καλλιτέχνες, καθώς εργαζόταν ως ιστορικός στο Μουσείο, η Ιφιγένεια όμως υπάλληλος στη Χαλυβουργία ολοένα σιωπούσε. Η βαρηκοΐα της είχε αρχίσει και φοβόταν να το καταλάβουν.
Στον πόλεμο, βόμβα είχε πέσει δίπλα της. Παραλίγο να πάθει διάσειση. Έκτοτε, τα αυτιά της σιγά-σιγά «έσβηναν». Το κεφάλι της ήταν σα να φούσκωνε μικρή, πίστευε πως θα σπάσει σαν καρπούζι και έπεφτε κάτω, πιέζοντάς το γερά για να το προστατευτεί από τη «σχάρα». Η βαρηκοΐα μεγάλωνε χρόνο με το χρόνο.
Στη δουλειά γνώρισε τον μετέπειτα άντρα της 12 χρόνια μεγαλύτερος.
Γιατί να σε θέλω, έτσι που έγινα; γύρναγε το κεφάλι του για να κρύψει το καμένο του πρόσωπο. Θα βρεις πιο νέο, κι εγώ θα πεθάνω απ’ τη ζήλια.
Παντρεύτηκαν, έμειναν μαζί. Ο Ιάσονας δεν κοιμήθηκε το πρώτο βράδυ, άκουγε μόνο ανασαιμιές, το ρολόι της κουζίνας, ποντίκια κάτω απ τα πατώματα, τη βροχή στη σκεπή και τη γυναίκα του να ανασάνει. Της κρατούσε το χέρι. Εκείνη δεν φοβόταν ούτε τα σημάδια ούτε τα άσπρα του μαλλιά, τα μάτια του παρέμεναν ζωηρά.
Ο Ιάσονας ήταν η μόνη της αγάπη. Τον πήρε ο ουρανός νωρίς, μόλις 55. Κοιμήθηκε ένα βράδυ χωρίς να ξυπνήσει. Η Ιφιγένεια έστεκε πάνω του, τα δάκρυά της έπεφταν και, με αγωνία, τα σκούπιζε μην τον «κάψουν».
Ο γιος της, ο Νίκος, φώναξε τις γειτόνισσες. Η Λυδία, κοιτάζοντας τρομαγμένη το πένθος, άρχισε για πρώτη φορά να νιώθει πως η μητέρα της είναι πολύτιμη, ότι τη χρειάζεται, άρχισε σιγά-σιγά να τη συγχωρεί.
Ο άντρας της Ρέας, ποτέ δεν ήταν αγαπητός στις φίλες της. Όπως έλεγε η Αντιγόνη: «γλυκομιλάει μα σκληρό στρώμα». Έκανε πάντα τα κουμάντα, μεγαλύτερος λόγια από πράξεις.
Γιατί τον παντρεύτηκες; ρώτησε ήσυχα η Ιφιγένεια, όταν ο άντρας της Ρέας αρνήθηκε να αγοράσει ντουλάπα, παρότι είχαν χρόνια μόνο μια συρταριέρα.
Φοβόμουν πως καμιά δεν θα με ήθελε. Εσείς οι δυο όμορφες, εγώ ένα ποντικάκι… Ξέσπασε η Ρέα.
Χώρισε τον! της φώναζαν. Πόσο θα τον ανέχεσαι ακόμα;
Δεν μπορώ. Έχω γιο. Δεν γκρεμίζεις έτσι ένα σπίτι. Ο Μάριος τον λατρεύει τον πατέρα του
Η Ιφιγένεια κι η Αντιγόνη έγνεφαν, κορόιδευαν, επέμεναν. Μα μετά η Ρέα άρχισε να λάμπει, να περπατά σα βάρκα στο κύμα.
Τι σου συμβαίνει; ακούστηκε αυστηρή η Ιφιγένεια.
Ερωτεύτηκα. Μ αγαπά ένας αληθινός άντρας. Τώρα ξέρω τι σημαίνει «στήριγμα»…
Έκλαιγε, κι η φίλη της απλώς κούνησε το κεφάλι. Ήξερε πως η Ρέα, στις αρχές της, δεν θα χώριζε ποτέ
Το «αίσθημα» αυτό κράτησε πολύ. Ήταν τότε που ο Μάριος έδινε πανελλήνιες, κι ο πατέρας του, ο Ανδρέας, έπαθε εγκεφαλικό και έμεινε κατάκοιτος. Η Ρέα τον φρόντισε, κατηγορώντας τον εαυτό της. Όταν έφυγε ο Ανδρέας, ο αγαπημένος της της ζήτησε γάμο. Αρνήθηκε.
Ο Μάριος δεν θα το καταλάβει, θα φανεί προδοσία, είπε.
Εκείνος έφυγε οριστικά δεν της ξανάγραψε, ούτε τη γύρεψε. Όμως πράγματι, της πήρε ψυγείο, την κουζίνα, προίκισε το παιδί Μα «αφέντης» δεν έγινε ποτέ.
Πέρασαν τα χρόνια, η αυλή με τις φιλύρες γέρασε μαζί με τα γειτόνισσες. Η σχολή τέχνης γέμιζε με νέα ταλέντα, και τις πρόβες των νέων άκουγαν συχνά οι τρεις γριές, στα ανοιχτά κονσέρτα.
Η Αντιγόνη στο καροτσάκι, η Ρέα στητή, με συνολάκι σκούρο καφέ και χάντρες στη μέση, η Ιφιγένεια πιο απλή, με γκρίζο ή μαύρο ταγέρ, τα παπούτσια της «αντίο νιότη», ταγάρια φθαρμένα και στο χέρι τη φθαρμένη τσάντα της, μα στο πρόσωπο πάντα μια βαθιά, γαλήνια έκφραση.
Και οι τρεις με δαντελένια γάντια αφιέρωμα στο παλιό παριζιάνικο παρελθόν της Αντιγόνης
Μην κατηγορείς τόσο τον εαυτό σου, Αντιγόνη! έλεγε η Ρέα, κόβοντας τούρτα. Η Λυδία μεγάλωσε, έχει παιδί κι αντράκι πια. Την αγάπη βρήκε. Τον Πιερ βέβαια δικαίως τον μισεί, εσένα αγαπά.
Έτσι είναι, επιβεβαίωνε η Ιφιγένεια. Η νιότη είναι άκαμπτη, σκληρή. Αργότερα όλα μαλακώνουν, βλέπεις τις αποχρώσεις. Τότε δεν καταλάβαινε. Μεγαλώνοντας αναθεώρησε…
Άναψαν πάλι το βραστήρα ηλεκτρικός τώρα, αλλά πάντα καλογυαλισμένος. Έφερνε ζεστασιά, ανάμνηση σπίτιου.
Έξω βροχή πάνω στα κιτρινισμένα φύλλα. Πλησίαζαν τα πρωτοβρόχια, τα γεράνια θα καίγονταν με την πρώτη παγωνιά. Το φθινόπωρο έφτανε, με λίγη γλύκα ακόμη.
Μια μηχανή μπήκε στο προαύλιο. Φώτα αναβόσβησαν κάποιος έτρεξε ως την πόρτα. Η Αντιγόνη πάγωσε, αφουγκράστηκε.
Χτύπησε το κουδούνι. Η Ρέα άνοιξε, έβαλε μέσα τη Λυδία, τη φίλησε, της έδειξε την κουζίνα.
Σε περίμενε, αγωνιά, πήγαινε, κορίτσι μου, χρόνια πολλά!
Η Λυδία έφερε μπλε ντάλιες για τη μητέρα της δεν φαινόταν απ το τεράστιο μπουκέτο. Καθόταν και έκλαιγε γιατί ακόμα δεν μπορεί να πιστέψει πως έχει συγχωρεθεί ή μήπως δεν συγχωρεί τον εαυτό της; Και παράλληλα, χαιρόταν η δική της κόρη είχε γεννηθεί σήμερα, μικρό κοκκινομάλλικο πλασματάκι. Ευτυχία…
Αν σήμερα κοιτάξεις μέσα από το παράθυρο του σπιτιού πίσω από τη σχολή, θα δεις τρεις γριούλες. Γελούν, πίνουν τσάι, θυμούνται. Περιμένουν παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα όλους που γεμίζουν με φως τη ζωή τους. Σε λίγο θα φύγουν, αλλά θέλουν να προλάβουν να αγκαλιάσουν όσους αγαπούν. Αυτό δεν αγοράζεται με ευρώ, δεν μετριέται. Κι αυτή είναι η αλήθεια που κρατάω κι εγώ όσο αργά κι αν φτάσεις, η αγάπη και η συγχώρεση αξίζουν τα πάντα.





