Γιατί φωνάζεις έτσι σε μένα; διαμαρτυρήθηκε ο Νίκος. Εγώ γιατρεύω και ταΐζω τη γυναίκα σου κι εσύ μου σηκώνεις τη φωνή; Τι έχουμε εδώ τώρα;!
Φώναζαν κι οι δυο τους μισή ώρα, μέχρι που η δεκαοχτούρα βράχνιασε κι ο Νίκος κουράστηκε
Ο Νίκος γύριζε σπίτι μετά τη βάρδιά του στα ναυπηγεία του Περάματος, με τα Σαββατοκύριακα μπροστά του να κάνουν το περπάτημά του ανάλαφρο. Δεν ήταν μόνο η ξεκούραση που τον γέμιζε προσμονή· το βράδυ του Σαββάτου τον περίμενε το πρώτο ραντεβού με τη γυναίκα που γνώρισε μέσα από το ίντερνετ.
Επικοινωνούσαν για ένα μήνα: μιλούσαν για τη δουλειά, τα χόμπι τους, τις σκέψεις για τη ζωή. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή. Επιτέλους, το ραντεβού ορίστηκε, κι έμενε μόνο ένα τηλέφωνο στο αγαπημένο μεζεδοπωλείο στα Άνω Πετράλωνα, μια κράτηση και η σωστή μπλούζα.
Με το μυαλό γεμάτο γλυκές προσμονές, έφτανε σχεδόν στη μονοκατοικία του, στον Κορυδαλλό, τέταρτος όροφος, μικρό διαμέρισμα· πενήντα μέτρα ακόμα μέχρι το σπίτι. Σαν να μπορούσε σ εκείνο το βήμα η ζωή ν αλλάξει τελείως, όμως
Αχ, αυτό το «όμως»!
Ακριβώς μπροστά στην είσοδο, από μια μουριά που ποτέ δεν πρόσεξε, μια δεκαοχτούρα σωριάστηκε στα πόδια του. Το πουλί χτυπιόταν, έβγαζε σπαρακτικές φωνές, σα να ξεκινούσε η δύση του κόσμου.
Δεν έφταναν όλα, κι αυτό τώρα ψιθύρισε ο Νίκος.
Η δεκαοχτούρα επέμενε να δοκιμάζει τα φτερά της, χωρίς να καταφέρνει να σταθεί. Φαινόταν καθαρά πως το δεξί της πόδι ήταν σπασμένο.
Και τώρα, τι σε κάνω; μονολόγησε.
Δεν το σκέφτηκε πολύ· έβγαλε το φούτερ του, τύλιξε προσεκτικά το πουλί για να μην σπαρταράει, και ανέβηκε στην είσοδο, ενώ πίσω του όλο το σμάρι βουΐζε με φωνές αγωνίας.
Στο σαλόνι, άνοιξε με προσοχή το αυτοσχέδιο φάκελο. Πριν προλάβει να δει καλύτερα, το ράμφος της δεκαοχτούρας βρήκε το δάχτυλό του.
Άντε να χαθείς βλαστήμησε, κι αφού τύλιξε το ράμφος με μαντήλι, άρχισε να καλεί κτηνιάτρους. Μάταια, τα πουλιά έμεναν έξω απ τα ατζέντα τους. Ούτε φίλοι μπόρεσαν να τον βοηθήσουν. Ώσπου θυμήθηκε: καλός μηχανικός είναι, κάτι θα σκεφτεί.
Έφτιαξε πρώτα φωλιά από χαρτόκουτο, μαλακές πετσέτες, πάνω στο περβάζι και τη βάφτισε αμέσως: Ελένη.
Δυο ώρες τον βρήκαν να σκαλίζει με σουγιά δυο ξυλαράκια, έφτιαξε ένα πρόχειρο νάρθηκα με μονωτική ταινία. Μετά, απελευθέρωσε το ράμφος.
Η Ελένη τον ξανακυνήγησε με το ράμφος της.
Ήρεμα, ήρεμα μουρμούρισε. Θέλω καλό, αλλά χωρίς φαΐ και νερό δεν γίνονται θαύματα.
Στο ίντερνετ έμαθε για pet shop και φαρμακείο. Αγόρασε σκουλήκια και σπόρους, τσιμπίδα και σύριγγα. Γύρισε σπίτι και ξεκίνησε το ταΐσμα.
Άνοιγε με το ζόρι το ράμφος και έβαζε μέσα σπόρους, λίγο λίγο νερό με τη σύριγγα. Η δεκαοχτούρα έβριζε στα πουλίσια της, ο Νίκος γκρίνιαζε, αλλά έκανε υπομονή.
Στο τέλος, εξάντληση και για τους δυο. Η Ελένη αφέθηκε και κοιμήθηκε βαριά, ο Νίκος σωριάστηκε δίπλα της.
Το ίδιο και το επόμενο πρωί: φαγητό και φωνές, πείσμα και από τις δυο πλευρές. Κι ακούει έξω, στο περβάζι, έναν περήφανο τρυποκάρυδο αρσενικό να κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο νόημα.
Χωρίς να το σκεφτεί, ο Νίκος ανοίγει το παράθυρο.
Είσαι ο άντρας της Ελένης; Έλα, μπες δες μόνος σου. Εγώ προσπαθώ να τη σώσω.
Ο τρυποκάρυδος γέρνει το κεφάλι, κοιτά την Ελένη στην κούτα, πλησιάζει διστακτικά. Η Ελένη γρυλίζει σιγανά. Ο τρυποκάρυδος όμως ανοίγει τα φτερά και φωνάζει με θόρυβο.
Γιατί φωνάζεις, βρε αδερφέ; έξαλλος ο Νίκος. Γιατρός έγινα, ταΐζω τη γυναίκα σου, τι άλλο να κάνω;!
Μισή ώρα έμειναν να φωνάζουν ο ένας στον άλλο, άνθρωπος και πουλί, μέχρι που βράχνιασαν και οι δύο.
Έσπρωξε τότε ο Νίκος δυο μικρά κουτάκια γεμάτα σκουλήκια και σπόρους. Ο τρυποκάρυδος τα έριξε μια ματιά, τα δοκίμασε προσεκτικά, έφαγε.
Και βέβαια, φάε γέλασε ο Νίκος. Εγώ για σένα τα πήρα όλα αυτά!
Ο τρυποκάρυδος πλησίασε την Ελένη και άρχισε να περνάει στοργικά το ράμφος του στα φτερά της.
Βρε, οικογενειακές αγάπες! συγκινήθηκε ο Νίκος. Μην ανησυχείς, θα σώσω την Ελένη σου. Φτάνει να την πείσεις να μην τσιμπάει και να τρώει σαν άνθρωπος.
Τη νύχτα, ο τρυποκάρυδος πέταξε πάλι έξω· το πρωί ξαναήρθε, χτύπησε με το ράμφος στο τζάμι, μπήκε, είδε την Ελένη και έφαγε ήσυχα το πρωινό του.
Καλημέρα χαμογέλασε ο Νίκος. Μάλλον αρχίσαμε να συνεννοούμαστε
Ο Νίκος τάιζε τη δεκαοχτούρα κι ο τρυποκάρυδος παρακολουθούσε με αξιοπρέπεια. Μέχρι που ο Νίκος τινάχτηκε σαν από παραξενιά:
Παναγία μου, ξέχασα! χαϊδεύει το μέτωπό του. Η κοπέλα με περιμένει! Ούτε τηλέφωνο, ούτε κράτηση
Άρπαξε το κινητό και πήρε τη Μαργαρίτα.
Συγγνώμη, ξέρεις άρχισε να εξηγεί με λεπτομέρειες πως κατάντησε τροφός δεκαοχτούρας στο διαμέρισμά του και γι αυτό δεν πρόλαβε να κλείσει τραπέζι.
Δηλαδή κάποια δεκαοχτούρα είναι πιο σημαντική απ το ραντεβού μας;! διέκοψε στενοχωρημένη η Μαργαρίτα.
Όχι, δεν κατάλαβες Απλά Συνέβη έτσι
Ζήσε τότε με τη δεκαοχτούρα σου! τον τάπωσε και του έκλεισε το τηλέφωνο.
Τελείωσε μουρμούρισε ο Νίκος στον τρυποκάρυδο. Το ραντεβού έληξε πριν αρχίσει
Ξαφνικά ο τρυποκάρυδος πέταξε στο τραπέζι, άνοιξε τα φτερά, τίναξε το στήθος του και παρήλασε περήφανα μπροστά στον Νίκο.
Ο Νίκος χαμογέλασε αθέλητα:
Ίσως να χεις δίκιο. Μη σκας! Η ζωή προχωράει, έτσι δεν είναι;
Εκείνη την ώρα, χτύπησε το κουδούνι. Στην πόρτα, η Μαρία απ τον πέμπτο πάντα χαμογελαστή στη συνάντηση στο ασανσέρ.
Συγγνώμη αν ενοχλώ κόμπιασε. Γύρω από τα παράθυρά σου μαζεύονται δεκαοχτούρες εδώ και μέρες. Όλα καλά;
Μπες να δεις με τα μάτια σου είπε και άνοιξε την πόρτα.
Μπήκε και στάθηκε αποσβολωμένη.
Σώζεις δεκαοχτούρα;
Η Ελένη διευκρίνισε.
Τότε ο τρυποκάρυδος πρέπει να είναι ο Τάκης! γέλασε η Μαρία.
Το γέλιο της θύμιζε καμπανάκια, κι ο Νίκος σκέφτηκε πως είχε καιρό να ακούσει κάτι ομορφότερο. Την παρατηρούσε, και του φάνηκε ξαφνικά ασήμαντη η απώλεια του απογευματινού ραντεβού.
Ο Τάκης άνοιξε τα φτερά, παρήλασε ξανά, η Μαρία ξαναγέλασε.
Από εκείνη τη μέρα, όλα πήγαν καλύτερα. Ο Τάκης συμπάθησε εμφανώς τη Μαρία· μόλις ερχόταν, στρωνόταν δίπλα της, φτιαχνόταν, ήθελε να τον χαϊδέψει. Εκείνη γελούσε και κοκκίνιζε.
Η Ελένη σταμάτησε να ξεσπάει, άρχισε να τρώει μόνη της, βελτιωνόταν. Ο Νίκος έδωσε και στη Μαρία δεύτερο κλειδί· όταν έλειπε, η Μαρία φρόντιζε τη δεκαοχτούρα.
Ο Νίκος σκεφτόταν όλο και παραπάνω να τη βγάλει ραντεβού, όταν ένα βράδυ, μετά τη νυχτερινή βάρδια, της αγόρασε δώρο: μια ασημένια αλυσίδα με μικρή κόκκινη χάντρα, από μαγαζί στην Ομόνοια.
Σκεφτόταν το χαμόγελό της την ώρα που θα το έδινε. Στον δρόμο, δυο σκιές φάνηκαν κάτω απ τα φώτα.
Τα λεφτά σου, το κινητό, το ρολόι! είπε ο ένας, βγάζοντας σουγιά. Και βγάλε το μπουφάν! είπε ο άλλος.
Δεν πρόλαβε καν να νιώσει φόβο.
Ξάφνου, μια τρικυμία με μαύρες φτερούγες έπεσε πάνω στους ληστές. Ουρλιαχτά τρόμου, αίμα, απελπισία. Δεκάδες πουλιά τους χτύπησαν ανελέητα.
Τρέχοντας, ο Νίκος έφτασε σπίτι.
Το πρωί, η Μαρία μπροστά στην πόρτα, χλομή, συγκινημένη.
Παναγία μου, είσαι καλά! Φοβήθηκα πως σε έπιασαν
Τι έγινε; τη ρώτησε χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.
Τη νύχτα, κοπάδι δεκαοχτούρων επιτέθηκε σε δυο αγόρια. Τους κόντεψαν να τους τσιμπήσουν θανάσιμα. Στο νοσοκομείο
Ο Νίκος χαμογέλασε κι έβγαλε το κουτάκι.
Να, σου χω δωράκι.
Ωχ, τι λες τώρα, δεν έπρεπε
Όταν όμως η αλυσίδα πήρε μπρος στα δάχτυλά της, χαμογέλασε, τον φίλησε στο μάγουλο.
Τι ωραίο, σ ευχαριστώ!
Μα εκείνο το «όμως» δε λείπει ποτέ.
Ο Τάκης διακόπτει παίρνοντας την αλυσίδα απ το χέρι του Νίκου και τη φέρνει στην Ελένη, που την κλείνει με προσοχή στο χαρτόκουτό της.
Ο Νίκος και η Μαρία ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Θα σου πάρω άλλη της υποσχέθηκε ο Νίκος.
Ο Τάκης άνοιξε τα φτερά, τίναξε το στήθος και ακούστηκε νικητήριος «Καρρρρ!». Η Ελένη προσεκτικά έβαλε το κόσμημα στο κουτί.
Κι ο Νίκος με τη Μαρία φιλήθηκαν στην πόρτα.
Και ποιος νοιάζεται πια;
Έτσι είναι η οικογένειαΣαν να ταν όλα ξαφνικά στη γειτονιά αλλιώτικα. Στα βράδια που ακολούθησαν, τα παράθυρα του Νίκου έμειναν πάντα μισάνοιχτα, κι η ζωή κύλησε σε ρυθμούς καινούργιους: με γέλια, φτερουγίσματα, ψιθύρους και διστακτικά αγγίγματα.
Η Ελένη, ένα πρωί που η Αθήνα μύριζε φρέσκο ψωμί και σκόνη, στάθηκε ορθια στο περβάζι. Ο Τάκης πετούσε γύρω της, φωνάζοντας προσταγές και παρηγοριές. Με μια διστακτική στροφή, η δεκαοχτούρα τίναξε τα φτερά, δοκίμασε το πόδι και πέταξε. Μια βόλτα γύρω από τη μανταρινιά, κι ύστερα χτύπησε ελαφριά το τζάμι.
Ο Νίκος κι η Μαρία βγήκαν στο μπαλκόνι χέρι χέρι. Όλα τα πουλιά της γειτονιάς είχαν μαζευτεί, και κάτω απ το χλωμό φως του πρωινού, η Ελένη άνοιξε τα φτερά της λευτεριάς· ο Τάκης πέταξε πλάι της, να χαιρετήσει.
Αγκαλιασμένοι, ο Νίκος και η Μαρία παρακολουθούσαν τη μικρή απογείωση, γελώντας σαν παιδιά, ευγνωμονώντας για όλα τα περίεργα «όμως» της ζωής αυτά που τελικά φέρνουν κοντά τους ανθρώπους, τα πουλιά, τα θαύματα.
Κι απ το βάθος του ουρανού, ένας χορός δεκαοχτούρων ξετύλιγε τραγούδια, φωτίζοντας εκείνο το μικρό διαμέρισμα με φτερουγίσματα ελπίδας.
Γιατί μερικές φορές, οι πιο όμορφες ιστορίες δεν αρχίζουν σε μεζεδοπωλεία ή σε app γνωριμιών, αλλά στις απρόσμενες προσγειώσεις μιας πληγωμένης δεκαοχτούρας, σ ένα παράθυρο ανοιχτό, σε μια καρδιά που βρίσκει το θάρρος ν αγαπήσει ξανά.





