Καθώς η Αλεξάνδρα, η κομμώτρια μου, με χτένιζε στο κεφάτο κομμωτήριο της στην Καλλιθέα, είχαμε μια κουβέντα που για μένα είχε μεγάλη αξία. Εδώ και καιρό σκεφτόμουν αν πρέπει να γράψω το παιδί μου σε ένα ωδείο. Υπήρχαν δύο σοβαρές αντιρρήσεις: έπρεπε να αγοράσω ένα πιάνο και όλη η ευθύνη το να πηγαίνω το παιδί στα μαθήματα και να του προσφέρω βοήθεια έπεφτε πάνω μου. Από την άλλη, η κόρη μου είχε έναν μεγάλο πόθο να ασχοληθεί με τη μουσική.
Εκείνη τη στιγμή, η Αλεξάνδρα μου αφηγήθηκε τη δική της ιστορία: «Γεννήθηκα σε μια μικρή πόλη, τη Ναύπακτο. Πάντα αγαπούσα το τραγούδι και έψαχνα κάθε ευκαιρία να εξασκηθώ με φίλους, σε πολιτιστικούς συλλόγους, ακόμα και με τους μουσικούς δασκάλους του σχολείου. Αφοσιώθηκα στη μελέτη της μουσικής και έμαθα να παίζω πιάνο. Ήξερα από νωρίς πως η μουσική ήταν η κλήση μου. Όλοι όσοι με άκουγαν τραγουδώντας αναγνώριζαν το ταλέντο μου.
Όμως, στην πόλη μας δεν υπήρχε σοβαρή μουσική εκπαίδευση. Μία φορά, όταν ήμουν περίπου εννιά χρονών και πήγαινα ακόμα στο δημοτικό, μπήκε στην τάξη μας μια ομάδα ανθρώπων. Μας είπαν να χειροκροτήσουμε και μετά επέλεξαν μερικά παιδιά για να τραγουδήσουν. Τρεις από εμάς, μαζί κι εγώ, μας κάλεσαν στην αίθουσα εκδηλώσεων. Για αρκετό καιρό πηγαίναμε με τη σειρά στο πιάνο, παίζαμε τις μελωδίες που μας έδιναν, χτυπούσαμε παλαμάκια και μαντεύαμε νότες. Πέρασαν μήνες και σχεδόν ξέχασα το περιστατικό. Όμως, τελικά η μητέρα μου βρήκε ένα φάκελο με κόκκινα και έντονα γράμματα που έγραφε «ΑΙΤΗΣΗ» στο γραμματοκιβώτιο. Ήμουν η μόνη μαθήτρια από το σχολείο που είχε επιλεγεί σε μια ξακουστή μουσική σχολή στην Αθήνα.
Η σχολή ανέλαβε όλες τις δαπάνες, δεν μας ζήτησαν ούτε ένα ευρώ. Όμως, η μετακόμιση στην Αθήνα συνάντησε έντονη αντίσταση από τους γονείς μου. Ήταν κάθετα αντίθετοι, κυρίως επειδή αφορούσε το όνειρό μου για μια μουσική καριέρα. Τόσο ο πατέρας μου όσο κι η μητέρα μου δούλευαν στη βιομηχανία και ένιωθαν υπερηφάνεια για τη δουλειά τους, την έβλεπαν ως τη πραγματική εργασία. Μου είπαν να ξεχάσω «τα παραμύθια» και να ψάξω ένα σταθερό επάγγελμα. Για έναν ολόκληρο χρόνο, οι προσκλήσεις έρχονταν κάθε δύο μήνες, αλλά ξαφνικά σταμάτησαν. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι είχε ραγίσει μέσα μου. Ο πόθος για το τραγούδι είχε χαθεί, και η σκέψη να πάω σχολείο έχασε τη γοητεία της. Παρ’ όλα αυτά, λίγο πριν τα δεκατέσσερα μου χρόνια μια αχτίδα ελπίδας φάνηκε: ο μαέστρος και συνθέτης ενός τοπικού συγκροτήματος έψαχνε νέα τραγουδίστρια. Ήθελε μια νεαρή κοπέλα και ανάμεσα σε πολλές υποψήφιες επέλεξε εμένα.
Ένιωσα πως οι φτερούγες της ευκαιρίας άνοιγαν πάλι πίσω μου δεν είχα χάσει το ταλέντο μου! Δυστυχώς, πρόλαβα να εμφανιστώ σε δυο ή τρεις πρόβες πριν οι γονείς μου το μάθουν και μου απαγόρευσαν να συνεχίσω λόγω ανησυχιών για τις προθέσεις του συγκροτήματος. Έτσι έφτασε το τέλος της μουσικής μου αναζήτησης. Αργότερα, σταμάτησα το διάβασμα, μπήκα σε μια παρέα που διασκέδαζε με τσιγάρα και ποτά, κάτι που τότε μου φαινόταν φυσιολογικό στη γειτονιά της Ναύπακτου. Οι περισσότεροι γύρω μου ακολουθούσαν τέτοιες συνήθειες. Μόλις τελείωσα τη Γ Γυμνασίου γράφτηκα σε λύκειο, αλλά η ζωή μου πήρε την κατηφόρα. Μέχρι σήμερα κάθε μια από αυτές τις προσκλήσεις βρίσκεται στο άλμπουμ της μητέρας μου. Συχνά τις βγάζει από εκεί, τις διαβάζει και τις βάζει στη θέση τους.
Σήμερα κατανοώ ότι το να μην στηρίξεις ένα παιδί στα όνειρά του μπορεί να σβήσει το πάθος του. Αντιλαμβάνομαι πλέον πόσο σημαντικό είναι να δίνω στην κόρη μου την ευκαιρία να ακολουθεί εκεί που φωτίζει η καρδιά της κι αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα από την ιστορία της Αλεξάνδρας.





