Ημερολόγιο, Κυριακή
Ειρήνη, θυμάσαι ότι την Κυριακή έχουμε τα γενέθλια της μαμάς μου; με ρώτησε ο Μάνος ενώ τρώγαμε το πρωινό μας.
Πώς να το ξεχάσω; Το έχω ακούσει περισσότερες φορές απ όσες μπορώ να μετρήσω. Κι η πεθερά μου, η κυρία Δήμητρα, το έχει επαναλάβει τουλάχιστον τέσσερις φορές αυτήν την εβδομάδα. Θέλοντας και μη, το κράτησα καλά στο νου μου. Παρά ταύτα, του χαμογέλασα και είπα απαλά:
Το θυμάμαι, Μανώλη μου, μην ανησυχείς
Ήταν αναστέναγμα βγαλμένο από την ψυχή. Οι συναντήσεις με τη μητέρα του Μάνου έχουν αρχίσει να με πνίγουν. Πάντα είναι συνοφρυωμένη, πάντα με εκείνο το αυστηρό της βλέμμα, σαν καθηγήτρια που περιμένει την απάντηση στο διαγώνισμα και παθαίνει απογοήτευση. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποτέ τι δεν της άρεσε πάνω μου. Αγαπώ τον γιο της, γέννησα τα εγγόνια της, το σπίτι μας το κρατώ ζεστό κι όμορφο Αλλά, όλες δεν τις ικανοποιείς.
Με τον Μάνο γνωριστήκαμε με τον πιο σύγχρονο τρόπο: μέσω ίντερνετ. Σε μια ομάδα για αθλητική διατροφή στο Facebook. Εγώ έψαχνα συμπληρώματα βιταμίνης D, εκείνος ήθελε ενεργειακές μπάρες. Μια απλή κουβέντα στα σχόλια έγινε συζήτηση στο Messenger, και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Εμφάνισε ενδιαφέρον με τα κλασικά „λάικ” σε φωτογραφίες μου και, ναι, εκεί φούντωσαν όλα. Επτά μήνες αργότερα, παντρευτήκαμε.
Ειρηνούλα, θα γίνω ο καλύτερος μπαμπάς, στο υπόσχομαι! Θέλω πολλά παιδιά, τέσσερα: δύο αγόρια, δύο κορίτσια. Έχω την πεποίθηση ότι μόνο ένα παιδί είναι αδικία, μεγαλώνει εγωιστής. Με πολλά παιδιά, όμως, υπάρχει αδελφικότητα.
Έλα τώρα του χαμογέλασα κι εσύ μόνος μεγάλωσες αλλά καθόλου εγωιστής δεν είσαι.
Ε, εγώ είμαι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα! μου έκλεισε το μάτι και με φίλησε απαλά στο μάγουλο.
Η μαμά του Μάνου, η κυρία Δήμητρα, όταν με γνώρισε πρώτη φορά, μου έριξε ένα λοξό, ψαρωτικό βλέμμα κάτω από βαμμένα καλοσχηματισμένα φρύδια. Στο τραπέζι με ανέκρινε για την οικογένειά μου και τις σπουδές μου. Όταν έμαθε ότι είμαι από την Πάτρα, ότι είμαι φοιτήτρια και ότι η μαμά μου μόνη της μεγάλωσε τέσσερα παιδιά σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Ζαβλάνι, φανερά κατσούφιασε Από κείνο το σημείο κι έπειτα, σχεδόν δεν με κοίταζε.
Κάναμε το γάμο μας σε ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της Αθήνας. Ήρθε η μαμά μου, οι αδελφές και τα αδέρφια μου γεμάτοι ζωή και φασαρία όλοι τους, γλυκιές ψυχές. Περάσαμε υπέροχα, ο Μάνος κι εγώ κολλημένοι σαν δύο περιστέρια που ανακάλυψαν τον ήλιο.
Δύο μήνες μετά, ανακοινώσαμε στους συγγενείς μας ότι σύντομα θα γινόμασταν γονείς. Ο Μάνος ήταν εκστατικός, σχεδόν δάκρυζε από τη χαρά του. Τα αδέρφια μου μας κατακλυσαν με ευχές και η μαμά μου έκλαιγε χαρούμενη στο τηλέφωνο. Μόνο η κυρία Δήμητρα αναστέναξε και έσφιξε ακόμα περισσότερο τα χείλη της.
Δεν βιαζόσαστε; Λίγο να ζούσατε μόνο για εσάς! Εσείς παιδιά ακόμα είστε είπε απαξιωτικά.
Μαμά μου, αγαπημένη! Σε λίγο θα γίνεις γιαγιά! Δεν το καταλαβαίνεις τι ευτυχία είναι αυτή; Κι εγώ εγώ θα γίνω πατέρας! γελούσε ο Μάνος και την αγκάλιασε παρασύροντάς τη σε ένα χορευτικό γύρο μέσα στο σαλόνι. Εκείνη κουνούσε το χέρι απογοητευμένη.
Κάτι μήνες μετά, κρατήσαμε στα χέρια μας μια πανέμορφη, υγιέστατη κόρη τη Σοφία μας, ίδια εγώ στα μάτια και στο γέλιο. Ο Μάνος πέρναγε από το ζενίθ της χαράς. Μα εγώ χαιρόμουν να είμαι μαμά και να φροντίζω το σπιτικό μας. Ο Μάνος έφερνε καλά λεφτά· αν ήθελα είχα τη δυνατότητα για οικιακή βοηθό και νταντά αλλά εγώ τα ήθελα όλα μόνη μου. Έβγαινε σπουδαία μαμά κι εξαιρετική νοικοκυρά. Ο Μάνος βοηθούσε σε όλα, έκανε βόλτα με τη μικρή, τάιζε, άλλαζε πάνες Τέλειος.
Κι όταν η Σοφία έκλεισε έναν χρόνο, μάθαμε πως είμαι ξανά έγκυος. Αυτή τη φορά ο Μάνος λαχταρούσε γιο. Η ευχή του πραγματοποιήθηκε και, εννιά μήνες μετά, ήρθε ο μικρός Νικόλας.
Με δύο μωρά οι δυσκολίες πολλές. Έτσι πήραμε βοηθό, ώστε να αφοσιωθώ στα παιδιά. Ο Μάνος μ είχε βασίλισσα, φρόντιζε να μην μας λείψει τίποτα, λάτρευε τα παιδιά μας, το σπίτι μας άνετο, γεμάτο ζωή. Όλα τέλεια σχεδόν. Ένα «αλλά»: η πεθερά μου.
Μάνο, γιατί η μαμά σου δεν με συμπαθεί; Και τα εγγόνια της λες και της είναι βαρίδι. Δεν καταλαβαίνω… Μπορείς να μου εξηγήσεις;
Ειρηνούλα, άσε την. Πάντα ήταν αυστηρή, έχει τον κόσμο της, μάλλον εμείς απλώς δεν ταιριάζουμε στη δική της εικόνα με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο. Σημασία έχει ότι εγώ σε αγαπώ πάρα πολύ
Τα παιδιά μεγάλωναν, η δουλειά του Μάνου πήγαινε εξαιρετικά. Κι εγώ ήμουν ευτυχισμένη που, πριν χρόνια, είπα ναι σε εκείνο το πρώτο μήνυμα στο ίντερνετ. Εκείνος ο άγνωστος έχει γίνει πλέον ό,τι πιο δικό μου.
Μια νύχτα, αφήσαμε τα παιδιά στη νταντά και πήγαμε στο θέατρο, το αγαπημένο μου. Καθισμένη αναπαυτικά, με το θεατρικό κυάλιο στο χέρι, ετοιμαζόμουν να μαγευτώ ώσπου ένιωσα άβολα.
Μάνο, όχι καλά Με ναυτιάζει. Μάλλον το σαλάτι από το μπιστρό δεν μου έκατσε.
Προσπάθησα να ηρεμήσω, ήπια νερό, τίποτα. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Στο σπίτι κατάφερα να συνέλθω. Μετά από καμιά ώρα, από ένστικτο, δοκίμασα τεστ εγκυμοσύνης.
Οι δύο γραμμές εμφανίστηκαν σαν θαύμα.
Ειρήνη! Τρεις! Τρεις ψυχούλες! Όπως το ονειρεύτηκα! φώναξε ο Μάνος, κλαίγοντας σχεδόν από ενθουσιασμό.
Τρεις ναι, αλλά μήπως πολύ γρήγορα; Ο Νικόλας κι η Σοφία μικρούλια
Σιγά! Είναι τα παιδιά μας, Ειρήνη. Θα τα καταφέρουμε, στο υπόσχομαι. Η μάνα μου… θα εντυπωσιαστεί! Θα της το πούμε, παρέα με το δώρο, στα γενέθλια της.
«Δεν περιμένω πολλά Μάλλον θα στραβοκαταπιεί. Θα πει πάλι ότι γεννάω σαν τα κουνελάκια, αν όχι κάτι χειρότερο» σκέφτηκα, μα το κράτησα για μένα και μόνο χαμογέλασα συμφωνώντας με τον Μάνο.
Έτσι, ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο μεσημέρι, ξεκινήσαμε για το σπίτι της κυρίας Δήμητρας, με άνθη και μια τούρτα από το ζαχαροπλαστείο. Καθυστερήσαμε μισή ώρα συνηθισμένο για εμάς.
Η κυρία Δήμητρα μας υποδέχτηκε με μεγάλο χαμόγελο και πανάκριβο γαλλικό άρωμα. Φίλησε τον γιο της, εμένα, τα εγγόνια σταυρωτά, μας οδήγησε στο τραπέζι.
Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είχαν ήδη καθίσει, με κέφι και λίγη παραπάνω ρακή στο αίμα. Όπως κανόνιζαν, μας έβαλαν να πιούμε ένα «κερασμένο» στην υγειά της εορτάζουσας. Ο Μάνος σήκωσε το ποτήρι:
Χρόνια πολλά, μαμά! Να σε χαιρόμαστε, να σαι πάντα γερή κι ευτυχισμένη! Κι εμείς, τα παιδιά σου, θα φροντίζουμε να περνάς καλά. Και τώρα, η έκπληξη!
Της έδωσε το δώρο ένα χρυσό βραχιόλι με μικρά διαμάντια, κι από πάνω έναν φάκελο. Παρακολούθησε την αντίδρασή της.
Η κυρία Δήμητρα χάιδεψε τη συσκευασία, άνοιξε, κοίταξε το βραχιόλι με μάτι λάμψης και το έβαλε στην άκρη. Άνοιξε τον φάκελο, τράβηξε το χαρτάκι με τις δύο γραμμές κι όσο διάβαζε, το ύφος της αργά μετατρεπόταν σε περιφρόνηση. Σαν να είχε πιάσει στη χούφτα της βατράχι, πέταξε το τεστ και γύρισε σ εμένα:
Αυτό κατάλαβα, δικό σου δώρο είναι. Άλλωστε, τι άλλο να κάνεις; Μόνο παιδιά μπορείς να γεννάς! Δεν βαρέθηκες να σαι διαρκώς έγκυος; Κατάντια Τα βρήκες όλα έτοιμα, κάθεσαι σπίτι, γεννάς, ενώ ο γιος μου δουλεύει σαν σκλάβος να θρέψει τη φαμίλια! Και μες στη χλιδή και οικιακή βοηθός κι όλα! Σαν παράσιτο, Θεέ μου
Πάγωσαν όλοι. Κανείς δε μιλούσε, μα κοιτούσαν με κομμένη ανάσα.
Ο Μάνος έγινε άσπρος σαν το πανί. Με τρεμάμενα χείλη γύρισε στη μητέρα του:
Τι λόγια είναι αυτά, μαμά; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Σαν να ζω εφιάλτη. Έτσι μας έβλεπες πάντα; Εγώ νόμιζα ότι με αγαπούσες τελικά χώρος μονάχα για εσένα υπάρχει.
Σηκώθηκε από το τραπέζι, κι εγώ μαζί με τα παιδιά και τα μάτια γεμάτα δάκρυα που κρατιόντουσαν μόλις.
Βιαστικά ντύσαμε τα μικρά κι αποχωρήσαμε. Η κυρία Δήμητρα δεν μας κοίταξε καν· οι υπόλοιποι βυθίστηκαν στην αμηχανία.
Στο αυτοκίνητο δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Έκλαιγα αθόρυβα να μην τρομάξω τα παιδιά. Ο Μάνος πότε-πότε με κοίταζε λυπημένος. Τον έπνιγε η στεναχώρια.
Όλη την υπόλοιπη μέρα επικρατούσε σιωπή στο σπίτι. Αργότερα, όταν κοιμήθηκαν τα μικρά, κουλουριαστήκαμε οι δυο στην κουζίνα, με ένα φλυτζάνι τσάι, και συζητήσαμε.
Εγώ, Ειρήνη μου, έχω σκεφτεί πολλά απόψε. Συνειδητοποίησα ότι εσύ δεν φταις σε τίποτα. Ναι, το λέω και το ξαναλέω: είτε εσύ ήσουν, είτε οποιαδήποτε άλλη, το ίδιο θα έκανε. Θα έβρισκε αφορμή για γκρίνια, είτε τα παιδιά, είτε για τα μακαρόνια ή τα σκονισμένα ράφια. Είναι ζήλια και πίκρα ζήλια γυναίκας. Η μαμά μεγάλωσε μόνη, σκληρά, χωρίς βοήθεια, ο πατέρας μου τους είχε παρατήσει. Τα έχει όλα βγάλει από πάνω της με ιδρώτα. Και τώρα βλέπει εσένα, να τα έχεις όλα έτοιμα, με εμένα πάντα δίπλα σου, πρώτη προτεραιότητα Χαίρομαι για εσένα και τα παιδιά μας. Εκείνη ποτέ δε χώνεψε την ευτυχία κάποιου άλλου ακόμη κι αν είναι ο γιος της.
Συγχώρεσέ τη, Ειρήνη, όσο μπορείς. Να σαι ανώτερη. Την συγχωρείς μέσα σου κι από κει και πέρα, βλέπουμε.
Μείναμε πολλή ώρα στην κουζίνα, αγκαλιά, με το ζεστό φως της λάμπας να μας ζεσταίνει. Ο Μάνος σκεφτόταν ότι, τελικά, δεν γνώριζε τη μάνα του τόσο καλά όσο νόμιζε. Εγώ, από τη μεριά μου, ήξερα ότι θα τη συγχωρούσα, αλλά να τη συναντήσω σύντομα… αυτό μάλλον δύσκολο. Ίσως στο μέλλον, όμως η ζωή θα δείξει.
Καθένας μας είχε τις σκέψεις του εκείνο το βράδυ. Αλλά μοιραζόμασταν κάτι πολύτιμο: την αγάπη και τα παιδιά μας. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο από όλα.





