Συγχώρεσέ με, παιδί μου.

Συγγνώμη, γιε μου.

Άκου να δεις… Θα σου πω για μια οικογένεια που συνήθως οι άλλοι τη λένε «προβληματική». Η μητέρα αυτή, η Δήμητρα, μεγάλωσε μόνη της τον γιο της τον Στέφανο. Ο άντρας της, ο Πέτρος, είχε φύγει όταν ο μικρός δεν ήταν καν ενός έτους. Τώρα ο Στέφανος είναι 14 χρονών, η Δήμητρα 34 και δουλεύει λογίστρια σε ένα μικρό δημόσιο γραφείο στη Νέα Σμύρνη.

Το τελευταίο χρόνο όλα έχουν πάει στραβά. Μέχρι την πέμπτη τάξη, ο Στέφανος ήταν καλός μαθητής, αλλά μετά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν οι βαθμοί έπεσαν και οι τριάρες ήταν όλο και πιο συχνές. Η Δήμητρα ήθελε απλά να τελειώσει ο γιος της το γυμνάσιο, να πάρει ένα απολυτήριο, να βρει μια δουλειά, να έχει μια βάση.

Αλλά οι καθημερινές φωνές από το σχολείο… η υπεύθυνη της τάξης δεν το χε σε τίποτα να τη μαλώσει μπροστά σε όλους τους καθηγητές. Ήταν λες και όλοι περίμεναν τη σειρά τους να πουν κάτι κακό για τον Στέφανο. Η Δήμητρα έφευγε κάθε φορά με σκυμμένο το κεφάλι, νιώθοντας ανίκανη να αλλάξει το παραμικρό. Ούτε η ίδια δεν αναγνώριζε τον εαυτό της πια όλο παρατηρήσεις και γκρίνια κι αυτός εκεί, σιωπηλός, βουβός Ούτε τα μαθήματά του έκανε, ούτε στο σπίτι βοηθούσε.

Σήμερα, λοιπόν, γύρισε κουρασμένη από τη δουλειά και βλέπει το δωμάτιό του πάλι άνω-κάτω. Κι ας του είχε αφήσει αυστηρή εντολή το πρωί: «Να μαζέψεις το σπίτι μόλις γυρίσεις!». Άναψε το μάτι και έβαλε νερό για τσάι, με βαριά καρδιά άρχισε να συμμαζεύει. Καθώς ξεσκόνιζε, παρατηρεί πως η μόνη της ακριβή χρισταλλένια βάζα, δώρο των φιλενάδων της στα γενέθλια (ποτέ δεν θα αγόραζε μόνη της τέτοιο πράγμα), είχε εξαφανιστεί. Πάγωσε. Την πήρε μαζί του; Την πούλησε;

Εκείνη τη στιγμή πέρασαν απ το μυαλό της τα χειρότερα. Ναι, πριν λίγες μέρες τον είχε δει με μια περίεργη παρέα. Όταν τον ρώτησε ποιοι ήταν, της απάντησε μούτρα «δεν είναι της δουλειάς σου». «Είναι κακή επιρροή», σκέφτηκε… Κι αν τον έβαλαν να κάνει κάτι απρεπές; Μήπως καπνίζει; Μήπως μπλέχτηκε; Βγήκε έντρομη κάτω, αλλά στη γειτονιά είχε ήδη σκοτεινιάσει και πέρασαν μόνο δυο-τρεις στον δρόμο.

Γύρισε σπίτι με βήμα βαρύ. Μέσα της φώναζε «Φταίω εγώ, μόνο εγώ! Εδώ και καιρό δεν νιώθει το σπίτι σπίτι του. Ακόμα τον ξυπνάω φωνάζοντας, το βράδυ πάλι φωνές! Καημένο μου παιδί, αχ Δήμητρα, τι μάνα είσαι εσύ;». Έκλαψε με τις ώρες, μετά πιάστηκε να συμμαζεύει με περισσότερη μανία.

Καθώς καθάριζε πίσω απ το ψυγείο, βρήκε τυλιγμένη σε παλιά εφημερίδα… ακούστηκε το γυαλί. Ήταν κομμάτια της βάζας, κρυμμένα επιμελώς. «Την έσπασε κι απλώς την έκρυψε, δεν την πήρε», μονολόγησε ξαφνικά και από ανακούφιση της ήρθαν πάλι δάκρυα. Τόσο άγχος για τίποτα! Κι ο μικρός τώρα δεν γυρίζει καν σπίτι φοβάται. «Δε φταίει, απλώς φοβάται!». Τον φαντάστηκε να βλέπει το κομμάτιασμα της βάζας και τι θυμό θα έβγαζε εκείνη. Βαριά ανάσα, αναστέναξε και πήγε να φτιάξει φαγητό. Στρώθηκε το τραπέζι, καθαρή τραπεζομάντηλα, όμορφα πιάτα.

Ο Στέφανος γύρισε σχεδόν μεσάνυχτα. Μάγκωσε στην πόρτα, μουγκό παιδί. Η Δήμητρα πετάχτηκε, τον πήρε αγκαλιά, «Στέφανε! Πού ήσουν τόση ώρα; Σε περίμενα, ανησύχησα! Κρύωσες;». Του έτριψε τα χέρια να ζεσταθεί, τον φίλησε στο μάγουλο και του είπε χαμηλόφωνα: «Πήγαινε, πλύνε τα χεράκια σου, σου έχω έτοιμο το αγαπημένο σου». Ήταν τόσο μπερδεμένος που την άκουγε χωρίς να καταλαβαίνει. Πήγε στο μπάνιο.

Ύστερα κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, αλλά αυτή του λέει: «Στο δωμάτιο τα έχω όλα έτοιμα». Μπαίνει στο δωμάτιο, τα πάντα αστραφτερά και προσεγμένα. Κάθεται προσεκτικά. «Φάε, αγόρι μου», ακούει γλυκιά τη φωνή της μητέρας. Είχε καιρό ν ακούσει έτσι τη μάνα του. Έμεινε ακίνητος, με γυρμένο το κεφάλι, χωρίς να αγγίξει τίποτα.

Γιατί δεν τρως, παιδί μου;
Σήκωσε το κεφάλι και με τρεμάμενη φωνή λέει,
Την έσπασα τη βάζα, μαμά.
Το ξέρω, αγόρι μου, του απαντά ήρεμα. Όλα κάποια στιγμή σπάνε.
Ξαφνικά, ο Στέφανος σκύβει στον πάγκο και βάζει τα κλάματα. Η Δήμητρα τρέχει, τον αγκαλιάζει, και κλαίνε και οι δυο τους με τησυχία.

Όταν ο μικρός ηρέμησε, του λέει,
Συγχώρεσέ με, παιδί μου. Σου φωνάζω, σε πικραίνω, είναι δύσκολα για μένα. Ξέρω, βλέπω πως δεν έχεις τα ίδια ρούχα με τα άλλα παιδιά, δουλεύω ασταμάτητα, φτάνω στο σπίτι και φέρνω δουλειά μαζί μου… Συγχώρεσέ με. Δεν θα σε στενοχωρήσω ξανά!

Αμίλητοι έφαγαν. Ήσυχα πήγαν για ύπνο. Το πρωί δεν χρειάστηκε να τον ξυπνήσει – σηκώθηκε μόνος του. Και, φεύγοντας για το σχολείο, για πρώτη φορά δεν του είπε εκείνο το „Πρόσεχε τι θα κάνεις”, αλλά τον φίλησε και του είπε «Καλή σου μέρα!».

Το βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, βρήκε το πάτωμα πλυμένο και τον Στέφανο να έχει τηγανίσει πατάτες για φαγητό. Από τότε, υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην του μιλήσει ποτέ πια για σχολείο ή βαθμούς. Αν εκείνη ζοριζόταν να πάει στο σχολείο, πώς να είναι άραγε για Εκείνον;

Μια μέρα ο μικρός της είπε πως μετά το γυμνάσιο θα συνεχίσει στο λύκειο. Δεν έδειξε τον φόβο ή τον ενθουσιασμό της, αλλά ένα απόγευμα, κρυφά, άνοιξε το τετράδιό του βαθμοί καλοί παντού.

Αλλά πιο ευτυχισμένη μέρα για τη Δήμητρα ήταν όταν, αργά ένα βράδυ, ενώ εκείνη μετρούσε λογαριασμούς στο τραπέζι, ήρθε ο γιος της, κάθισε δίπλα, και της είπε να βοηθήσω λίγο;. Και μετά από κάνα μισάωρο, ένιωσε το κεφάλι του στον ώμο της. Την πήγε πίσω στα χρόνια που ήταν πεντάχρονο, κι έγερνε πάνω της να κοιμηθεί. Κατάλαβε πως κατάφερε και τον ξανακέρδισε.

Oceń artykuł
Συγχώρεσέ με, παιδί μου.