Χειμώνας του 1943. Τέτοιο κρύο είχε να δει από την κατοχή ακόμα και η γη του Πηλίου τα κυπαρίσσια γύρω από το παλιό αρχοντικό, που είχε μετατραπεί σε στρατιωτικό νοσοκομείο, λύγιζαν και έσπαγαν κάτω από το χιόνι και τον παγωμένο άνεμο. Το αρχοντικό, κρατικοποιημένο μετά την Κατοχή, φιλοξενούσε τώρα τραυματίες. Η οροφή με τις γύψινες ροζέτες, που κάποτε φιλοξενούσε βαλς και καλαματιανούς, στεκόταν τώρα αδιάφορη πάνω από κουκέτες, μυρωδιές ιωδίου και σιωπηλά βογκητά.
Ο αρχίατρος, ο Σωτήρης Αναγνωστόπουλος, στεκόταν κουρασμένος στο παράθυρό του. Πενήντα τριών, ψηλός, σκελετωμένος, με λεπτά καλλιτεχνικά δάχτυλα που τώρα πια είχαν κόψει περισσότερες γάζες παρά χορδές βιολιού όλα αυτά τα χρόνια του πολέμου. Τα χρόνια τον ήθελαν σε μια σχολή στην Αθήνα να διδάσκει, μα εκείνος ήθελε το μέτωπο, κι όταν δεν δέχτηκαν λόγω ηλικίας, βρήκε θέση σ αυτήν εδώ, στη Θεσσαλία, σχολαστική ζώνη όπου έφταναν οι βαριά τραυματισμένοι.
Άνοιξε η πόρτα με τρίξιμο και μια ανάσα παγωμένου αέρα. Εμφανίστηκε η προϊσταμένη, η κυρία Δέσποινα Κοκκίνου σκληροτράχηλη, γύρω στα σαράντα πέντε, με αγροτικά χέρια κατακόκκινα απ τα απολυμαντικά.
Σωτήρη, έγινε κάτι… ψιθύρισε με βραχνή φωνή. Οι φύλακες βρήκαν έξω στη διασταύρωση ένα μικρό αγόρι. Μισοθαμμένο στο χιόνι. Το έφεραν τώρα στην αποθήκη να το ζεστάνουν.
Ο γιατρός έσφιξε με δύναμη τα δάχτυλά του στο περβάζι χωρίς να γυρίσει.
Πόσο χρονών είναι;
Εφτά, οχτώ θα ναι. Παραληρεί. Φωνάζει τη μάνα του και κάποια Θάλεια.
Ο Σωτήρης γύρισε αργά και η κούραση στο πρόσωπο του φαινόταν πιο βαριά από ποτέ.
Φέρ τον.
Κατέβηκαν στη σκοτεινή αποθήκη, εκεί που ο παλιός αρχοντικός είχε υπηρετικό προσωπικό. Τώρα, στοιβαγμένα ξύλα, σάκοι, η σόμπα-μπουρζουά φλόγιζε γωνιά. Στους σάκους, τυλιγμένος σε μια μαδημένη κάπα, το αγόρι μόνο δέρμα και κόκαλα, και στην αγκαλιά του μια παλιά λούτρινη λαγουδίτσα.
Ο γιατρός γονάτισε. Πιο λευκό απ το χιόνι το πρόσωπο του παιδιού, τα χείλη μπλαβά, βλέφαρα μακριά σαν βλεφαρίδες από γλυπτό αρχαίου.
Μικρέ, ακούς; άγγιξε απαλά το μέτωπό του.
Τα μάτια άνοιξαν θολά, όμως η σπίθα της ζωής ακόμα φώτιζε μέσα τους.
Κύριε… Έιμαι ο Μάριος…
Μάριε, πόσων χρόνων είσαι;
Εφτά… προσπάθησε να σηκωθεί αλλά τα πνευμόνια του βαριά.
Οι γονείς σου; Η μαμά;
Δάκρυ κύλησε στη λασπωμένη απ το κρύο μάγουλα. Δε χρειάστηκαν λόγια.
Δέσποινα, στο μικρό δωμάτιο, απομονωτήριο. Και πες στον φούρναρη να δυναμώσει τη φωτιά. Τα πόδια του είναι στη φάση της γάγγραινας. Θα του ξεκινήσουμε γλυκόζη ενδοφλεβίως, αργότερα ζωμό, λίγο-λίγο.
ΜΕΡΟΣ Β: ΑΝΟΙΞΗ
Δύο βδομάδες ισορροπούσε ο Μάριος ανάμεσα στη ζωή και στον Χάρο. Ο γιατρός του στάθηκε παραπάνω κι από πατέρας. Έμπαινε κάθε λίγο και λιγάκι, άλλαζε επιδέσμους, μετρούσε θερμοκρασίες. Τις νύχτες ο Μάριος παραληρούσε, φώναζε τη μάνα και τη Θάλεια, ώσπου μια μέρα ήρθε η ανάκαμψη.
Η ιστορία του ήταν φρικτή: το χωριό του το έκαψαν οι ναζί πριν έναν μήνα. Μάνα και αδερφή σκοτώθηκαν. Εκείνος το σκασε απ τα συντρίμμια, περιπλανήθηκε στα δάση τρώγοντας ρίζες, ώσπου κατέρρευσε μες στο χιόνι.
Ο Σωτήρης άκουγε και η καρδιά του ήταν σαν βότσαλο στον βυθό της μοναξιάς. Η γυναίκα και οι κόρες του στον Βόλο, σε προσφυγιά. Γραφούσαν σπάνια. Τούτος όμως ο μικρός δεν είχε πουθενά.
Ο μικρός συνήλθε. Χαμογελούσε πια στο νοσηλευτικό προσωπικό, έκανε μικροδουλειές όπου μπορούσε. Μα ένα απόγευμα, ο Σωτήρης του ξεκαθάρισε πως θα πάει στο ορφανοτροφείο της γειτονικής Λάρισας. Ο Μάριος έπεσε στα γόνατα, κρύφτηκε στο πάπλωμα και ξανάρχισε το κλάμα.
Να μείνω! ικέτεψε ψιθυριστά. Θα βοηθώ, δεν τρώω πολύ… θα μαθαίνω να κόβω ξύλα!
Ο γιατρός, παγωμένος, τον έδιωξε με ένα αδιάφορο:
Εδώ δεν είναι ορφανοτροφείο, είναι νοσοκομείο. Δεν γίνεται.
Όλη νύχτα δεν ήταν καλά: έκανε χοντρές κινήσεις στο χειρουργείο και αγρίευε με τον εαυτό του. Όταν του είπαν πως ο μικρός δεν σταματά να κλαίει, πήρε απόφαση.
Άνοιξε την πόρτα και βρήκε το αγόρι βουτηγμένο στο σκοτάδι.
Ντύσου, θα παγώσεις, θα μείνεις μαζί μου προσωρινά. Η ζωή θα δείξει.
Το παιδί ξαφνιάστηκε, κάρφωσε τα μάτια του σε εκείνα του Σωτήρη. Πήρε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά, λες κι ήταν η μόνη γέφυρα που του χε απομείνει με τη ζωή.
ΜΕΡΟΣ Γ: ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ
Ο Μάριος έμεινε στη μικρή κάμαρα πλάι στο ιατρείο. Έγινε σκιώδης βοηθός: έφερνε νερό, κουβαλούσε ξύλα, έκοβε γάζες. Όλοι τον αγάπησαν. Οι στρατιώτες του φτιαχναν παιχνιδάκια από ξύλο, οι γυναίκες του κρυβαν κομμάτια από μπούτι κοτόπουλου. Το βράδυ, δίπλα στην ξυλόσομπα, ο Σωτήρης του μιλούσε για καρδιές και πνευμόνια. Ο μικρός άκουγε μαγεμένος, στο πρόσωπό του σπίθες θαυμασμού.
Είναι δύσκολο, γιατρέ; τον ρώτησε ένα βράδυ.
Πολύ, Μάριε. Δεν κρατάς σίδερο αλλά ζωή. Μα όταν δεις τον άρρωστο να γελά ξανά… αξίζει.
Θέλω να γίνω γιατρός να βοηθώ κι εγώ έτσι, είπε αποφασιστικά.
Ο Σωτήρης χαμογέλασε θλιμμένα:
Θα μάθεις. Αλλά πρώτα θα μάθεις ανθρωπιά.
Ο χρόνος κύλησε γοργά, και ο πόλεμος εξακολουθούσε. Ώσπου ένα βράδυ ο μικρός ξύπνησε με κακό προαίσθημα. Πήγε τρεχοντας στο χειρουργείο: ο αρχίατρος ήταν πεσμένος στο πάτωμα. Πλάι του η κυρία Δέσποινα, γερμένη πάνω του, προσπαθούσε να βρει σφυγμό.
Ένα μοιραίο εγκεφαλικό τον πήρε μέσα στα χειρουργεία. Ο Μάριος ούρλιαζε. Αργότερα, αρρώστησε από τον πόνο και η Δέσποινα τον έσωσε όπως κάποτε ο Σωτήρης.
Όταν το νοσοκομείο, λυμένο πια, έκλεισε, η Δέσποινα τον πήρε μαζί της στη Λαμία, όπου έμενε τώρα με τον άντρα της, τον Παναγιώτη τον αστυνόμο. Τον φρόντισαν σαν παιδί τους. Ο μικρός μεγάλωσε πεισματάρης: παρά τις δυσκολίες, σπούδασε, πάλεψε, μπήκε στην Ιατρική στην Αθήνα.
Μετά τη θητεία και το πτυχίο του, το 1961 ο Μάριος γύρισε στα μέρη εκείνα, στο νέο νοσοκομείο που χτίστηκε εκεί που ήταν το αρχοντικό. Στο κοιμητήρι, μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκε ένα ξύλινο εικονισματάκι: «Σωτήρης Αναγνωστόπουλος, 1890 1944. Ευχαριστούμε, Δάσκαλε».
Έκλαψε, έμεινε ώρες να του διηγείται τη ζωή του, τις υποσχέσεις ότι θα τιμά το όνομά του.
ΜΕΡΟΣ Δ: ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ
Η καριέρα του ανήφορος πάντα κοντά στα παιδιά, τα φρόντιζε με τρυφερότητα. Μια μέρα στην παιδιατρική, κοντοστάθηκε μπρος σε μια τριών ετών κοπελίτσα, με χρυσαφί μπούκλες και λούτρινο λαγουδάκι. Η Μαρία ορφανή, εγκαταλειμμένη. Ήταν ο εαυτός του σε καθρέφτη είκοσι χρόνια πριν.
Εκείνο το βράδυ τα μάτια του ήταν υγρά. Η Δέσποινα τον βρήκε σκυφτό.
Μάριε, να την πάρουμε κοντά μας, να της δώσουμε οικογένεια όπως έδωσαν και σε εσένα.
Ναι, μα οι γραφειοκρατίες…
Θα τα βρούμε, είπε αποφασιστική.
Λίγες μέρες αργότερα, έρχεται στο νοσοκομείο μια νέα γυναίκα εκπαιδεύτρια στο ορφανοτροφείο να δει τη Μαρία. Τη λέγανε Ειρήνη Παπαδοπούλου μα αμέσως κατάλαβε τον πόνο του Μάριου, συγκινήθηκε βαθιά όταν άκουσε πως ήθελε να υιοθετήσει τη μικρή.
Μα όταν σ ένα ξέσπασμα ιστορίας, ο Μάριος της μίλησε για τον γιατρό Αναγνωστόπουλο, εκείνη χλώμιασε.
Είπατε Σωτήρης Αναγνωστόπουλος; ρώτησε τρεμάμενα. Αυτός ήταν ο πατέρας μου.
Κι εκεί, μπροστά σε μια λάμπα φθορίου, κατάλαβαν πως οι ζωές τους δέθηκαν εκείνο το παγωμένο χειμώνα. Πως η μοίρα είχε πλέξει τον κύκλο.
Προχώρησαν μαζί. Υιοθέτησαν τη Μαρία. Η χαρά πλημμύρισε το σπίτι της Δέσποινας, ο παλιός κοσμοπολίτης Παναγιώτης έφτασε ακόμη και από το χωριό για το γάμο του Μάριου με την Ειρήνη. Η μικρή Μαρία, με άσπρο φόρεμα και το λαγουδάκι αγκαλιά, χαμογελούσε.
Θυμάσαι, Σωτήρη, τι μου είχες πει μια μέρα; Αν μπορείς, κράτα ζωντανή μια σπίθα; Εγώ μόνο αυτό ζήτησα από τη ζωή, ψιθύρισε ο Μάριος ένα βράδυ στη γυναίκα του, χαϊδεύοντας το κεφάλι της μικρής.
Είναι παραπάνω από σπίθα, Μάριε, απάντησε η Ειρήνη. Είναι φωτιά που περνάει από καρδιά σε καρδιά. Από τον μπαμπά, σε εσένα, σε αυτήν.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Μάριος Αναγνωστόπουλος έγινε διευθυντής εκείνου του νοσοκομείου. Στο γραφείο του, κάτω από το τζάμι, φύλαγε ένα παλιό σκουριασμένο νυστέρι φυλαχτό του γιατρού του. Η Μαρία έγινε δασκάλα μουσικής. Μα κάθε Κυριακή, όλη η οικογένεια παιδιά, εγγόνια, φίλοι επισκέπτονταν τη σιωπηλή πια ταφόπλακα με τη φράση: «Ευχαριστούμε, Δάσκαλε».
Και κανένα βράδυ, αν τυχόν περνούσες κάτω από αυτή τη σκεπή, δεν θα σου φαινόταν πως ζεις σε σπίτι, αλλά σε σπιτικό. Γιατί ο φως του γιατρού Αναγνωστόπουλου, εκείνου του χειμώνα, ποτέ δεν έσβησε· πέρασε από γενιά σε γενιά, αγκαλιά σε αγκαλιά. Και είπε: Ευχαριστώ.





