Το Πουλάκι

Πουλάκι

– Έλενα! Τι κάνεις τόση ώρα; Σε περιμένω, σε περιμένω! Κάθισε! Η Μαρία, η γειτόνισσα της Ελένης Παναγιωτοπούλου, ανακάθισε στο παγκάκι ψάχνοντας να βολευτεί καλύτερα.

Γιατί όχι; Τέτοιο βράδυ! Τι να κάνεις στο σπίτι; Εκεί μόνο η τηλεόραση και η Καλυψώ, η γάτα. Βαρεμάρα! Στην αυλή όμως άνοιξη! Ακόμα Απρίλης, αλλά ζέστανε τόσο που η κερασιά, που είχε φυτέψει ο άντρας της Μαρίας, ο Κώστας, ξύπνησε κι αυτή κι άνθισε. Και το παγκάκι από κάτω, που το είχε φτιάξει ο ίδιος, έτοιμο πια για συζητήσεις. Η Μαρία το έβαψε προχθές τώρα είναι σαν καινούριο! Σαν να περιμένει να καθίσουν στη σειρά οι γειτόνισσες να ξεκινήσει το γνωστό γυναικείο κουτσομπολιό. Για τα παιδιά, για τις αρρώστιες, για τη ζωή και για τον έρωτα.

Για τί άλλο μιλάνε οι γυναίκες; Κι ας ξέρουν η μία την άλλη απ’ έξω κι ανακατωτά, πάντα κάτι καινούριο θα ξετρυπώσει. Αφορμή για κουβέντα. Τα παιδιά μεγαλώνουν, οι αρρώστιες αυξάνονται, κι ο έρωτας Τι έρωτας; Ποτέ δεν είναι αρκετός. Όσος κι αν είναι, λίγος φαντάζει. Γι’ αυτό περιμένεις από κάποιον να εξομολογηθεί, με το στόμα μισάνοιχτο, με κομμένη ανάσα: Να σου πει πώς είναι να σ αγαπούν. Ακούς και νιώθεις καλύτερα. Έστω κι αν η δική σου καρδιά έχει σιγήσει. Αν κάπου υπάρχει ακόμα αγάπη, δεν χάθηκε ολότελα από τον κόσμο. Υπάρχει ακόμα. Φωτίζει, ζεσταίνει, δίνει ζωή

Η Μαρία Νικολαΐδου, γνωστή σ όλη τη γειτονιά απλά ως Μαράκι, ήξερε τη φίλη της, την Ελένη, όσο θυμόταν τον εαυτό της. Πάνω από μισό αιώνα ζούσαν στην ίδια πολυκατοικία. Όταν ήταν μικρά κορίτσια, οι μητέρες τους δεν κλείδωναν τις πόρτεςήξεραν πως αν τα παιδιά δεν έπαιζαν στο δικό τους διαμέρισμα, θα ήταν στο διπλανό. Βέβαια, αργότερα άρχισαν να θυμούνται τις κλειδαριές. Ύστερα που η Μαρία κι η Ελένη αποφάσισαν να ψάξουν για το ευτυχισμένο τους μέλλον.

Τότε ήτανε έξι χρονών όλες κι όλες.

Στη Μαρία είχε έρθει η γιαγιά της να μείνει λίγο. Τους έλεγε πως το πιο σημαντικό στη ζωή είναι να πιάσεις το πουλί της ευτυχίας από την ουρά και να το κρατήσεις κοντά σου. Τότε όλα θα πάνε περίφημα. Η ζωή θα 'ναι ανάλαφρη και όλοι ευτυχισμένοι.

Τα κορίτσια δεν κατάλαβαν πολλά. Αλλά το όλοι θα 'ναι ευχαριστημένοι το θυμήθηκαν. Ποιος δεν θα ήθελε οι γονείς να μην τσακώνονται για βλακείες και να ζουν ήρεμα; Έτσι αποφάσισαν να βρουν αυτό το πουλί.

Εξάλλου η Μαρία είχε πει πως ξέρει πού μένει το πουλάκι. Στην απέναντι πολυκατοικία! Στου παράξενου, γκριζωπού θείου με τη βραχνή φωνή. Καμιά φορά το έβγαζε στην αυλή. Ήταν ωραίο! Πολύχρωμο, μεγάλο! Φώναζε παράξενα. Αυτό ήταν, σίγουρα το πουλί της ευτυχίας! Γιατί ακόμα και στον ζωολογικό κήπο που πήγαιναν με τους γονείς τα σαββατοκύριακα, τέτοιο πουλί δεν είδαν ποτέ.

Προετοιμάστηκαν καλά.

Βρήκαν στο μπαλκόνι της Μαρίας ένα παλιό κλουβί που κάποτε είχε φέρει η γιαγιά της με ένα κουνέλι από το χωριό.

Κάπου πρέπει να βάλουν το πουλί, σωστά; Δεν μπορούν να το κρατάνε συνέχεια από την ουρά! Θα κουραστούν τα χέρια τους και δεν θα έχουν πού να κρατούν το παγωτό που, σίγουρα, θα τους φανερωθεί με το που γίνουν ευτυχισμένες.

Πήραν μαζί και ψωμί και κουλουράκια. Ποιος ξέρει τι του αρέσει να τρώει; Η Ελένη, σκεπτόμενη, πρόσθεσε κι ένα γλυκό μπισκότο ποτέ δεν ξέρεις! Αν δεν τους αρέσει το ψωμί, ίσως του αρέσει το μπισκότο. Δεν θα ήταν κρίμα να μη συμπαθήσει το πουλί τις φίλες επειδή προσέφεραν λάθος λιχουδιά;

Δε βιάστηκαν. Σοβαρή υπόθεση! Η γιαγιά της Μαρίας έφυγε, υποσχέθηκε της Μαρία πως θα την πάρει στο νησί όλο το καλοκαίρι. Οι γονείς ετοιμάζονταν για διακοπές. Πήγαιναν με τους γείτονες όλοι μαζί με ένα αυτοκίνητο, για να γλιτώσουν έξοδαάλλωστε η θάλασσα ήταν κοντά, δυο ώρες δρόμος. Ούτε που προλαβαίνεις να κοιμηθείς. Κι εκεί μια χαρά! Το σπίτι που νοίκιαζαν, παλιό αλλά γερό. Κήπος με κούνιες και η θάλασσα σε απόσταση βήματος. Παράδεισος!

Η Μαρία ανυπομονούσε και για το ταξίδι, ήθελε όμως να πάει και στη γιαγιά.

Και λυπόταν την Ελένη. Η Ελένη δεν είχε γιαγιά. Ούτε μία! Πώς γίνεται παιδί χωρίς γιαγιά; Ποιος θα το κανακέψει όταν οι γονείς γυρίσουν την πλάτη; Ποιος θα διηγηθεί παραμύθια μακριά κι όμορφα, όχι για το Μπιζέλι, επειδή τα πιάτα δεν πλύθηκαν και τα ρούχα θέλουν πλύσιμο; Ποιος θα πλέξει με το βελονάκι ένα καπέλο σαν λουλούδι, με όμορφη κορδέλα;

Η Μαρία σκεφτόταν αν βρουν το πουλί, θα αποκτήσει κι η Ελένη γιαγιά. Ίσως και από το ίδιο χωριό με τη δική της. Έτσι το καλοκαίρι δεν θα χωριστούν. Άξιζε να προσπαθήσουν!

Τη μέρα πριν φύγουν στη θάλασσα, φώναξαν στις μαμάδες πως πάνε να παίξουν στη φίλη και βγήκαν απ το σπίτι αθόρυβα, μην κλείσει η πόρτα με τη ριπή του ανέμου. Τσιρίξανε να μην ξεσπάσουν τα γέλια δυνατά και ξεκίνησαν τη σκάλα.

Την αυλή τους, την απέναντι, κι έπειτα ο μουντός γκρίζος όγκος, εκεί που, τάχα, έμενε το πουλί.

Μα η αυλή έρημη κι ήσυχη. Ζέστη πολλή, όλοι μέσα. Σε σπίτια ή στη δουλειά.

Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν. Πώς να βρεις τώρα το πουλί; Να ρωτήσεις δεν έχεις ποιον Η Ελένη ήδη έκανε πως θα κλάψει, τα χείλη της φούσκωσαν, η μύτη μαζεύτηκε. Μα η Μαρία δεν έκλαιγε χωρίς λόγο. Πρέπει σημαίνει πρέπει! Αλλιώς όλα τους τα όνειρα γιαγιάς για την Ελένη, για παγωτού κουτιά και φουστανάκια με πουά τα ίδια και τα δυο, για να φανεί πως είναι φίλες όλα χαθήκαν. Κι οι γονείς πάλι θα τσακώνονται αν δεν βρουν το δύστροπο το πουλί!

Γιατί δύστροπο; Γιατί αν ήταν καλό θα καθόταν πάνω στη δική τους κερασιά, μπροστά στην είσοδο, και δεν θα το ψάχναν! Μα δεν ήταν εκεί!

Η Μαρία, αφού κοίταξε γύρω της, άρπαξε την Ελένη και πήγαν στην είσοδο. Τι να στέκονται; Μπορούν να χτυπήσουν καμιά πόρτα και να ρωτήσουν.

Πόσα διαμερίσματα έχει αυτή η πολυκατοικία Και βρίσκονταν μόνο σε ένα κλιμακοστάσιο! Άλλοι δεν άνοιγαν μάλλον έλειπαν. Άλλοι καβγάδιζαν Τι θέλετε, βρε παιδάκια, μας ενοχλείτε!

Η Μαρία κι η Ελένη συνέχισαν να χτυπούν όπου δεν έφταναν το κουδούνι.

– Πού μένει το πουλί της ευτυχίας;

Τι περίεργοι που είναι οι μεγάλοι! Απλή ερώτηση γιατί να μην απαντούν; Τίποτα! Μαλώνουν, κάνουν νοήματα με τα χέρια. Μια κυρία απείλησε κιόλας Θα σας δείξω εγώ! Τα κορίτσια το βαλαν στα πόδια, αλλά θυμήθηκαν καλά το πράσινο πορτάκι με το παράξενο πόμολο ποτέ ξανά εκεί! Τέτοιοι κακοί άνθρωποι δεν φιλοξενούν πουλί ευτυχίας.

Σε ένα διαμέρισμα όμως στάθηκαν τυχερές. Τους άνοιξε ένα αγόρι λίγο μεγαλύτερο κι όταν άκουσε την ερώτηση, μόλις σήκωσε τους ώμους:

– Ελάτε μέσα!

Πουλί βέβαια δεν υπήρχε, αλλά υπήρχαν τόσα ενδιαφέροντα που η Μαρία κι η Ελένη ξέχασαν και το χρόνο και τι γύρευαν.

Χάζευαν φοβερές μάσκες στον τοίχο. Κρατούσαν στο αυτί τους μεγάλες θαλάσσιες κογχύλες ακουγόταν πραγματική θάλασσα! Κοιτούσαν το μεγάλο μοντέλο πλοίου, ίδιο αληθινό με πανιά και ναύτες στα κατάρτια.

– Το φτιάξαμε με τον πατέρα μου. «Αγία Μαρίνα» το λένε.

– Σαν κι εμένα! φώναξε η Μαρία χαρούμενη και τράβηξε το δάχτυλο από το πανί.

– Σε λένε Μαρία; Ωραίο όνομα. Έτσι λένε και τη μαμά μου.

– Πού είναι;

– Η μαμά; Στη δουλειά. Σε λίγο θα ρθει. Γιατί είστε μόνες σας; Θα σας μαλώσουν;

Τότε μόνο θυμήθηκαν το πουλί, πως είναι ώρα μεσημεριανού, πως τις αναζητούν ήδη, και τη μοναξιά να στέκεσαι όρθια στη γωνιά, επειδή η μαμά θυμώνει.

– Έλα, Ελένη! Πάμε!

Η Μαρία τράβηξε τη φίλη της, ξέχασε το κλουβί και πέταξαν στην πόρτα.

– Περιμένετε! το αγόρι έφτασε στην πόρτα. Αυτό!

Τα φτερά ήταν τόσο όμορφα, που τα κορίτσια κοκάλωσαν, στόμα ανοιχτό.

– Τι είναι;

– Φτερά παγονιού! Η μαμά μου τα φέρνει απ’ τον ζωολογικό κήπο όπου δουλεύει! Πάρτε τα!

Οι κοπέλες πήραν το ελαφρύ θαύμα σαν να μην ανέπνεαν, κι έφυγαν τρέχοντας.

Στο σπίτι τις περίμενε καταιγίδα.

Οι μαμάδες, κατακόκκινες απ’ το κλάμα, έψαχναν στην αυλή φωνάζοντας ονόματα. Οι μπαμπάδες έξω από την είσοδο, κάπνιζαν νευρικά, περιμένοντας την αστυνομία που είχε πει να μην τολμήσουν να πάνε πουθενά.

Μόλις είδαν τις μικρές, η μάνα της Ελένης σωριάστηκε κατάχαμα στην παιδική χαρά.

– Βρέθηκαν

Κι έγιναν όλα. Κι αγκαλιές, και φιλιά, και ξύλο. Ευτυχώς δεν προλάβαιναν να τις μαλώσουν όπως να 'θελαν.

Δυο μέρες μετά, σε κούνιες της αυλής στο εξοχικό που είχαν νοικιάσει για τις διακοπές, κουνούσαν σταυροπόδι και ψιθύριζαν:

– Ξέρεις, Ελένη, δεν μας χρειάζεται κανένα πουλί!

– Γιατί;

– Γιατί η γιαγιά μου είπε πως το μεγαλύτερο καλό είναι κάποιος να σ αγαπάει.

– Και λοιπόν;

– Λοιπόν! Αν δεν μας αγαπούσαν, θα μας έκλαιγαν έτσι όταν χαθήκαμε; Ε; Δεν θα φοβούνταν μήπως φύγουμε για πάντα. Έλα τώρα!

– Ναι

– Άρα είμαστε ήδη ευτυχισμένες, δεν πιστεύεις;

– Δεν ξέρω

– Εγώ ξέρω!

– Και οι γονείς;

– Αυτοί; Πόσες φορές τσακώθηκαν αυτές τις μέρες;

– Καμία

– Άρα μπορούν να μη μαλώνουν, αν θέλουν. Ό,τι και να κάνουν δεν θα τους φέρει το πουλί. Καταλαβαίνεις;

– Ναι

Αυτό το καλοκαίρι ήταν το καλύτερο των παιδικών τους χρόνων.

Η Μαρία, θυμούμενη τη ζωή της, πάντα χαιρόταν που είχε ποιον να τη μοιραστεί. Να ρωτήσει, αν ξεχάσει κάτι. Στο κάτω κάτω, η μνήμη είναι ευκολότερη δύο.

Άσε που η Ελένη θυμόταν πάντα καλύτερα. Ίσως γιατί ήταν ήσυχη; Δεν ξέρεις. Η Μαρία ήταν σαν τον υδράργυρο φτερωτή, γοργή, πάντα στο τρέξιμο. Η Ελένη καθόταν, σκεφτόταν και μετά περπατούσε ήσυχα, μετρημένα, ανακαλώντας λεπτομέρειες. Κι έτσι, ό,τι και να γινε, το θυμόταν σαν χτες.

Κι όταν η Μαρία γνώρισε τον μέλλοντα άντρα της, ούτε που τον αναγνώρισε. Βγήκαν πάνω από ένα μήνα πριν πάει σπίτι του.

– «Αγία Μαρίνα»

Το καράβι στη θέση του, που κάποτε το είχαν δει δυο κοριτσάκια. Τώρα ήταν είκοσι τριών, η Ελένη παντρεμένη κι η Μαρία ένιωσε πάλι εκείνο το κοριτσάκι που φοβόταν να ακουμπήσει φιγούρα ναύτη, μη χαλάσει κάτι.

Και έβγαλε, μετά τον γάμο, το φτερό που είχε φυλάξει τόσα χρόνια μέσα στο αγαπημένο της βιβλίο και το έδειξε στον άντρα της.

– Θυμάσαι;

Και γέλασε πολύ βλέποντάς τον να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι που είχε γίνει τόσο παλιά.

Και ήρθε η ευτυχία. Διάρκησε σχεδόν τριάντα χρόνια. Με έγνοιες και φροντίδες. Με τα πρώτα βήματα της κόρης, μετά και του γιου. Με αρρώστιες, που ο Κώστας έδιωξε βρίσκοντας γιατρούς και κρατώντας τη Μαρία διαρκώς απ το χέρι όσο το μέλλον διστακτικά πλησίαζε στην πόρτα τους, φοβούμενο να κάνει βήμα. Και ήρθε η μέρα που ο χρόνος σταμάτησε, κι η Μαρία ξέχασε τελείως πώς να αναπνέει. Γιατί ο αέρας της, η ζωή της, έφυγαν μαζί με τον Κώστα. Και ήταν η Ελένη εκεί, δεν τα έχασετην ταρακούνησε, τη χάιδεψε, την παρηγόρησε σαν βρέφος.

– Κράτα γερά, Μαρία! Τα παιδιά σου

Και η Μαρία συνήλθε. Γιατί η ευτυχία ήταν ακόμα δίπλα. Όχι όπως πριν, μισή πια, αλλά υπήρχε ό,τι της χάρισε ο Κώστας. Και τα παιδιά μεγάλα, αλλά να φύγει αμέσως και η μητέρα μετά τον πατέρα; Δεν είναι σωστό! Τι τους απομένει χωρίς στήριγμα; Όπως έλεγε η γιαγιά:

– Όσο στέκεται κάποιος ανάμεσα στο παιδί και τον ουρανό το παιδί δεν είναι ορφανό! Είναι ευτυχισμένο

Είχε δίκιο! Κι έτσι: να ζει κανείς να βοηθά στα παιδιά, γιαγιά στα εγγόνια. Κι ας έφυγαν κάποια στιγμή τα παιδιά, λόγω δουλειάς, κι ας έμεινε μόνη. Η Μαρία ξέρει είναι απαραίτητη, είναι αγαπητή. Μπορεί να μαζέψει βαλίτσες, δώρα και να πάει να τους δει. Τον γιο, την κόρηείναι παντού ευπρόσδεκτη. Ή να περιμένει τα σχολικά διαλείμματα, τότε που το σπίτι γεμίζει ξανά φωνές και φασαρία εγγονών. Και πάλι δεν θα κοιμάται, ακούγοντας ανάσες δίπλα της. Και το μεγάλο διπλό κρεβάτι δεν θα 'ναι άδειο. Η μεγάλη εγγονή θα κάθεται ντροπαλά στην άκρη. Και όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, θα ακούνε το παραμύθι με αγωνία, αν κι η εγγονή το ξέρει από έξω.

Τότε ξαναβρίσκεται γαλήνη στην καρδιά της. Και η χαρά επιστρέφει ήσυχη, ελαφριά σαν πούπουλο. Ίσως όχι τόσο όμορφο όσο το φτερό που της χάρισε παλιά ο άντρας, μα εξίσου πολύτιμο.

Δεν έχουν όλες οι γυναίκες αυτή τη μοίρα. Μπορεί να ζητάς, να ζητάς από τον ουρανό κι όμως χαρά να μη βρίσκεις. Τυχερές ήταν η Μαρία κι η Ελένη. Δεν έπιασαν ποτέ την πουλάδα της ευτυχίας, μα την ευτυχία τους δεν τη σπατάλησαν. Κατάλαβαν από νωρίς τι σημαίνει. Διαφορετικό σε κάθε γυναίκα, μα το δικό τους το είχαν ήδη. Τα παιδιά υγιή να ναι, τ’ άλλα όλα… έρχονται αν προσπαθήσεις και το θέλεις.

Η Ελένη πάλεψε και προσπάθησε. Θα μπορούσε να χε μείνει άτεκνη με τον άντρα της δεν τα κατάφεραν. Μα αγαπήθηκαν αληθινά! Οι γειτόνισσες γκρίνιαζαν για τους άντρες τους, η Ελένη σιωπούσε. Όχι επειδή δεν ήθελε να μοιραστεί, απλώς δεν είχε να πει τίποτα κακό.

Ζήσαν αγαπημένοι σα μια ψυχή.

Η Μαρία παλιά έλεγε πως αυτά δεν τα πιστεύει. Μετά γνώρισε τον Κώστα. Κι όταν κοίταζε την Ελένη, έβλεπε πού μένει η αγάπη.

Κι όμως σε όλη την οικογένεια της Ελένης δεν ήταν όλα ιδανικά. Οι συγγενείς της, πολλές θείες από δύο μεριές, ακόμα κι οι αδερφές του άντρα τηςδύστροπες. Η πεθερά, η κυρία Βάσω, καλή γυναίκα. Την αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, ποτέ δεν της κράτησε κακία. Γιατί να βγουν τόσο δύστροπες οι κόρες μυστήριο. Τον γιο της πάντως τον μεγάλωσε σωστό.

Μαλακή σαν βούτυρο. Δεν ήξερε να πει όχι, δεν ήξερε καβγά. Έπεφτε στα κλάματα με το παραμικρό. Τη λυπόταν η Ελένη, μάνα την είπε απ την πρώτη μέρα.

Όλοι ήταν μαζί. Το σπίτι ποτέ δεν άδειασε.

Έκαναν χαμό όταν η μητέρα του άντρα της πούλησε το δικό της σπίτι και μετακόμισε δίπλα για να είναι κοντά στον γιο της. Δεν πήγε να ζήσει μαζί τους δύο δωμάτια έχει το σπίτι, τι να κάνουν τόσα άτομα. Αγόρασε διαμέρισμα στο διπλανό κτήριο. Κι ήξερε ήδη τα σχέδια της Ελένης και του Γιάννη. Δεν μίλησε ούτε στις κόρες, ούτε σε συγγενείς.

Ήξερε πόσο δύσκολη είναι η ισορροπία στο σπίτι τα χε περάσει κι η ίδια όταν ο άντρας της την άφησε με τρία παιδιά για μια άλλη. Κι ας βοηθούσε δεν είναι αυτό ζωή, όταν ο πιο κοντινός σου άνθρωπος ξαφνικά φεύγει, χωρίς εξήγηση. Το κατάλαβαν χρόνια αργότερα, μιλήσανε. Η Ελένη έπαιξε ρόλο. Έβλεπε πώς πονούσε η πεθερά της. Όσα χρόνια κι αν περάσουν η καρδιά με το ζόρι παύει να πονάει. Τόσα ζεις μαζί, κι ύστερα φύγε, πάω. Πού; Γιατί; Τι έγινε ξαφνικά λάθος;

Τελικά, τίποτα απλά ερωτεύτηκε άλλη. Περιέργως, στο μυαλό του χωρούσαν και οι δύο. Έλληνες σούλτανοι!

Η κυρία Βάσω δεν δέχτηκε το χαρέμι, μα τουλάχιστον έγινε πάλι γυναίκα. Κι έτσι βρήκε ισορροπία. Η Ελένη τη βοήθησε να βρει ξανά χαρά.

Η πεθερά της Ελένης τη βοήθησε να βρει τον γιο που πάντα ήθελε. Παράτησε καριέρα σε δημόσιο νοσοκομείο και πήγε μαιευτήριο. Κι εκεί βρήκε εγγονό!

Η Ελένη το σκέφτηκε καλά με τον Γιάννη, πήραν την απόφαση: διακριτικά έφυγαν ένα χρόνο, γύρισαν μ ένα παιδί. Δεν εξηγήθηκαν ούτε που το βρήκαν ούτε πότε το γέννησε. Μόνο η Μαρία ήξερε. Ήταν η πρώτη φορά που η Ελένη έκοψε κάθε αδιάκριτη ερώτηση μαχαίρι. Λογόφερναν, αλλά βλέποντας πόσο αγαπούσε το αγόρι η γιαγιά του, σταμάτησαν. Άρα δικό τους.

Οι αδερφές του άντρα κάτι ψυλλιάζονταν, αλλά δεν τόλμησαν να συνεχίσουν. Όχι τόσο λόγω της Ελένης, αλλά της κυρίας Βάσως. Γινόταν αμείλικτη. Τηλεφώνημα και το κόβε. Πού πήγε η καλοσύνη της;

Μα δεν είχε φύγει! Ήξερε πως τα ορφανά χρειάζονται πιο πολλή φροντίδα και αγάπη να γιατρέψουν τις πληγές. Έδωσε όλη της την καρδιά. Βοήθησε να μάθει το παιδί, τη νύφη. Ήξερε καλά πως έτσι θα κρατούσε οικογένεια, θα έσωζε την ευτυχία των παιδιών. Τι γυναίκα και μάνα είναι αυτή που δεν τα καταλαβαίνει αυτά;

Κι έτσι ζούσαν. Η Ελένη με άντρα και γιο. Η Μαρία επίσης με οικογένεια.

Φίλες, ταξίδια μαζί, πόρτες ξέκλειστες ξανά κανείς δεν έτρεχε να βάλει λουκέτο, μην και επαναληφθεί ιστορία με το πουλί.

Ώσπου έφυγε ο Κώστας, αφήνοντας πίσω του κενό και θλίψη, η ελπίδα για κοινά γεράματα σβήστηκε.

Ύστερα κι ο Γιάννης χάθηκε. Ποτέ του δεν παραπονιόταν για υγεία. Έπαθε ανακοπή. Δούλευε ο ίδιος σε νοσοκομείο τίποτα δεν ανίχνευσαν.

Η Ελένη τότε λύγισε. Ήταν σειρά της Μαρίας να σταθεί δίπλα να μην αφήσει να βυθιστεί εκεί απ όπου δύσκολα επιστρέφει κανείς.

– Έχεις γιο, Ελένη! Κι οι γονείς είναι εδώ! Τι θα απογίνουν; Τι θα κάνουν, αν όχι εσύ; Σκέψου! Τι θα λεγε ο Γιάννης αν σε έβλεπε να πνίγεσαι στα δάκρυα; Δεν πρέπει! Εκείνος σ αγαπούσε πιο πολύ κι απ’ τον εαυτό του. Θες να σκορπίσεις έτσι την αγάπη του; Δεν είναι σωστό, Ελένη! Ο Γιάννης δεν θα το ήθελε

Είτε τα λόγια είτε η αίσθηση ευθύνης, η Ελένη στάθηκε ξανά. Όπως και η Μαρία, έμαθε να ζει άλλη μια φορά από την αρχή, φροντίζοντας με τον τρόπο της το σπιτικό.

Ο γιος της μεγάλωσε σωστός. Σχολή αξιωματικών, υπηρετεί σε διάφορα μέρη, πάντα τη θυμάται, φέρνει δυο φορές το χρόνο εγγόνια. Άμα δεν μπορεί ο ίδιος, έρχεται η γυναίκα του, η Σοφία. Η σχέση τους ιδανική. Καλή πεθερά ήξερε καλά η Ελένη πώς να μην κάνει τα λάθη που της έκαναν.

Η Σοφία είχε κι εκείνη παιδί από προηγούμενο δεσμό. Όχι γάμοο άντρας της την άφησε στην εγκυμοσύνη, έφυγε για το εξωτερικό, της γραψε πως δεν θα ξαναγυρίσει. Τουλάχιστον φέρθηκε καλά: έδωσε γραπτή συγκατάθεση να τον υιοθετήσει ο Παύλος.

Τι έκανε η Ελένη; Τίποτα! Την πρώτη φορά που της σύστησαν τη Σοφία, πήρε αγκαλιά το δίχρονο αγοράκι:

– Γεια σου! Είμαι η γιαγιά Ελένη! Θες μπισκοτάκι; Όχι; Έλα να δεις κάτι κάτω απ το δέντρο, εκεί άφησε δώρα ο Άγιος Βασίλης. Σοβαρά! Τα είδα με τα μάτια μου! Πάμε;

Τι θέλει η μάνα για να μαλακώσει η καρδιά της; Λίγα πράγματα. Αν αναγνωρίσεις το παιδί της σαν δικό σου, θα σου ανοιχτεί διάπλατα.

Η Ελένη το ήξερε κι έτσι η Σοφία έγινε κόρη της. Κι εγγόνια όλα τα μετράει από τον πρώτο, έστω κι αν δεν είναι εξ αίματος, είναι πρώτος και αγαπημένος.

– Ελένη, πότε θα πάμε στο εξοχικό; Πρέπει! Κοίτα πώς μύρισε πια άνοιξη! η Μαρία σήκωσε το κεφάλι, να δει λουλούδια βυσσινιάς από πάνω της.

– Το Σαββατοκύριακο. Μόλις τελειώσω με τα τζάμια πάμε.

– Ωχ! Ξέχασα ότι φέτος το Πάσχα είναι νωρίς. Ώρα να νοικοκυρευτούμε, ε;

– Ώρα! Κι εγώ πρέπει να οργανώσω και μαγείρεμα.

– Θα έρθουν τα παιδιά σου;

– Για δυο μέρες. Περαστικά. Ο μεγάλος κοιτάζει για Πανεπιστήμιο στην Αθήνα, θα κάνουν ένα γύρο, μετά γυρνώντας ίσως μείνουν περισσότερο. Τα μικρότερα μπορεί να τα αφήσουν για καμιά βδομάδα. Ακόμα το αποφασίζουν. Τα δικά σου;

– Μόνο το καλοκαίρι. Δεν έχουν πια παιδικό, πάνε σχολείο, δεν τελείωσαν ακόμη. Θα περιμένω.

– Μόνο ενάμιση μήνα είναι!

– Ναι! Και μου φαίνεται αιωνιότητα

– Πάντα έτσι είναι όταν περιμένεις κάτι καλό. Το ρολόι τρέχει αργά, μετά περνά αστραπή και ξανά περιμένεις από την αρχή. Αλλά ξέρεις κάτι, Μαράκι;

– Τι;

– Εγώ για αυτή τη μικρή στιγμή τα δίνω όλα. Κι ας είναι σταγόνα, από αυτήν ζω, την θυμάμαι, την περνάω σαν κομπολόι στο χέρι. Η ευτυχία τέτοια είναι. Δεν σου φαίνεται ποτέ λίγη, αν δεις πόσο σου χει δοθεί.

– Σωστό! Θυμάσαι που ψάχναμε μαζί το πουλάκι της ευτυχίας;

– Ε, ναι, πώς να μην το θυμάμαι! η Ελένη γέλασε βροντερά και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Μετά δυσκολεύτηκα να καθίσω για μια βδομάδα. Η μάνα μου είχε γίνει έξαλλη κι ο πατέρας μου με έδερνε για παραδειγματισμό. Αλλά κι εσύ δεν πήγαινες πίσω!

– Ήταν κι αυτό! Αλλά ξέρεις τι, Ελένη;

– Τι;

– Νομίζω πως τότε το πιάσαμε το πουλί απ την ουρά, μόνο που δεν το καταλάβαμε. Από τότε μας πετάει από πάνω. Αλλιώς πώς να εξηγήσεις όλα όσα ήρθαν όσα άλλες γυναίκες παρακαλούν και δεν αποκτούν. Οικογένειες, άντρες καλούς, παιδιά υπέροχα, κι ας μην το λέω για τα εγγόνια! Είμαστε ευτυχισμένες, δεν λες;

– Λέω! Έχεις δίκιο. Να το ευχαριστήσουμε το πουλάκι. Ας κουνήσει λίγο φτερό και πάλι, να δούμε κι εμείς χαρούμενους όσους αγαπάμεΗ Μαρία κοίταξε την κερασιά, που άφηνε τα πέταλα να πέφτουν απαλά στα πόδια τους, σαν σιωπηλά ευχαριστώ. Σήκωσε το φτερό του παγονιού που χρόνια κουβαλούσε στο μπρελόκ της και το τίναξε ελαφρά.

– Είδες, Ελένη; Ακόμα δε φεύγει η ευτυχία μας. Ακόμα είναι εδώ.

Η Ελένη χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι της, το ένωσε με το δικό της φίλης της, όπως τότε που ήταν παιδιά.

– Ό,τι κι αν γίνει, Μαράκι, είμαστε εδώ. Δυο κορίτσια κάτω από τα πέταλα της κερασιάς, να ψάχνουμε το πουλί της ευτυχίας. Μόνο που τώρα ξέρουμε· πετάει πάντα κοντά σ όσους αγαπιούνται.

Γέλασαν, και η άνοιξη φούντωσε γύρω τους. Ένα πουλάκι κελάηδησε από το παρακείμενο δέντρο.

Οι δυο γυναίκες σώπασαν για λίγο. Άκουγαν το τραγούδι που αντηχούσε στον αέρα, ελαφρύ κι απλό, σαν υπόσχεση πως τίποτα όμορφο δε χάνεται, απλά αλλάζει μορφή και ξαναγυρίζει, κάθε φορά που το αναζητάς.

Έπειτα, η Μαρία σηκώθηκε, τίναξε τη φούστα της και χαμογέλασε πλατιά.

– Πάμε μέσα, θα κρυώσουμε. Άσε το πουλάκι να μας φυλάει το παγκάκι μας για αύριο.

Η Ελένη την ακολούθησε, πλάιπλάι όπως πάντα. Και το παγκάκι έμεινε κάτω απ τη φορτωμένη κερασιά, με λίγα πέταλα και ένα φτερό παγονιού να τρεμοπαίζει στο ανοιξιάτικο αεράκι, ακριβώς εκεί που πρέπει να είναι η ευτυχία: ούτε πιασμένη ούτε χαμένη μόνο παρούσα, σε όσους ξέρουν να την κοιτούν.

Oceń artykuł
Το Πουλάκι