ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΓΑΠΗ — «Ιρώ, δεν έχω καθόλου λεφτά! Τα τελευταία τα έδωσα χτες στη Νατασούλα! Ξέρεις ότι έχει δυο παιδιά!» Η Άννα Θεοδώρου κατέβασε απογοητευμένη το ακουστικό. Τα λόγια της κόρης της δεν ήθελε ούτε να τα θυμάται. «Γιατί έτσι; Τρία παιδιά μεγαλώσαμε με τον άντρα μου, τα δώσαμε όλα, τα σπουδάσαμε, προκόψανε. Κι όμως, στα γεράματα, ούτε βοήθεια ούτε ηρεμία». «Γιατί, Βασίλη, μ’ άφησες τόσο νωρίς; Μαζί σου όλα ήταν αλλιώς», σκέφτηκε η Άννα Θεοδώρου για τον μακαρίτη σύζυγό της. Έμεινε σχεδόν δίχως χάπια – αν της χειροτερέψει, ούτε που θα προλάβει να τα πάρει. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά η ζάλη την κάρφωσε πάλι στην πολυθρόνα. «Θα περάσει μόλις πιω το χάπι…» Μα ο χρόνος περνούσε και χειρότερα γινόταν. Πήρε τηλέφωνο τη μικρή της, τη Νατασούλα. «Μαμά, είμαι σε σύσκεψη, θα σε πάρω αργότερα!» Τον γιο της: «Γιέ μου, δεν αισθάνομαι καλά και τα χάπια τελείωσαν… Θα μπορέσεις μετά τη δουλειά—» «Μαμά, δεν είμαι γιατρός! Πάρε το ΕΚΑΒ!», την έκοψε. Η Άννα έγειρε πίσω, προσπαθώντας να μετρήσει ως το εκατό. Ξαφνικά ακούει τον ήχο του τηλεφώνου. Δύσκολα απαντά. «Άννα μου, ο Πέτρος είμαι! Σκέφτηκα να σε πάρω, κάτι με ανησυχεί». «Πέτρο, δεν αισθάνομαι καλά…» «Έρχομαι! Μπορείς ν’ ανοίξεις την πόρτα;» «Είναι πάντα ανοιχτή τελευταία…» Άφησε το τηλέφωνο, δεν είχε δύναμη. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε. Της ήρθαν οι αναμνήσεις από τα νιάτα: φοιτήτρια στην ΑΣΟΕΕ, δύο νεαροί αξιωματικοί με μπαλόνια στα χέρια· ήταν 9η Μαΐου, γιορτή. Στο τέλος διάλεξε τον Βασίλη· ο Πέτρος πιο ήσυχος, ντροπαλός. Χρόνια μετά, συναντήθηκαν πάλι, όλοι συνταξιούχοι στην πόλη τους. Ο Πέτρος ποτέ δεν παντρεύτηκε, πάντα μόνος. «Στην αγάπη δεν μου κάθεται», έλεγε αστειευόμενος. Η Άννα άκουσε φωνές· άνοιξε τα μάτια: ο Πέτρος και δίπλα γιατρός. «Είναι ο άντρας της κυρίας;», ρώτησε ο γιατρός. «Ναι, ναι!» Ο Πέτρος δεν έφυγε όλη ημέρα—φρόντιζε, μαγείρευε, την κρατούσε από το χέρι. «Ξέρεις, Άννα, σε αγαπούσα πάντα μόνο εσένα, γι’ αυτό δεν παντρεύτηκα». «Ε, Πέτρο μου, με τον Βασίλη ήμουν καλά, αλλά τότε δεν ήξερες πώς να μου το πεις. Όλα περασμένα… ποιος τα γυρίζει πίσω;» «Άννα μου, ό,τι μας απομένει, να το ζήσουμε μαζί; Όσο δώσει ο Θεός, μαζί να ‘μαστε». Η Άννα ακουμπά το κεφάλι στον ώμο του Πέτρου και σκάει σε ευτυχισμένο γέλιο: «Ναι, πάμε!». Μια βδομάδα μετά, τηλεφωνεί η κόρη: «Μαμά, με είχες καλέσει, μετά το ξέχασα…» «Τίποτα, κορίτσι μου. Τώρα είμαι καλά. Ε, να σου πω να μη σου ‘ρθει έκπληξη… Παντρεύομαι!». Παύση στην άλλη άκρη. «Μαμά, είσαι με τα καλά σου; Εδώ και καιρό σε περιμένουν στο νεκροταφείο κι εσύ πας να παντρευτείς; Ποιος είναι ο ατσίδας;» Η Άννα με δάκρυα, αλλά σταθερά, λέει: «Αυτό είναι δικό μου θέμα!» και κλείνει. Στρέφεται στον Πέτρο: «Έρχονται και οι τρεις απόψε. Ετοιμάσου!» «Θα τα βγάλουμε πέρα!», γέλασε ο Πέτρος. Πράγματι, το βράδυ: «Μαμά, πού γνώρισες αυτόν τον καρδιοκατακτητή;», ειρωνεύτηκε ο Ιγνάτης. «Σας ξέρω όλους χρόνια… Την Άννα την αγαπώ απ’ τα νιάτα μου, και όταν τη βρήκα έτσι, δεν άντεχα να τη χάσω. Της έκανα πρόταση, το δέχτηκε», είπε ο Πέτρος. «Για να της φας το σπίτι ήρθες, έτσι;», ρώτησε η Νατάσα με το ύφος της δικηγορίνας. «Παιδιά, φοβηθείτε τον Θεό! Όλοι έχετε δικό σας σπίτι!» «Ναι, αλλά και στο δικό σου μάς ανήκει κάτι!» «Δεν θέλω τίποτα! Αλλά ακούστε, να μιλάτε όμορφα στη μάνα σας!», είπε ο Πέτρος αυστηρά. «Εσύ ποιος είσαι που μιλάς έτσι;», εξαγριώθηκε ο Ιγνάτης. Ο Πέτρος τον κοίταξε στα μάτια ατάραχος: «Είμαι άντρας της μάνας σας – είτε το θέλετε είτε όχι!» «Εμείς είμαστε τα παιδιά της!» φώναξε η Ιρώ. «Αύριο θα τη στείλουμε γηροκομείο ή στο Δαφνί!», συμπλήρωσε η Νατάσα. «Ούτε να το σκέφτεστε! Ετοιμάσου, Άννα, φεύγουμε!» Κρατημένοι χέρι με χέρι, έφυγαν. Πίσω τους τα παιδιά, ανίκανα να καταλάβουν: Ποια αγάπη στα εβδομήντα;

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΓΑΠΗ

Ειρήνη μου, σου λέω, δεν έχω λεφτά! Τα τελευταία τα έδωσα χθες στην Κατερίνα! Ξέρεις, έχει δυο παιδιά να θρέψει!

Η Άννα Φωτεινή έκλεισε το τηλέφωνο εντελώς απογοητευμένη. Όσα της είχε πει πριν λίγο η κόρη της, δεν ήθελε ούτε να τα θυμάται.

Μα γιατί έτσι; Τρία παιδιά μεγάλωσα με τον άντρα μου, τα πάντα κάναμε για να τα δούμε καλά. Όλους τους σπουδάσαμε, είναι με πτυχία, με θέσεις κύρους! Και στη δύση της ζωής μου, ούτε ησυχία, ούτε βοήθεια.

Γιατί, βρε Λευτέρη, με άφησες τόσο νωρίς; Μαζί σου όλα φαίνονταν πιο εύκολα σκέφτηκε απευθυνόμενη σιωπηλά στον άντρα της, τον μακαρίτη.

Ένιωσε μια ξαφνική πίεση στο στήθος κι έψαξε μηχανικά τα χάπια της. Είχε μείνει μόνο μία-δύο κάψουλες. Κι αν χειροτερέψω, σκέφτηκε, τι θα κάνω; Πρέπει να πάω στο φαρμακείο.

Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ξαφνικά τα μάτια της άρχισαν να γυρίζουν. Ξανάπεσε βαριά στην πολυθρόνα.

Δεν πειράζει, θα δουλέψει το χάπι, θα περάσει.

Ώρα περνούσε, αλλά βελτίωση δεν έβλεπε.

Αποφάσισε να πάρει τη μικρή της κόρη:

Κατερινάκι πρόλαβε να ψελλίσει

Μαμά, είμαι σε meeting, θα σε πάρω μετά!

Πήρε μετά τον γιο της:

Γιώργο μου, δεν νιώθω καλά. Τα χάπια τελείωσαν. Μήπως μπορείς να έρθεις μετά τη δουλειά δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Μαμά, δεν είμαι γιατρός! Ούτε κι εσύ Πάρε ασθενοφόρο, μην περιμένεις!

Η Άννα Φωτεινή αναστέναξε βαριά. Ε, έχει δίκιο το παιδί. Αν δω και χειροτερέψω, θα καλέσω το 166.

Έγειρε προσεκτικά στην πολυθρόνα κι έκλεισε τα μάτια μετρώντας ως το εκατό μήπως χαλαρώσει.

Κάποιος θόρυβος ακούστηκε λες και από μακριά. Τι ήταν αυτό; Α, ναι, το τηλέφωνο!

Ναι; απάντησε με κόπο ανοίγοντας το στόμα της.

Αννούλα, καλησπέρα! Ο Πέτρος είμαι! Πώς είσαι; Κάτι με έπιασε και ήθελα πολύ να σου μιλήσω!

Πέτρο, δεν νιώθω καλά

Έρχομαι αμέσως! Μπορείς να ανοίξεις;

Πέτρο, έχω αφήσει την πόρτα ανοιχτή τελευταία, τι να κάνω

Το τηλέφωνο της έπεσε απ το χέρι ούτε δύναμη να σκύψει να το πάρει.

Άσ το, σιγά σκέφτηκε.

Σαν ταινία κύλησαν μπροστά της σκηνές από τα νιάτα της: φοιτήτρια στο Οικονομικό της Αθήνας και δύο γοητευτικοί δόκιμοι της Σχολής Ευελπίδων με μπαλόνια στα χέρια.

Αστείο, σκέφτηκε τότε, τόσο μεγάλοι με μπαλόνια! Ήταν 9 Μάη, παρέλαση και γιορτή, γεμάτη η πλατεία Συντάγματος.

Ανάμεσά τους κι εκείνη με δυο μπαλόνια, ο ένας ήταν ο Πέτρος, ο άλλος ο Λευτέρης.

Διάλεξε τον Λευτέρη ήτανε πιο εξωστρεφής, ο Πέτρος ντροπαλός, κλειστός τύπος.

Άλλες οι πορείες τους: εκείνη πήγε στην Κρήτη με τον Λευτέρη, ο Πέτρος τοποθετήθηκε στην Γερμανία.

Μετά από χρόνια, ξανασυναντήθηκαν στο Πειραιά, όταν οι άντρες βγήκαν στη σύνταξη. Ο Πέτρος έμεινε πάντα μόνος χωρίς γυναίκα, χωρίς παιδιά.

Τον ρωτούσαν γιατί

Μα εκείνος γελούσε:

Εμένα δεν μ αγαπάει ο έρωτας, λες να πιάσω τα χαρτιά καλύτερα;

Η Άννα Φωτεινή άκουσε φωνές, έναν διάλογο που ερχόταν σα ναυάγιο στη θάλασσα.

Πέτρο!

Δίπλα του ένας γιατρός του ΕΚΑΒ.

Ήρεμα, τώρα θα γίνει καλύτερα, είστε ο σύζυγος;

Ναι, ναι!

Ο γιατρός έδωσε οδηγίες στον Πέτρο, κι εκείνος έμεινε να της κρατά το χέρι μέχρι να νιώσει καλύτερα.

Σε ευχαριστώ, Πέτρο! Τώρα νιώθω πολύ καλύτερα!

Μπράβο! Έλα, να σε κεράσω και ένα τσάι με λεμονάκι!

Ο Πέτρος ούτε πήγε πουθενά, όλη μέρα μπαινόβγαινε στην κουζίνα, της ετοίμασε και σούπα, της άλλαξε ατμόσφαιρα. Κι ας αισθανόταν τώρα καλά, εκείνος φοβόταν να την αφήσει μόνη.

Ξέρεις, Άννα, μια ζωή εσένα αγάπησα. Γι αυτό δεν παντρεύτηκα ποτέ.

Αχ, Πέτρο, εμείς με το Λευτέρη όμορφα ζήσαμε. Τον σεβόμουν, με αγάπησε. Εσύ στα νιάτα δεν είπες τίποτα Πού να καταλάβω εγώ τι ένιωθες; Τώρα πέρασαν τα χρόνια, αλλού είμαστε πια.

Άννα, να σου πω κάτι; Όσο μας μείνει, δεν το ζούμε ευτυχισμένοι μαζί; Όσο αντέχει ο Θεός!

Η Άννα Φωτεινή του έπιασε το χέρι, ακούμπησε στον ώμο του: Να το ζήσουμε, Πέτρο! και γέλασε με την καρδιά της επιτέλους.

Μετά από μια βδομάδα, επιτέλους πήρε τηλέφωνο η Κατερίνα.

Μαμά, με είχες πάρει αλλά δεν πρόλαβα να σε σηκώσω, μετά τρέξιμο, ποιος ζει ποιος πεθαίνει

Ε, τώρα που πήρες, να μη πέσεις από τα σύννεφα: Παντρεύομαι!

Σωπάστε, μόνο η ανάσα της ακούστηκε, και λίγες μύτες να παλεύουν να βρουν φράσεις.

Μαμά, είσαι σοβαρή; Εσένα στο κοιμητήριο σου κρατούν θέση εδώ και κάτι χρόνια κι εσύ κάνεις νυφικό δοκιμή; Και ποιανού είσαι δική;

Η Άννα Φωτεινή σφίχτηκε, δάκρυα βρήκαν δρόμο στα μάτια, μα κατάφερε με ήρεμη φωνή:

Αυτό είναι δική μου υπόθεση!

Κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Γύρισε στον Πέτρο: Ετοιμάσου, θα σκάσουν όλοι σήμερα! Να έχουμε τα όπλα μας έτοιμα!

Θα τα καταφέρουμε, αφού πάντα τη βγάζαμε καθαρή! γέλασε ο Πέτρος.

Το βράδυ, έσκασε όλη η τριάδα: ο Γιωργάκης, η Ειρήνη κι η Κατερίνα!

Λοιπόν, μαμά, πού είναι ο αγαπητικός σου; πετάχτηκε ειρωνικά ο Γιώργος.

Τι να σας τον γνωρίσω; Με ξέρετε ήδη βγήκε ο Πέτρος από το δωμάτιο. Από τα νιάτα αγαπώ την Αννούλα, και όταν την είδα χάλια προχθές, κατάλαβα πως δεν μπορώ να τη χάσω. Της έκανα πρόταση και το δέχτηκε.

Για άσε μας ρε μεγάλε! Τι έρωτες και κουραφέξαλα σε τέτοια ηλικία;! αγρίεψε η Ειρήνη.

Και τι έχει η ηλικία μας; Μια χαρά εβδομήντα είμαστε μια χαρά ζούμε! Και η μαμά σας, ακόμα γυναικάρα είναι! απάντησε ήρεμα ο Πέτρος.

Ε, λογικά θες το διαμέρισμα! πετάχτηκε δικηγορικά η Κατερίνα.

Ρε παιδιά, όλη μου τη ζωή είχα σπίτι! Δεν θέλω τίποτα! Αλλά αφήστε το κακεντρεχές με τη μαμά! Βγάζετε μάτι!

Ποιος είσαι εσύ να μιλάς έτσι; πετάχτηκε ο Γιώργος, έτοιμος για καυγά.

Ο Πέτρος ίσιωσε το κορμί του και τον κοίταξε στα μάτια.

Εγώ είμαι ο άντρας της μαμάς σας, θέλετε δεν θέλετε!

Εμείς είμαστε τα παιδιά της! φώναξε η Ειρήνη.

Αύριο κιόλας σε γηροκομείο ή τρελάδικο! συμπλήρωσε η Κατερίνα.

Για γελάστε! Αννούλα, ετοιμάσου, φεύγουμε!

Περπάτησαν μαζί, πιασμένοι χέρι-χέρι, χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Τους ένοιαζε πια μόνο η ευτυχία, η ελευθερία τους. Μόνο ο μοναχικός φανοστάτης φώτιζε το βήμα τους.

Κι οι τρεις τους κοιτούσαν απορημένοι, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν: πώς γίνεται να υπάρχει αγάπη στα εβδομήντα…

Oceń artykuł
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΓΑΠΗ — «Ιρώ, δεν έχω καθόλου λεφτά! Τα τελευταία τα έδωσα χτες στη Νατασούλα! Ξέρεις ότι έχει δυο παιδιά!» Η Άννα Θεοδώρου κατέβασε απογοητευμένη το ακουστικό. Τα λόγια της κόρης της δεν ήθελε ούτε να τα θυμάται. «Γιατί έτσι; Τρία παιδιά μεγαλώσαμε με τον άντρα μου, τα δώσαμε όλα, τα σπουδάσαμε, προκόψανε. Κι όμως, στα γεράματα, ούτε βοήθεια ούτε ηρεμία». «Γιατί, Βασίλη, μ’ άφησες τόσο νωρίς; Μαζί σου όλα ήταν αλλιώς», σκέφτηκε η Άννα Θεοδώρου για τον μακαρίτη σύζυγό της. Έμεινε σχεδόν δίχως χάπια – αν της χειροτερέψει, ούτε που θα προλάβει να τα πάρει. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά η ζάλη την κάρφωσε πάλι στην πολυθρόνα. «Θα περάσει μόλις πιω το χάπι…» Μα ο χρόνος περνούσε και χειρότερα γινόταν. Πήρε τηλέφωνο τη μικρή της, τη Νατασούλα. «Μαμά, είμαι σε σύσκεψη, θα σε πάρω αργότερα!» Τον γιο της: «Γιέ μου, δεν αισθάνομαι καλά και τα χάπια τελείωσαν… Θα μπορέσεις μετά τη δουλειά—» «Μαμά, δεν είμαι γιατρός! Πάρε το ΕΚΑΒ!», την έκοψε. Η Άννα έγειρε πίσω, προσπαθώντας να μετρήσει ως το εκατό. Ξαφνικά ακούει τον ήχο του τηλεφώνου. Δύσκολα απαντά. «Άννα μου, ο Πέτρος είμαι! Σκέφτηκα να σε πάρω, κάτι με ανησυχεί». «Πέτρο, δεν αισθάνομαι καλά…» «Έρχομαι! Μπορείς ν’ ανοίξεις την πόρτα;» «Είναι πάντα ανοιχτή τελευταία…» Άφησε το τηλέφωνο, δεν είχε δύναμη. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε. Της ήρθαν οι αναμνήσεις από τα νιάτα: φοιτήτρια στην ΑΣΟΕΕ, δύο νεαροί αξιωματικοί με μπαλόνια στα χέρια· ήταν 9η Μαΐου, γιορτή. Στο τέλος διάλεξε τον Βασίλη· ο Πέτρος πιο ήσυχος, ντροπαλός. Χρόνια μετά, συναντήθηκαν πάλι, όλοι συνταξιούχοι στην πόλη τους. Ο Πέτρος ποτέ δεν παντρεύτηκε, πάντα μόνος. «Στην αγάπη δεν μου κάθεται», έλεγε αστειευόμενος. Η Άννα άκουσε φωνές· άνοιξε τα μάτια: ο Πέτρος και δίπλα γιατρός. «Είναι ο άντρας της κυρίας;», ρώτησε ο γιατρός. «Ναι, ναι!» Ο Πέτρος δεν έφυγε όλη ημέρα—φρόντιζε, μαγείρευε, την κρατούσε από το χέρι. «Ξέρεις, Άννα, σε αγαπούσα πάντα μόνο εσένα, γι’ αυτό δεν παντρεύτηκα». «Ε, Πέτρο μου, με τον Βασίλη ήμουν καλά, αλλά τότε δεν ήξερες πώς να μου το πεις. Όλα περασμένα… ποιος τα γυρίζει πίσω;» «Άννα μου, ό,τι μας απομένει, να το ζήσουμε μαζί; Όσο δώσει ο Θεός, μαζί να ‘μαστε». Η Άννα ακουμπά το κεφάλι στον ώμο του Πέτρου και σκάει σε ευτυχισμένο γέλιο: «Ναι, πάμε!». Μια βδομάδα μετά, τηλεφωνεί η κόρη: «Μαμά, με είχες καλέσει, μετά το ξέχασα…» «Τίποτα, κορίτσι μου. Τώρα είμαι καλά. Ε, να σου πω να μη σου ‘ρθει έκπληξη… Παντρεύομαι!». Παύση στην άλλη άκρη. «Μαμά, είσαι με τα καλά σου; Εδώ και καιρό σε περιμένουν στο νεκροταφείο κι εσύ πας να παντρευτείς; Ποιος είναι ο ατσίδας;» Η Άννα με δάκρυα, αλλά σταθερά, λέει: «Αυτό είναι δικό μου θέμα!» και κλείνει. Στρέφεται στον Πέτρο: «Έρχονται και οι τρεις απόψε. Ετοιμάσου!» «Θα τα βγάλουμε πέρα!», γέλασε ο Πέτρος. Πράγματι, το βράδυ: «Μαμά, πού γνώρισες αυτόν τον καρδιοκατακτητή;», ειρωνεύτηκε ο Ιγνάτης. «Σας ξέρω όλους χρόνια… Την Άννα την αγαπώ απ’ τα νιάτα μου, και όταν τη βρήκα έτσι, δεν άντεχα να τη χάσω. Της έκανα πρόταση, το δέχτηκε», είπε ο Πέτρος. «Για να της φας το σπίτι ήρθες, έτσι;», ρώτησε η Νατάσα με το ύφος της δικηγορίνας. «Παιδιά, φοβηθείτε τον Θεό! Όλοι έχετε δικό σας σπίτι!» «Ναι, αλλά και στο δικό σου μάς ανήκει κάτι!» «Δεν θέλω τίποτα! Αλλά ακούστε, να μιλάτε όμορφα στη μάνα σας!», είπε ο Πέτρος αυστηρά. «Εσύ ποιος είσαι που μιλάς έτσι;», εξαγριώθηκε ο Ιγνάτης. Ο Πέτρος τον κοίταξε στα μάτια ατάραχος: «Είμαι άντρας της μάνας σας – είτε το θέλετε είτε όχι!» «Εμείς είμαστε τα παιδιά της!» φώναξε η Ιρώ. «Αύριο θα τη στείλουμε γηροκομείο ή στο Δαφνί!», συμπλήρωσε η Νατάσα. «Ούτε να το σκέφτεστε! Ετοιμάσου, Άννα, φεύγουμε!» Κρατημένοι χέρι με χέρι, έφυγαν. Πίσω τους τα παιδιά, ανίκανα να καταλάβουν: Ποια αγάπη στα εβδομήντα;