Όρια αντοχής
Τι έπαθες και είσαι έτσι κατσούφης; Με την Δέσποινα τα τσουγκρίσατε; πείραξε ο Σωτήρης τον φίλο του, παρατηρώντας την σκοτεινιά στα χαρακτηριστικά τού Μανόλη. Μην στεναχωριέσαι, οι γυναίκες είναι απρόβλεπτες σήμερα γκρινιάζουν, αύριο σε λατρεύουν· δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς εσένα!
Χωρίσαμε, μουρμούρισε ψυχρά ο Μανόλης, με ύφος που δεν επέτρεπε διάλογο. Κι ας μη συνεχίσουμε αυτό το θέμα.
Ο Σωτήρης πάγωσε με το στόμα μισάνοιχτο. Κοίταζε με γουρλωμένα μάτια, λες και είχε χάσει για λίγο τον κόσμο· χωρίσανε; Αυτό ήταν αδιανόητο γνώριζε τον φίλο του καλά, ήξερε με τι αφοσίωση λάτρευε τη Δέσποινα. Δεν ήταν απλός ενθουσιασμός ο Μανόλης είχε σχεδόν θεοποιήσει την αγαπημένη του.
Θυμόταν καλά τους καιρούς που ο φίλος του μεταμορφώθηκε. Με μια σκεπτικιστική διάθεση παρακολουθούσε τις αδέξιες βιασύνες με τεράστιες ανθοδέσμες από τριαντάφυλλα μετά τη δουλειά, τα δαχτυλίδια και τα σκουλαρίκια της Folli Follie που αγόραζε με καμάρι για τη Δέσποινα, τις αφηγήσεις του για το νέο εστιατόριο με θέα στην Ακρόπολη. Κάθε Παρασκευή βράδυ δείπνο σε καινούργιο στέκι, κάθε Σάββατο ΚΘΒΕ ή Εθνική Πινακοθήκη. Παλιότερα ο Μανόλης σιχαινόταν τέτοιες εξόδους προτιμούσε ποδόσφαιρο και ψάρεμα παρά εκθέσεις και παραστάσεις. Μα για τη Δέσποινα τα άλλαξε όλα, γκρέμιζε τις συνήθειές του.
Με ξάφνιασες, είπε τελικά ο Σωτήρης, μην πιστεύοντας στ αυτιά του. Τι είχε συμβεί και έπεσε το παραμύθι τους; Τόσα λεφτά ξόδεψες! Από τους φίλους είχες αποκοπεί! Έχτιζες σπίτι! Και τώρα, τέλος;
Δεν ήθελε να ακούγεται επικριτικός, μα η λύπη ήταν μεγάλη. Πραγματικά συμπαθούσε τον φίλο του, που είχε μεταμορφωθεί από αγάπη κι έμοιαζε τώρα συντριμμένος.
Τέλος, επιβεβαίωσε κοφτά ο Μανόλης, βυθίζοντας τα μάτια στην οθόνη του λάπτοπ. Προσποιήθηκε πως θυμήθηκε ξαφνικά επείγουσα δουλειά, ενώ τα δάχτυλά του έτρεμαν άσκοπα στο πληκτρολόγιο. Δεν ήθελε να συνεχίσει όμως ούτε και να πληγώσει τον φίλο του.
Μέσα του ήταν καταιγίδα! Καταλάβαινε πως ο Σωτήρης ανησυχούσε, μα ήθελε μονάχα να τον αφήσουν μόνο. Ούτε στον καφέ δεν μπορούσε να ηρεμήσει! Δεν άντεχε να μιλήσει. Γιατί δεν το βλέπουν;
Βαθιά, η πληγή ακόμη γυμνή: τη Δέσποινα την αγαπούσε χωρίς υπολογισμούς, χωρίς όρια. Γι αυτό ο πόνος από τον χωρισμό τον έσφιγγε διπλά
~~~~~~~~~~~~~~
Γνωρίστηκαν τυχαία. Εκείνη την παράξενη μέρα, η Δέσποινα είχε μπει σ ένα σούπερ μάρκετ στο Γαλάτσι μετά τη δουλειά ήθελε να γεμίσει το ψυγείο για όλη τη βδομάδα. Περιδιάβαινε αργά ανάμεσα στα ράφια, παίρνοντας ντομάτες, φακές, φέτα και σακουλάκια με μυρωδικά. Μόλις όμως έφτασε στο ταμείο, από το καρότσι της βγήκαν τρεις μεγάλες γεμάτες σακούλες. Αναστέναξε, φανταζόμενη το ταξίδι ως το σπίτι. Το διαμέρισμα μόλις δυο στάσεις με το τρόλεϊ, μα με τέτοιο φορτίο γινόταν κανονική οδύσσεια. Έβγαλε το κινητό να ψάξει ταξί, μα η εφαρμογή έλεγε πεισματικά: Διαθέσιμο όχημα: κανένα. Ξαναδοκίμασε ίδιο αποτέλεσμα.
Ακούμπησε τις σακούλες στο πάτωμα, σκούπισε με το χέρι ανύπαρκτο ιδρώτα, έριξε τη ματιά γύρω. Κόσμος να πηγαινοέρχεται, κάποιοι με καρότσια, άλλοι στα φρούτα. Τότε τον πρόσεξε: ένας άντρας την κοίταζε προσεχτικά. Κρατούσε μια μπουκάλα ανθρακούχο νερό και ελληνικό καφέ. Το βλέμμα του θερμό, συμπονετικό.
Να σας πάω εγώ, ξαφνικά της είπε, πλησιάζοντάς την με ένα βήμα.
Η Δέσποινα ξαφνιάστηκε συνήθως έλυνε τα πάντα μόνη, δεν ήταν των παραχωρήσεων.
Άβολα λίγο, άρχισε να λέει, αλλά τα χέρια της κιόλας διαμαρτύρονταν από το βάρος. Εντάξει, μόνο καφέ δεν σας κερνάω. Ούτε τσάι!
Ακούστηκε πιο πολύ χαριτωμένο παρά προειδοποίηση. Ούτε που ήξερε γιατί το είπε ίσως για να σπάσει τον πάγο.
Ο άνδρας γέλασε δυνατά, το γέλιο του ζεστό, κεφάτο.
Εντάξει, χαμογέλασε. Ούτε καν θα ζητήσω να ανεβώ.
Σήκωσε αβίαστα τις σακούλες και βγήκαν μαζί στον δρόμο. Το αυτοκίνητο γυαλιστερό, ατσάλινο Hyundai έστεκε λίγο παρακάτω. Στο δρόμο, η κουβέντα κυλούσε φυσικά. Ο Μανόλης έτσι συστήθηκε ήταν ζωηρός και οξυδερκής, με χιούμορ που επεσήμανε την τρέλα της καθημερινότητας. Στην αρχή η Δέσποινα χαμογελούσε μόνο διακριτικά, κι έπειτα έσκασε σε αληθινό γέλιο.
Η διαδρομή δέκα λεπτά, κι όμως, ένιωσε πως τον ήξερε χρόνια. Η ειλικρίνεια του και η αμεσότητα ξεκούραζαν την ψυχή της. Ξαφνικά, όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε στη Νέα Σμύρνη, αναρωτήθηκε μέσα της: Μακάρι να μην τελείωνε!
Ευχαριστώ για τη βοήθεια, είπε, ανοίγοντας την πόρτα. Πραγματικά χάρηκα για την παρέα.
Κι εγώ, απάντησε ο Μανόλης με φεγγαρόφωτο στα μάτια.
Και ύστερα σιωπή η Δέσποινα έπαιζε με το λουράκι της τσάντας, δίσταζε. Τελικά έβγαλε το σημειωματάριο και έγραψε το κινητό της.
Ορίστε, του έδωσε το χαρτάκι. Αν ποτέ θέλετε, μπορείτε να μου τηλεφωνήσετε.
Σίγουρα θα πάρω, υποσχέθηκε ο Μανόλης, φυλάγοντας πολύτιμα τον αριθμό στην τσέπη του πουκαμίσου.
Και πήρε την επόμενη κιόλας μέρα. Την κάλεσε σε ένα εστιατόριο στα Εξάρχεια με ζωντανή μουσική, ατμόσφαιρα ζηλευτή. Η Δέσποινα δέχτηκε χωρίς καλά-καλά να καταλάβει πώς είχε χαθεί η επιφυλακτικότητά της.
Κι όλα κύλησαν μαγικά. Οι μέρες περνούσαν βόλτες, κουβέντες ως αργά, μικρές εκπλήξεις. Ο Μανόλης όλο σκεφτόταν να της ζητήσει να μείνουν μαζί: Χώρο έχω, τι με νοιάζει! Φανταζόταν τον εαυτό του ευτυχισμένο, να επιστρέφει σπίτι, όπου τον περίμενε ο άνθρωπός του.
Μια βραδιά πήγαν στο ίδιο εστιατόριο, στη γωνία που είχαν καθίσει στο πρώτο ραντεβού. Η Δέσποινα, φωτισμένη από τη ζεστή λάμπα, σωπαίνει ξαφνικά, χαϊδεύει το γλυκό της αφηρημένα.
Δεν σου το είπα, μουρμούρισε, τα μάτια χαμηλωμένα, γιατί δεν πίστευα ότι θα υπάρχουμε εμείς. Όμως
Ο Μανόλης πάγωσε· στο κεφάλι του βροντούσε σκέψη: Μη μου πεις πως έχει άντρα! Έσφιξε ασυναίσθητα το τραπέζι.
Έχω έναν γιο, εφτά χρονών, τον Αρίστο τον λατρεύω και δεν τον εγκαταλείπω.
Ο Μανόλης ρούφηξε τον αέρα με λαχτάρα, είδε το πάθος του να ζεσταίνει τα πάντα.
Θεοί μου, άφησε να ξεφύγει γελώντας. Ενόμιζα θα μέλεγες για άντρα! Παιδί; Ονειρευόμουν πάντα να αποκτήσω, δεν με νοιάζει καθόλου! Θες να σας βοηθήσω να μαζέψετε και να έρθετε να μείνετε σπίτι μου; Έχω άπλα!
Ήταν εγκάρδιος, δίχως αμφιβολία. Η σκέψη μιας αληθινής οικογένειας τον φώτιζε. Φαντάστηκε τη Δέσποινα και τον Αρίστο στο τραπέζι του, το γέλιο του παιδιού να ηχεί: «Μπαμπά!»
Μα εκείνη δεν μοιράστηκε την έξαψή του. Με βλέμμα γεμάτο αμφιβολία, απομακρύνθηκε από το τραπέζι.
Ο Αρίστος πρέπει πρώτα να συνηθίσει πως πιθανόν να αποκτήσει πατέρα· ο παλιός μου άντρας χάθηκε, δεν θέλει επαφή μαζί του. Κι ο γιος μου το έχει βιώσει σκληρά ήταν τόσο μικρός Με ρωτούσε συνέχεια Πότε θα έρθει ο μπαμπάς;
Η φωνή της έσπασε, κι ο Μανόλης έπιασε απαλά το χέρι της. Πήρε βαθιά ανάσα.
Δεν θα φύγω. Απλώς ας γίνει σταδιακά. Θέλω να είμαι στη ζωή σας και των δύο. Μόνο όταν κι εσείς το θέλετε.
Για πρώτη φορά, η Δέσποινα χαμογέλασε ολοφάνερα. Ήταν χαμόγελο ευγνωμοσύνης· ανακούφισης, με μια σπίθα ελπίδας.
Ο Μανόλης προσπαθούσε να δώσει θάρρος λέγοντας πως θα τα καταφέρει με το παιδί, πως θα γίνουν όλοι μια οικογένεια. Όμως μέσα του γυρνούσε μια σκιά. Δεν είχε ποτέ συνυπάρξει με μικρα παιδιά τα ανιψάκια ήταν μωρά και οι φίλοι του στα ίδια. Δεν ήξερε πώς να φερθεί σ έναν εφτάχρονο.
Όλα καλά, θα τα πάμε μια χαρά! έλεγε με εύθυμο τόνο. Αλλά πώς να δεθεί μαζί μου αν δεν ζήσουμε έστω και λίγο μαζί;
Η Δέσποινα το καλοσκεφτόταν, δάγκωνε τα χείλη. Το καταλάβαινε, αλλά κάτι μέσα της φοβόταν τον Αρίστο, που ακόμα κουβαλούσε σημάδια εγκατάλειψης.
Έλα, μείνε δυο φορές τη βδομάδα στο σπίτι μας, πρότεινε συνεσταλμένα. Κι αφού δέσει η σχέση, πάμε όλοι στο δικό σου! Αλλά μένει μαζί μου και η μάνα μου. Ωστόσο δεν θα ενοχλεί, το τάζω!
Ο Μανόλης συγκρατήθηκε να μην γελάσει. Δε θα ενοχλεί; σκέφτηκε και του ήρθαν εικόνες κλασικών Ελληνίδων πεθερών, έτοιμων να διορθώσουν τα πάντα.
Ωστόσο, ανατράπηκαν όλα. Η κυρία Σοφία, μάνα της Δέσποινας, ήταν μειλίχια, χαμογελαστή, με τρόπους κόσμιους ούτε μια ερώτηση για τα παλιά ή βιασύνη για το μέλλον. Συνεχώς έλεγε στη θυγατέρα:
Στάσου τυχερή, Δέσποινά μου, που γνώρισες σωστό παλικάρι.
Η Σοφία χαιρέτισε διακριτικά τη νέα σχέση. Ο Μανόλης χαλάρωσε κανένα εμπόδιο εκεί.
Με τον Αρίστο όμως; Δύσκολα τα πράγματα. Ο μικρός, μόλις έβλεπε τον Μανόλη, σουφρωνόταν. Σιωπούσε, απομακρυνόταν, έκλεινε την πόρτα, αρνούταν κάθε επικοινωνία.
Σταδιακά απρόσμενες ταλαιπωρίες: κόκκινη μπογιά στα ολοκαίνουρια παπούτσια, ξεσκισμένο πουκάμισο, μια μέρα τσάι χυμένο πάνω στο λάπτοπ. Μπογιές, μισοκατεστραμμένο λάπτοπ (έκανε ώρες να το στεγνώσει), έκπληξη μετά την άλλη.
Η Δέσποινα προσπαθούσε πάντα να μεσολαβήσει. Αναστέναζε, έλεγε είναι παιδί ακόμα, δύσκολη προσαρμογή, έκανε ό,τι μπορούσε να κρατήσει ηρεμία.
Ο Μανόλης κρατούσε την ψυχραιμία όσο μπορούσε. Έβλεπε ότι ο Αρίστος δεν έκανε σκέτες αταξίες επέμενε πεισματικά να τον διώξει. Μέσα του το ηφαίστειο φούσκωνε.
Ένα βράδυ η υπομονή εξαντλήθηκε. Ετοιμαζόταν για ύπνο, όταν ο μικρός ορμάει φουριόζος με ένα μπουκάλι χλωρίνης, το αδειάζει στο κρεβάτι. Η μυρωδιά πνιγηρή.
Γιατί το έκανες αυτό;
Θέλω να κοιμάμαι με τη μαμά, αυτό είναι άχρηστο δωμάτιο, και συ να φύγεις! Εσύ δεν έχεις θέση εδώ!
Τα λόγια του τον χτύπησαν βίαια. Ο Μανόλης σηκώθηκε αργά, με τα χέρια να τρέμουν έτοιμα να σφαλίσουν.
Τραβάει τον ζωναρά του μηχανικά, τον διπλώνει στην παλάμη του, τον χτυπά δυνατά όχι στο παιδί, αλλά όσο να ακουστεί. Η σιγή παχιά σαν καταχνιά.
Ο Αρίστος, βλέποντας το κίνημα, ούρλιαξε. Έτρεξε στη μάνα του.
Μαμάα! Θέλει να με δείρει! Είναι κακός! Σου τα έλεγα!
Η Δέσποινα αγκάλιασε τον γιο της μ όλο το σώμα.
Μανόλη! Πού πας να τον ακουμπήσεις; Είναι παιδί! Δεν σου επιτρέπω! Μία κίνηση να κάνεις και θα πάω στην αστυνομία!
Ο Μανόλης στεκόταν, τα μάτια να καίνε. Όλα του φαίνονταν δικαιολογημένα, ήθελε να σφίξει το ζωναρά στο χέρι, να ξορκίσει την αδικία.
Έχεις καταντήσει το παιδί σωστό νταή, είπε από τα δόντια του.
Το επόμενο λεπτό το κατάλαβε: σε αυτό το σπίτι δεν ήταν κανείς. Κανείς για κανέναν· χωρίς δικαιώματα.
Έστριψε απότομα, άρχισε να πετά στη βαλίτσα του ό,τι βρήκε. Άτσαλα, μηχανικά.
Πάλι εγώ ο φταίχτης; μούγκρισε, χωρίς να τη βλέπει. Όταν ο μικρός βάλει χλωρίνη στον καφέ σου, να μην κλαις
Η Δέσποινα, ακόμα αγκαλιά με τον μικρό, κατάλαβε αργά τι συμβαίνει.
Μανόλη, πού πας; Κι εμείς; ψιθύρισε αδύναμα.
Ο Μανόλης ούτε γύρισε να τη δει.
Εμείς; Ποιο εμείς; Τον γιο σου τον αφήνεις να με διώχνει κάθε μέρα. Ποτέ δεν τον τιμώρησες πάντα του έβρισκες δικαιολογίες. Δεν μπορώ άλλο!
Ο μικρός στεκόταν με πείσμα πίσω της, ασυγκίνητος, με φλογερό βλέμμα.
Η Δέσποινα πήγε να τον πιάσει από το χέρι. Ο Μανόλης όμως είχε κλειδώσει το βλέμμα.
Δεν γίνεται! εκσφενδόνισε, ρίχνοντάς της μια βαριά ματιά. Δεν αντέχω να μεγαλώνεις ένα κακομαθημένο να κάνει κουμάντο.
Ο Αρίστος είναι παιδί μου για πάντα στο πλευρό του θα είμαι! ύψωσε τη φωνή της εκείνη. Θέλει αγάπη και υπομονή, όχι βία!
Χρειάζεται πειθαρχία! ξέσπασε ο Μανόλης.
Ήξερε πως το παράκανε μα ήταν αργά. Η Δέσποινα μαζεύτηκε, δάκρυα φουρνιστά.
Χωρίς άλλη κουβέντα, ο Μανόλης βγήκε, ακουμπώντας ελαφρώς τον ώμο της όχι σκόπιμα, αλλά εκτός εαυτού.
Στον διάδρομο, έπεσε πάνω στην κυρία Σοφία που στεκόταν ακίνητη.
Συγχωρέστε με Τίποτα δεν θα βγει από μένα και τη Δέσποινα.
Η κυρία Σοφία μόνο αναστέναξε, πέρασε το χέρι από το μέτωπο σαν να έσβηνε όνειρα.
Σας καταλαβαίνω, παιδί μου Ούτε εγώ αντέχω πια τον μικρό, θα φύγω μάλλον στο χωριό. Ας διαχειριστεί τα δικά της πλέον
Ο Μανόλης κοντοστάθηκε, ήθελε κάτι να πει, μα σώπασε. Έγνεψε, ξεκλείδωσε και βγήκε.
Στην πολυκατοικία ακούγονταν μακρινές φωνές όλα βουβά. Βγήκε στον δρόμο, ο αέρας τον χτυπούσε. Ήξερε πως καλά έκανε και έφυγε, μα δεν ένιωθε λυτρωμένος.
Καταλάβαινε ο Αρίστος ένιωθε εγκατάλειψη, τον φόβιζε ένας ξένος άντρας στο σπίτι. Αλλά πού σταματά η δυσκολία κι αρχίζει η κακία; Ο μικρός δεν απλώς αδιαφορούσε πάσχιζε να τον ξενιτέψει.
Το πέτυχε επανέλαβε μέσα του. Τον τσάκισε το πείσμα του παιδιού και η αδυναμία της μάνας να βάλει όρια.
Σταμάτησε σε μια διασταύρωση, κοίταξε το πράσινο φανάρι. Θυμόταν την πρώτη τους τυχαία συνάντηση, τα ζεστά βράδια εκείνης της άνοιξης στη Δέσποινα. Πίστευε πως θα έφτιαχναν κάτι ουσιαστικό οικογένεια.
Τώρα όλα σωριάστηκαν. Κι όχι για κάποιο κακό μεγάλο, αλλά μέσα από μικρές καθημερινές μάχες. Γιατί για τη Δέσποινα, ένα παιδί κακομαθημένο μέτρησε πάνω από τη σχέση τους. Αν έβαζε όριο, αν έστω μια φορά τον επέπληττε
Δεν ήταν γραφτό, παραδέχτηκε καταμεσής του δρόμου.
Η φράση αντηχούσε ακαθόριστα σαν κύματα σε σπηλιά. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως έκανε το σωστό, πως η ζωή συνεχίζεται, πως κάπου υπάρχει κάποια για την οποία θα μετράει αληθινά.
Μα η καρδιά του έμενε πεισματάρικα πίσω στην απουσία της Δέσποινας, στο γέλιο και τα μάτια της, στα σπάνια βράδια που ήταν μόνοι, χωρίς ζήλιες και απειλές. Τα συναισθήματά του κοχλάζανε. Μόνο ο χρόνος μπορούσε να βάλει τάξη.
Μπήκε στο αλσύλλιο Καλλιθέας, κάτω από χαμηλά φώτα και φυλλώματα. Όλα γύρω του θύμιζαν γαλήνη που δεν είχε. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον Σωτήρη ίσως αύριο να πάει για καφέ, να πιει μια μπίρα στην Πατησίων. Η ζωή τραβούσε μπροστά, ακόμη κι αν η ψυχή έμενε λίγο πίσω.




