– Μαρία, βρε παιδί μου, τι τα θες αυτά τα μεγάλα σπίτια; Εσύ μόνη σου μένεις, ούτε παιδιά, ούτε άντρα έχεις. Φίλες… σπάνιο πράγμα, απ όσο καταλαβαίνω. Γιατί να κρατάς δυάρι; Εμάς, με τα τρία παιδιά και τη Δήμητρα, ο ένας πάνω στον άλλον ζούμε στο ίδιο διαμέρισμα. Για σκέψου το λίγο, κόρη μου! Εξάλλου, άμα μεγαλώσουν τα δικά μου, ξανακάνουμε ανταλλαγή. Πώς το βλέπεις; – ο πατέρας της την κοιτούσε με εκείνο το ύφος που είχε μόνο όταν ήθελε να κερδίσει κάτι.
Τι να σου πω, πώς να το δει; Αναρωτιέμαι πώς περιμένει ότι θα νιώσει κάποιος, όταν ο πατέρας του, που είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του τόσα χρόνια, σκάει μύτη από το πουθενά και του πετάει μια πρόταση της προκοπής… Η Μαρία ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο απίστευτα θαρραλέος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος. Για φίλες; Είχε όσες ήθελε και της αρκούσαν.
– Ε, λοιπόν, Μαράκι, τα βρήκαμε; – ο πατέρας ανυπομονούσε φανερά.
– Και η μαμά; – ρώτησε η Μαρία ήρεμα.
– Η μαμά τι; – γούρλωσε τα μάτια ο πατέρας.
– Ξέρεις, έρχεται δυο-τρεις φορές το μήνα, κάθεται μέρες, καμιά βδομάδα, η δεύτερη κρεβατοκάμαρα μου είναι αναγκαία γι αυτό.
– Ε, βάλε το παλιό ράντζο από την αποθήκη μου στην κουζίνα! Μια χαρά βολικό είναι, καθαρίζουμε, το στρώνουμε κι έτοιμο. Και ψυγείο δίπλα, τζάμι! Ούτε να τρέχει μακριά. Εδώ η κουζίνα, εδώ και το υπνοδωμάτιο…
Μαρία τον κοιτούσε αποσβολωμένη πια, ούτε που θύμωνε. Οι ατάκες του περί μοναξιάς, μόνη γυναίκα, δεν την πείραξαν, απλώς είχε μείνει άφωνη από το θράσος. Δηλαδή, πραγματικά θεωρούσε ότι οι άλλοι είναι χαζοί κι εκείνος ο εξυπνότερος;
– Μαρία, είναι μεγάλη ευκαιρία! Μόνο δυο φορές το μήνα έρχεται η μάνα σου. Εγώ, κάθε μέρα εδώ με τα παιδιά και τη γυναίκα. Βλέπεις τη διαφορά;
Ε, βέβαια, αυτός με την οικογένειά του. Η Μαρία, προφανώς, δεν ήταν οικογένεια πια. Μια κόρη από τον πρώτο του γάμο σιγά. Αυτοί είναι η οικογένεια: τα τρία του αγόρια και η Δήμητρα, η γυναίκα του. Η Μαρία βαρέθηκε να αντιδράσει, είχε μόνο απορία πότε θα καταλάβει ο πατέρας της ότι δεν έχει όλο το δίκιο του κόσμου από μόνος του.
– Πατέρα, μόλις πριν λίγο καιρό ξεχρέωσα το σπίτι, δούλεψα τόσα χρόνια, πλήρωνα δόση-δόση κάθε μήνα… Κρίμα είναι να το δώσω έτσι.
– Άντε, ντε! Μην κλαίγεσαι τώρα. Είχες και καλό ξεκίνημα, θυμίζω. Ξέχασες; – της πέταξε με ένα ειρωνικό ύφος.
Καλό ξεκίνημα, λέει! Όλα τα ξέρει, αλλά τη μισή ιστορία. Ξεκίνημα ναι, αλλά μάνα της το δωσε, όχι ο ίδιος… Ήθελε να του το πει, αλλά κούνησε απλώς το κεφάλι. Άντε να μιλήσεις σε κάποιον που δεν ακούει.
– Θα το σκεφτώ, μπαμπά. – είπε μαλακά.
– Ναι ναι, σκέψου το παιδί μου! Κανείς δεν απαγορεύει τη σκέψη. – της έδωσε ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο.
***
– Μα γιατί δεν τον πέταξες κατευθείαν έξω; Ανταλλαγή; Καλά, να του τη χαρίσεις κιόλας άμα είναι! Τρελάθηκα, βρε Μαρία! – φώναζε η μητέρα της και γύριζε νευρικά μέσα στο σαλόνι.
– Ρε μαμά, τι να τον διώξω; Πατέρας, ό,τι και να ναι… Δεν μου πάει να το κάνω έτσι, – μουρμούρισε η Μαρία αμήχανα.
– Παιδί μου, σ αγαπάω πολύ, αλλά μην το σκέφτεσαι έτσι. Εγώ στη θέση σου, ούτε που θα το κουβέντιαζα. Για εκείνον όμως είναι πανεύκολο να ζητάει το σπίτι σου, λες και δεν είναι τίποτα. Καταλαβαίνεις, έτσι ε; Αυτό το κάνει πάντα, να το θυμάσαι. Δωρεάν πράγματα λατρεύει. Δεν φταις εσύ, ξεκάθαρα. Ξένος άνθρωπος είναι…
– Εγώ δεν στεναχωριέμαι, απλά είναι η πολλοστή φορά. Νόμιζα ότι δεν είχα καταλάβει καλά, στην αρχή… Ή δεν ήθελα να πιστέψω ότι υπάρχουν τέτοιοι θρασείς άνθρωποι. Πάντα έτσι ήταν, όταν ήσασταν μαζί; – απόρησε πραγματικά η Μαρία.
– Έτσι. Από πάντα. Εσύ απλά νόμιζες αλλιώς γιατί δεν τον γνώρισες αρκετά. Άσε, κι εγώ δεν κατάλαβα γιατί ξαφνικά τώρα εμφανίστηκε μετά από τόσα χρόνια. Ποτέ δεν σε εμπόδισα να έχεις σχέση μαζί του, βέβαια. Αλλά και ο ίδιος ποτέ δεν ήθελε στ αλήθεια. Θυμάσαι στο διαζύγιο που φώναζε γιατί να μην μπορούμε να πουλήσουμε το σπίτι της γιαγιάς μου; Επειδή αυτός έμενε εκεί! Φαντάζεσαι; – γέλασε αλλά τα μάτια της έμειναν σοβαρά.
– Λες να τα κόψω όλα, μαμά; Να τον αφήσω να πάει στη δουλειά του;
– Μην γίνεις ίδια, Μαρία. Εξάλλου, οικογένεια είναι όσο κι αν δεν μοιάζει…
– Ναι, αλλά εμάς ούτε που μας υπολογίζει οικογένεια πια. – αναστέναξε η Μαρία.
Η μητέρα της σήκωσε απλώς τους ώμους. Τα ήξερε καλά όλα αυτά, αλλά δεν ήξερε και αν έπρεπε να κάνει κάτι…
Η Μαρία στράφηκε αλλού, γελώντας πικρά. Εκεί οικογένεια, εδώ τίποτα. Πόσο περίεργο… Εκεί τρία παιδιά που ο μπαμπάς μιλάει συνέχεια, πότε πρωτοπερπάτησαν, πότε φύτρωσαν τα δόντια τους, ποια ιστορία τους αρέσει, όλα. Και η νέα γυναίκα του, η Δήμητρα.
– Έλα, μαμά, θα προσπαθήσω να μην το παίρνω προσωπικά. Αν με πιέσει πάλι, θα του πω ξεκάθαρα όχι. Καλύτερα κάτι παρά τίποτα. Υπάρχουν πολλοί χωρίς πατέρα εντελώς. Και τουλάχιστον, δεν είναι αλκοολικός όπως πολλοί άλλοι…
– Μάλλον… – είπε αβέβαια η μαμά.
Η επόμενη συνάντηση ήταν την άλλη βδομάδα, στο σπίτι του πατέρα της. Εκείνη την ώρα, όλοι είχαν πάει στη δημόσια υγεία για εμβόλια.
– Μαρία, ήρθες στην ώρα σου. Να σου δείξω το σπίτι! Δες ντουλάπα εντοιχισμένη, τεράστια όλα σου τα πράγματα χωράνε. Κοίτα και τι ωραίες ταπετσαρίες, χαρά Θεού! – της έδειχνε με περηφάνια.
– Μπαμπά…
– Και η κουζίνα, μικρή αλλά πολύ γλυκιά. Εδώ τοποθετούμε το παλιό ράντζο για τη μάνα σου. Το ψυγείο παλιό, αλλά θα το αλλάξεις σιγά σιγά. Να, έχω και loyalty card για τα Praktiker…
– Μπαμπά, δεν θέλω ούτε ψυγεία, ούτε κάρτες, ούτε ταπετσαρίες, – κατέρρευσε η Μαρία.
– Γιατί όχι; Πρέπει να ξέρεις πού θα μείνεις, να δεις το χώρο σου, ε; – τη ρώτησε, μα έμοιαζε να μιλά σε τοίχο.
– Συγγνώμη που σου έδωσα ελπίδες… Αλλά δεν πρόκειται να μετακομίσω εδώ. Μου φτάνει το σπίτι μου, – ψέλλισε διστακτικά η Μαρία.
– Εντάξει… Έλα, για δες και το ντουζ, καινούργιο. Λεκάνη πολωνική, φίνα πράγμα, – συνέχισε ατάραχος εκείνος.
– Δεν μ ακούς; Δεν θα μετακομίσω! Λατρεύω το σπίτι μου και δεν πρόκειται να το δώσω τίποτα! Δεν θα γίνει ανταλλαγή! – ξέσπασε απότομα, θυμωμένη με όλα.
– Δεν θα γίνει ανταλλαγή; Δηλαδή τα λυπάσαι τα τετραγωνικά σου; Τότε τι ήρθες εδώ και τρέχεις; Απογοήτευσες, Μαρία, μ απογοήτευσες, – της είπε σχεδόν σαν ξένος. Η Μαρία γύρισε την πλάτη και βγήκε σιωπηλά.
Περπάτησε στα στενάκια του φθινοπώρου στην Αθήνα, χωρίς να ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να βάλει τα κλάματα. Έκατσε σε ένα παγκάκι, άνοιξε το κινητό της και διέγραψε το τηλέφωνο και όλα τα μηνύματα του πατέρα της. Μόνο τότε αναστέναξε με ανακούφιση. Ίσως ήταν η μόνη σωστή απόφαση. Τώρα, αν θελήσει, ας πάρει, ας ψάξει, ας χτυπήσει πόρτα… Αλλά βαθιά μέσα της ήξερε πως δεν θα το κάνει. Αφού δεν είχε πλέον κάτι να πάρει από εκείνη. Η ανταλλαγή δεν έγινε ποτέ.





