Τα Κλειδιά
Τον αγαπάω! Κι εσύ μου λες για ανοησίες! Δεν θέλω να ακούσω τίποτα! Μου ζηλεύεις, γι αυτό ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν! Άσε με στην ησυχία μου! Κοίτα τα δικά σου!
Η Μαριάννα δεν μιλούσε απλά δυνατά, φώναζε τόσο που και ο σχεδόν κουφός γείτονας, ο κύριος Βίκτωρας που έφτιαχνε το αμάξι του έξω από το γκαράζ, γύρισε και κοίταξε με απορία. Δεν ήταν περίεργος άνθρωπος και αυτό σήμαινε ένα πράγμα: η Μαριάννα είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
Είχε τα δικά της θέματα Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευε.
Για τη Μαριάννα, ο έρωτας ήταν απαραίτητος σχεδόν η ίδια της η ψυχή. Κενά μεταξύ ερώτων υπήρχαν, μα ήταν τόσο σύντομα που μπορούσαν να τα παρατηρήσουν μόνο η μάνα της και η αδερφή της, η Ελευθερία. Η μητέρα της είχε φύγει πια από τη ζωή, και η Ελευθερία αρνιόταν πεισματικά να τη συμπονέσει ή να την καταλάβει.
Χωρίς αυτό το υπέροχο συναίσθημα, η Μαριάννα απλά υπήρχε, δεν ζούσε. Το βλέμμα της έπαιρνε μια χαμένη έκφραση, οι σκέψεις της έφευγαν σε όλα τα μήκη και πλάτη, και το νευρικό της σύστημα αποδιοργανωνόταν τόσο, που οι συνάδελφοί της τη ρωτούσαν:
Μήπως να πας στη φαρμακοποιό, να πάρεις ηρεμιστικά, Μαριάννα; Δύσκολη έχεις γίνει πάλι…
Η Μαριάννα έσφιγγε τα χείλη, έτριζε τα δόντια της σιωπηλά και έφερνε στο μυαλό της όλα τα άσχημα που σκεφτόταν για τις «παραδοσιακές» κυρίες.
Αυτές τα έχουν όλα! Άντρες στο σπίτι, παιδιά να παίζουν… Εγώ; Ούτε σπίτι, ούτε άντρα! Και ούτε διαφαίνεται κάτι στον ορίζοντα! Εντάξει, έχω τον γιο μου, τον Πέτρο, αλλά να πεις και τυχερό παιδί δεν τον λες… Ακόμα και στα συγκριτικά με τα ξαδέρφια του, χάνει παντού. Τα παιδιά της Ελευθερίας; Ο Μάριος παίζει μπάλα, άριστος στο σχολείο διαψεύδει τη θεωρία ότι μυαλό και σώμα δεν πάνε μαζί. Η Μυρτώ, η μικρή, τραγουδάει και χορεύει στον χορευτικό όμιλο και ταξιδεύει σε φεστιβάλ. Δεν είδα τόσα όσο αυτή μέσα σε δέκα χρόνια…
Πόσο άδικο! Γιατί; Κι εγώ κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια δοκίμαζα διάφορα, αλλά πουθενά δεν έμενα άλλαζα συχνά. Τί να κάνω; Στην καρδιά δεν δίνεις εντολές! Άμα βαριόμουν, έφευγα και έψαχνα κάτι καινούργιο.
Έτσι πρέπει! Ν ακούς την εσωτερική σου φωνή. Μία ζωή έχουμε. Κανείς δε σου φέρνει τη χαρά στο ασημένιο δίσκο: «Πάρε, Μαριάννα, όλα δικά σου! Μη ντρέπεσαι, δικά σου!».
Το είχε καταλάβει από μικρή. Θυμάται την Ελευθερία να διαβάζει κι αυτή να ντύνεται για τη σχολική ντίσκο:
Πρόσεχε, Ελευθερία! Θα γίνεις τόσο ξερή στο διάβασμα, και ποιος θα σε πάρει μετά; Δεν θυμάσαι τι έλεγε η γιαγιά; Η γυναίκα δεν πρέπει να είναι πιο έξυπνη από τον άντρα! Κανένας δε σε κοιτάει!
Και τι με νοιάζουν τώρα τα αγόρια! Κι η γιαγιά δεν έλεγε ακριβώς αυτό!
Το πώς τέλειωσαν το σχολείο, τα λέει όλα: Η Ελευθερία με άριστα· η Μαριάννα, μέτρια. Όπως σχεδόν όλοι.
Εκλογή επαγγέλματος δεν υπήρχε. Η Μαριάννα ονειρευόταν να γίνει ζαχαροπλάστισσα. Από παιδί στεκόταν μπροστά στις βιτρίνες με καλάθια γλυκών, παρακαλώντας να της πάρουν, να χαζέψει τα χρώματα κι ύστερα να αρχίσει να φτιάχνει όμοιες δημιουργίες με πλαστελίνη.
Τα μονοπάτια τους, χωρίστηκαν.
Η Ελευθερία πήγε να μείνει στη γιαγιά, που είχε ανάγκη φροντίδας και το σπίτι της βόλευε γιατί ήταν κοντά στη σχολή. Όλοι ανακουφίστηκαν: η γιαγιά είχε παρέα, η Ελευθερία γλιτώνει τον χαμό της μετακίνησης. Ηρέμησαν και οι δυο.
Γρήγορα παντρεύτηκε τον Στέφανο. Η γιαγιά της είπε: «Ζήστε, παιδιά! Όλοι χωράμε εδώ». Δεν κράτησε μυστικό τα σχέδιά της για το σπίτι:
Εσύ, Ελευθερία, με τον Στέφανο το διαμέρισμα. Η Μαριάννα, το δωμάτιο του παππού, εκείνο στην παλιά μας πολυκατοικία. Μακάρι να προλάβαινα τα δισέγγονά μου…
Το πρώτο της δισέγγονο το χάρηκε· πρόλαβε να το κρατήσει αγκαλιά. Όταν ο Μάριος ήταν δύο, η γιαγιά έφυγε. Έναν χρόνο πάλεψε με το εγκεφαλικό αλλά η καρδιά προδόθηκε, κι η Ελευθερία έκλαψε πικρά αποχαιρετώντας τη δεύτερη μάνα της.
Οι γονείς τους δεν διαφώνησαν στην κατανομή της περιουσίας. Ξέρανε οτι το άξιζε η Ελευθερία.
Η Μαριάννα δεν έφερε αντίρρηση. Είχε τότε χαθεί σε έναν ακόμα μεγάλο έρωτα. Δεν την ένοιαζε αν της άφηναν τίποτα. Είχε τον έρωτά της.
Αν μπορώ να το πω «έρωτα» δηλαδή. Η Μαριάννα έκαιγε από πάθος, αλλά ο εκλεκτός της κοίταζε αλλού. Τον βόλευε η σχέση: να πηγαίνει η Μαριάννα, να του μαγειρεύει, να του καθαρίζει, να πλένει, χωρίς να μένει ποτέ μαζί του.
Είμαι μοναχικός τύπος, Μαρία. Δύσκολα τα πάω με τους ανθρώπους.
Ζητούσε να του τακτοποιήσει το εργαστήρι και κάθε φορά που απέρριπτε την παραμονή της, της έλεγε:
Η τέχνη, Μαριάννα, ζητάει θυσίες! Δεν μπορώ Πολύς όγκος… αγάπη, ευθύνες, δουλειές Κουράστηκα!
Η Μαριάννα σιωπούσε και θυμόταν το πορτρέτο της που είχε ζωγραφίσει για αυτήν. Ποτέ άλλος πριν δεν την είχε ζωγραφίσει. Το κράτησε αυτό σα σημάδι πως μπορεί να εμπνεύσει κάποιον.
Το πορτρέτο το πήρε ως αναμνηστικό αφού έδωσε τα χαρμόσυνα νέα πως περίμενε παιδί.
Θυμάμαι ακόμα εκείνη την ημέρα. Περπατούσε στην Ηλιούπολη, ο ήλιος έλαμπε, τα όνειρά της είχαν φτερά. Μια καινούργια ζωή! Ήταν σε έκσταση.
Κι όμως, ο άντρας της ζωής της κατσούφιασε, και της πέταξε κοφτά:
Τι παιδί; Είσαι με τα καλά σου;
Το τέλος ήταν κοινότυπο, σχεδόν ανούσιο, όπως το κενό όπου χάθηκε η ψυχή της Μαριάννας μετά απ αυτόν τον διάλογο. Τα όνειρά της έσπασαν θρύψαλα. Δεν προσπάθησε καν να φτιάξει τη χαμένη αξιοπρέπειά της. Ζήτησε απλά να πάρει το πορτρέτο της. Της το επέτρεψε μεγαλόθυμα, κι εκείνο το ίδιο βράδυ, κομμάτιασε το πορτρέτο, λέγοντας μέσα της:
Θα βρω τον δρόμο μου! Εσύ ποτέ!
Δεν έμαθε ποτέ τίποτα για εκείνον μετά. Δεν την ένοιαζε κιόλας. Είχε πια άλλες φροντίδες: το παιδί που περίμενε. Ο Πέτρος γεννήθηκε, αλλά δεν ήταν η χαρά της ζωής της αντί γι αυτό, έψαχνε πάνω του τα σημάδια του πατέρα του. Μάταια. Ο Πέτρος αποδείχθηκε ήσυχος, και ήθελε μόνο μπάλα και σκάκι. Από μόνος του βρήκε σύλλογο και πήγαινε συχνά μετά το σχολείο, αδιαφορώντας για τα παράπονα της μητέρας του:
Τι σου αρέσει τόσο εκεί; Είναι βαρετά!
Μα ο Πέτρος δεν έβρισκε τίποτα βαρετό. Το σκάκι του φαινόταν σαν κομψή χορογραφία με μαθηματικές κινήσεις. Όταν του μάθαινε κάτι ενδιαφέρον, σηκωνόταν και χόρευε στο δωμάτιο μόνος, όταν δεν τον έβλεπε η μάνα του. Τις «χορευτικές» εκρήσεις του αυτές η Μαριάννα τις φοβόταν:
Αυτά δεν είναι για αγόρια!
Η μόνη που τον καταλάβαινε ήταν η ξαδέρφη του, η Μυρτώ. Δεν καταλάβαινε γιατί η μαμά του και η θεία του μαλώνανε, αλλά θυμόταν πάντα τα σοφά λόγια της γιαγιάς: «Οικογένεια πάνω απ όλα, Πέτρο μου». Έτσι αγαπούσε τη Μυρτώ, που μοιραζόταν τη μουσική των ονείρων του.
Την ακούς; ρώταγε μαγεμένη η Μυρτώ.
Ναι. Αθόρυβη, μα όμορφη…
Κι εγώ νομίζω την ακούω. Έλα να σου δείξω!
Κι η Μυρτώ χόρευε μέσα στο δωμάτιο, συγχρονισμένη με τ αόρατα χειροκροτήματα του Πέτρου.
Μόνο που τα παιδιά δεν επιλέγουν με ποιους θα έχουν επαφή εξαρτάται από τις διαθέσεις των μεγάλων. Η Μαριάννα άλλαζε συχνά διάθεση. Αν μάλωνε ξανά με την αδερφή της, απαγόρευε στον Πέτρο να πηγαίνει στα ξαδέρφια.
Ο Πέτρος δεν είχε πολλά περιθώρια· πείσμωνε, έστηνε απεργία, δεν έτρωγε, μέχρι που η μάνα του κουραζόταν και έλεγε:
Κάνε ό,τι νομίζεις! Μας έσκασες πάλι
Δεν γνώριζε γιατί μαλώνανε. Όταν γεννήθηκε ο Πέτρος, η Ελευθερία βοήθησε πολύ. Όταν όμως η τελευταία σχέση της Μαριάννας τέλειωσε, κι έμαθε για τη διαθήκη της γιαγιάς, έφτασαν τα χειρότερα:
Δεν είναι δίκαιο! Κι εγώ δισέγγονη, όπως κι εσύ!
Δεν το ζήτησα εγώ, Μαριάννα. Να πουλήσουμε και να μοιραστούμε, αν θες! Δεν θέλω να μαλώσουμε.
Όχι! Δεν θέλω ελεημοσύνες. Όλα σ αγαπούσαν πιο πολύ! Ακόμα και η γιαγιά! Εμένα, ποτέ κανείς!
Μα τι λες; Κι εγώ κι οι γονείς μας;
Αν με αγαπούσατε, θα με καταλαβαίνατε!
Μα…
Φτάνει! Τίποτα πια!
Η πίκρα και το παράπονο τρύπωσαν στη σχέση τους, άφησαν εκεί το φωλιά τους. Υπενθύμιζαν τις μικρές και μεγάλες αδικίες: την κούκλα σε ροζ φόρεμα που είχε πάρει η Ελευθερία· τη μάσκαρα που πήρε δώρο όταν την ονειρευόταν η ίδια. Από αυτά τα κομματάκια, σκέφτηκε η Μαριάννα, χτίζονται σπίτια, μόνο που το δικό της ήταν στραβό και διόλου χαρούμενο. Όλα τα καλά πήγαν στην αδερφή της: σπίτι, σύζυγος, δουλειά, παιδιά καλύτερα, ενώ ο δικός της Πέτρος… πάντα στο κόσμο του.
Η Ελευθερία δεν ξέρει το πέταγμα, τη φαντασία, τι είναι να θες τη ζωή στο φουλ, έλεγε. Αυτή ζει μια ψεύτικη αγάπη, τον Στέφανο σαν «μοναδική ευτυχία». Η δικιά μου αγάπη, όμως, είναι κάτι άλλο κλειδιά για την ευτυχία που λίγοι τα κρατάνε. Αυτά, η Ελευθερία δεν τα ξέρει!
Η Ελευθερία ένιωθε το παράπονο, αλλά ήξερε πότε να φυσήξει να σκορπίσει το φωλιάσμα της κακίας. Μερικά λεπτά να νοιώσει τον αέρα της οικογενειακής καρδιάς ήταν για εκείνη αρκετά.
Έτσι μεγάλωσαν χωρίς γονείς. Έφυγαν μέσα στην ίδια χρονιά κι έμειναν οι δυο αδερφές απελπισμένες.
Ελευθερία, γιατί; Ήταν νέοι ακόμη! Είχαν τόσα να δώσουν!
Μαριάννα, έτσι είναι η ζωή. Ό,τι μπορούσαμε κάναμε Όλα τα άλλα… δεν τα ορίζουμε.
Δεν είναι σωστό!
Η ζωή δεν είναι δίκαιη, Μαριάννα. Ποιος είπε ότι αποδίδει με δικαιοσύνη;
Με τον καιρό, όταν η Μαριάννα πήρε τα χαρτιά της κληρονομιάς του πατρικού, ξέσπασε:
Εγώ νόμιζα ότι θα τα πάρεις κι αυτά.
Γιατί, Μαριάννα; Είμαστε ξένες;
Δεν ξέρω Είμαστε οικογένεια, αλλά ποτέ δεν με κατάλαβες
Ούτε εσύ εμένα αλλά δεν είναι αυτό το παν!
Μα όταν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνονται, τι να το κάνεις;
Αν δεν καταλαβαινόμασταν, δεν θα προσπαθούσαμε, σωστά;
Έφτασε η στιγμή που τα πράγματα με τους άντρες στη ζωή της Μαριάννας είχαν από καιρό γίνει αδιάφορα περνούσαν και χάνονταν χωρίς να αφήνουν τίποτα, μόνο μια παραπάνω απογοήτευση. Όλοι της έλεγαν πως δεν είναι για σοβαρά. Κι εκείνη το δεχόταν, μέχρι που δεν άντεχε άλλο, παρακαλούσε για κατανόηση, ζητούσε ένα κομμάτι φροντίδας και έδινε τα πάντα, πάντα με την ελπίδα ότι θα γνωρίσει κάποιον που θα της πάρει τα κλειδιά της καρδιάς της.
Ο Πέτρος, στα διαστήματα όλων αυτών των ερώτων, ζούσε κυρίως στο σπίτι της Ελευθερίας. Ο Στέφανος και η Ελευθερία τον αγαπούσαν σα δικό τους παιδί. Στο δωμάτιο του Μάριου, με τη διώροφη κουκέτα, βολευόντουσαν ωραία. Τα δύο αγόρια έπαιζαν υπολογιστή, φώναζαν στη Μυρτώ γιατί «δίχως την ομάδα, δεν γίνεται!».
Όταν η Ελευθερία ενημέρωνε τη Μαριάννα για τους επιτυχίες του Πέτρου, εκείνη έλεγε:
Εμένα με βολεύει που πηγαίνει με τον Μάριο σχολείο. Να έχετε το νου σας! Να μείνει λίγο μαζί σας, δεν πειράζει. Στη δουλειά κάτι πάει να στρώσει επιτέλους.
Καινούριος φίλος ε; Ο Κώστας;
Ναι, είναι καταπληκτικός! Θέλει να γίνουμε οικογένεια!
Σου έκανε πρόταση;
Ακόμα όχι, αλλά πάει εκεί! Μην μπλεχτείτε! Βοηθήστε με! Είναι η μεγάλη μου ευκαιρία στην ευτυχία!
Θα σε βοηθήσω.
Η Ελευθερία δεν τον πήγαινε τον Κώστα· έβρισκε παράξενο το χιούμορ του, λίγο υπεροπτικό. Τα λόγια του συχνά ήταν διφορούμενα. Και κυρίως, έβλεπε ότι ο Πέτρος είχε φύγει εντελώς από κοντά της μητέρας του.
Μια μέρα, επιστρέφοντας σπίτι, βρήκε τον Πέτρο με μελανιασμένο μάτι, κλαμένο στη διώροφη κουκέτα.
Πέτρο, τι έγινε; ρώτησε ήσυχα.
Τίποτα… γρύλισε ο Πέτρος.
Η Ελευθερία ξάπλωσε δίπλα του, τον χάιδεψε απαλά, ψηλαφώντας το πρησμένο μάτι.
Ο Κώστας;
Ο Πέτρος ξέσπασε σε κλάμα:
Δεν μπορεί να μιλάει έτσι στη μαμά μπροστά μου! Δεν έχει δικαίωμα! Και όταν του είπα να μην τη φωνάζει, με χτύπησε. Άκαρδος.
Η Μαριάννα δεν ήξερε τι να πει ή να κάνει, μόνο ψέλλισε:
Πέτρο, γιατί το έκανες; …
Εκείνος δεν την άκουγε. Σηκώθηκε, ετοίμασε τα πράγματά του και πήγε στην Ελευθερία.
Η Ελευθερία σήκωσε αμέσως το τηλέφωνο:
Μαριάννα, πρέπει να μιλήσουμε. Δεν πάει άλλο.
Πήγαν κάτω, στη γειτονιά, και η Μαριάννα έκλαιγε απελπισμένη γιατί ο Κώστας είχε πάρει τα πράγματά του και είχε φύγει, κατηγορώντας την για όλα.
Δεν με καταλαβαίνεις! Τον αγαπάω! φώναξε η Μαριάννα.
Ποιον; Αυτόν που χτυπάει το παιδί σου; Έχεις μυαλό καθόλου; Αν τολμήσεις να αφήσεις άλλον να αγγίξει ξανά τον Πέτρο, θα σου πάρω το παιδί μια για πάντα!
Το παιδί μου; Είναι πια δικό σου. Μια ζωή ό,τι αγαπώ μου το παίρνεις. Το σπίτι, τον Πέτρο, τα πάντα!
Τι ακριβώς σου πήρα;
Τη ζωή! Τα κλειδιά μου!
Ποια κλειδιά;
Η Ελευθερία κόμπιασε για μια στιγμη, ξαφνιάστηκε. Ποια κλειδιά, Μαριάννα; Και τότε ένιωσε πως ό,τι είχαν μεταξύ τους ήταν έτοιμο να κοπεί για πάντα.
Της ευτυχίας, Ελευθερία… Εσύ τα έχεις! Εγώ, τίποτα…
Τότε η Ελευθερία την αγκάλιασε σφιχτά:
Έλα, έλα εδώ, γλυκιά μου… Δεν είσαι χαζή· ευαίσθητη είσαι! Πολύ τρυφερή! Μόνο, μην ψάχνεις την αγάπη σε λάθος πόρτες. Δεν σου πήρα τίποτα, ο καθένας κουβαλάει το δικό του δέμα. Εγώ τα κρατώ τα κλειδιά για μένα, εσύ θέλεις να τα δώσεις σε κάποιον άλλον, όλη την ώρα.
Και ποιο είναι το σωστό;
Δεν ξέρω. Θα το δείξει η ζωή…
Μα δεν είμαι απαραίτητη σε κανέναν…
Σ εμένα είσαι! Στον Πέτρο είσαι! Δεν σου φτάνει;
Δεν ξέρω…
Ξεκίνα μ αυτό. Τα υπόλοιπα θ ακολουθήσουν.
Κι αν όχι;
Τότε, ίσως ψάχνεις για τις λάθος πόρτες με τα κλειδιά σου. Δεν θ ανοίξουν ποτέ αυτές, κι ούτε θα βρεις αυτό που θες.
Έχεις δίκιο…
Θα πας να δεις τον Πέτρο;
Δεν θα με συγχωρέσει…
Ο Πέτρος ξέρει πολύ περισσότερα απ ό,τι νομίζεις, μα σου το λέω: δεν θα ναι εύκολος ο διάλογος μαζί του.
Το ξέρω…
Πάμε τότε, φτάνει οι δεύτερες ευκαιρίες. Θα δεις πως ο Πέτρος θα βρει την άκρη.
Ο πατριός για τον Πέτρο ήρθε πολλά χρόνια μετά. Η Μαριάννα βρήκε τελικά αυτά που ήθελε· μπορεί ο Πέτρος να επέλεξε να μείνει στο σπίτι της Ελευθερίας, αλλά εκείνη φρόντιζε να ξέρει πως είναι αγαπητός και ότι τον περιμένει. Το νέο πρόσωπο στη ζωή της ήταν σοφότερος, και σιγά-σιγά γινόταν ο πατέρας που χρειαζόταν.
Κι όταν ο Πέτρος αποχαιρετούσε την οικογένειά του στον σταθμό πριν πάει για φαντάρος, φίλησε όλους, έσφιξε το χέρι του πατριού του κι είπε:
Πρόσεχε τη μαμά!
Και ο ψηλός άντρας με τα γκρίζα μαλλιά του χαμογέλασε ήρεμα και απάντησε:
Κι εσύ να προσέχεις, παιδί μου. Σε περιμένουμε!
Το ξέρω.





