Στο χωριό της κυράς Σούλας, πέθανε ο γάτος της. Ήταν άξιος γάτος, με πολλές νίκες στο ενεργητικό του απέναντι στο αδύναμο γυναικείο φύλο της γατογειτονιάς, νικημένος αντίπαλους και πιασμένα ποντίκια. Όμως γέρασε, τί να κάνεις; Είκοσι σχεδόν χρόνια έζησε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς σοβαρή ανακαίνιση. Η κυρά Σούλα τύλιξε το αγαπημένο της τετράποδο σε καθαρό σεντόνι, πήρε το φτυάρι και το πήγε πίσω απ’ τον κήπο για να το θάψει. Ο άντρας της, ο μπάρμπα-Βασίλης, μαστόρευε στη γωνιά του αυλή, κάτω στο υπόγειο: κάτι έφτιαχνε εκεί χαμηλά και βλαστημούσε σιγανά. Αφού απέτισε τις τελευταίες τιμές στο γάτο-καμάρι της, η κυρά Σούλα σκέπασε το λάκκο και βγήκε από τα βάτα με το φτυάρι γεμάτο λάσπη στο χέρι. Τη στιγμή εκείνη περνούσε η γειτόνισσα – η αστικιά κυρά Φαίη. — Καλημέρα, κυρά Αλεξάνδρα! — την καλημέρισε η Φαίη, ρωτώντας τυπικά: — Τι κάνεις εκεί; — Να, — απάντησε η κυρά Σούλα. — Ο Βασιλάκης μου την έβγαλε, καημένος. Ο Θεός τον πήρε, γέρασε ο καψερός. Έκλαψα και τον έθαψα πίσω απ’ τον κήπο. Με αυτά τα νέα, η Φαίη ξέχασε πού πήγαινε. Δεν πάει πολύ που είδε χθες τον μπάρμπα-Βασίλη στο μπακάλικο, να παίρνει ζάχαρη, τσιγάρα και μισή μπόμπα τσίπουρο! — Δεν μπορεί! — είπε. — Ο Βασίλης σου πέθανε; Πώς τόσο ξαφνικά; Μόλις χθες τον είδα! — Ε, χθες ναι, πήδαγε γύρω-γύρω, — είπε η κυρά Σούλα. — Όλη μέρα κεφάτος, κι έφαγε και μια ρέγγα μόνος του. Ακόμα και στο κρεβάτι παίξαμε το βραδάκι… Τα μάτια της Φαίης σιγά-σιγά άνοιγαν διάπλατα. — Σήμερα όμως απ’ το πρωί βαρέθηκε ο Βασιλάκης μου, αρρώστησε… — ολοκλήρωσε η κυρά Σούλα. — Ξάπλωσε στο παγκάκι, κάτι μουρμούρισε και άφησε πνοή. Η Φαίη έκανε αυτόματα τον σταυρό της. — Ε, να τα βλέπεις… — είπε κουνώντας το κεφάλι. — Ήταν ο Βάσια, τώρα δεν είναι. Και το φτυάρι, γιατί το έχεις τώρα; — Ε, εκεί πίσω τον έθαψα, όπως είπα! — ξαναείπε η κυρά Σούλα. — Τον τύλιξα με καθαρό σεντόνι και τον έθαψα. Και έβαλα κι ένα κλαδάκι σημάδι, να μην ξεχάσω που τον έχω. Η Φαίη, πιο πολύ του αστικού τύπου γυναίκα, δεν ήξερε καλά τα χωριάτικα έθιμα. Αλλά της φάνηκε περίεργο που η Σούλα έτσι απλά έθαψε τον μακαρίτη σύζυγό της στο χορτάρι, έβαλε κι ένα κλαδάκι για σημάδι κι έξω απ’ την πόρτα. — Είσαι φροντιστική, Αλεξάνδρα, ό,τι και να πει κανείς! — ψέλλισε μπερδεμένη η Φαίη. — Πήγες και τον έθαψες έτσι; Μήπως δεν έπρεπε να φωνάξεις π.χ. τον χωροφύλακα, να δει το θέμα; Τώρα η κυρά Σούλα κοίταξε τη Φαίη παράξενα. — Τι λες, καλέ, — γέλασε. — Ο Βασιλάκης ήταν, βέβαια, παλικάρι… αλλά ποιος φωνάζει χωροφύλακα για τέτοια πράγματα; Ο αστυνόμος δεν προλαβαίνει να τρέχει για κάθε Βασιλάκη! Να φωνάξω και τον Εισαγγελέα μαζί; Η Φαίη σώπασε. Η κυρά Σούλα άλλαξε ώμο με το φτυάρι. — Μπορεί στην Αθήνα έτσι να τα κάνετε, — είπε συμφιλιωτικά. — Εκεί όλο νόμους, δικηγόρους, δικαιοσύνη… Εδώ στο χωριό είναι αλλιώς. Πέθανε ο Μάκης; Ε, και τι έγινε! Παίρνεις το φτυάρι και σκάβεις. Χώρος πίσω απ’ τον κήπο υπάρχει. — Ναι… — μουρμούρισε η Φαίη. — Νομίζω πως δεν τα ξέρω όλα για το χωριό σας. Γιατί όμως τον έθαψες εκεί, μέσα στ’ αγριόχορτα; Δεν τον έβαλες σε νεκροταφείο; Η αφέλεια της Φαίης άρχισε να εκνευρίζει την Αλεξάνδρα. — Πού να τον πάω, άμα πάγωσε; — ρώτησε φανερά εκνευρισμένη. — Δεν θα τον βάλω στο κοιμητήριο με τους καλούς χριστιανούς! Πολύ τιμή θα ‘ταν. Από πάντα τους πάντες πίσω απ’ τον κήπο θάβαμε. Η κυρά Φαίη κάθισε φοβισμένη πάνω σε ξύλινο κορμό. Το φτυάρι στα χέρια της Αλεξάνδρας δεν ήθελε να το κοιτάζει. Την είχε λούσει κρύος ιδρώτας και τα πόδια της λύγιζαν. — Μα καλά, γειτόνισσα… — ψέλλισε τελικά. — Όλους τους βάζεις εκεί πίσω; Πόσους έχεις εκτός απ’ τον Βασίλη; — Ε, αρκετούς, νομίζω, — σκέφτηκε η κυρά Σούλα. — Πριν τον Βασίλη, είχα τον Μιχάλη. Ήσυχος αλλά μέσα του τον ήξερα μπαμπέση. Τα βράδια σηκωνόταν ξαφνικά, ερχόταν δίπλα μου – το πρωί όλο το σεντόνι βρεγμένο. Πω-πω, τι ξύλο είχε φάει! Και πιο πριν, ο Σήφης… εκείνος ήταν καλόβολος. Αλλά κι αυτός στο τέλος μας άφησε. Έχω αλλάξει κάμποσους. Και με δύναμη κάρφωσε το φτυάρι στο χώμα, σαν να έβαζε τελεία. — Τώρα όλοι σε μια γραμμή πίσω απ’ τον κήπο! Ο Βασίλης, ο Μιχάλης, ο Σήφης… τα ομορφόπαιδά μου. Δεν πειράζει – η Τόνια είπε πως να περιμένω καινούριο, νέο… Λες να μη με φτάσουν; Τι σκέφτηκε η Φαίη, άγνωστο, γιατί εκείνη τη στιγμή πίσω από την κυρά Σούλα εμφανίστηκε καταματωμένος ο μπάρμπα-Βασίλης, κατσούφης όσο δεν γίνεται. — Θες να με θάψεις, κακούργα; — φώναξε στη γυναίκα του. — Εκεί μέσα με σκέπασαν ως απάνω, φώναζα, δεν μ’ άκουγες… Με τα χίλια ζόρια βγήκα έξω και εσύ εδώ ιστορίες! Της άρπαξε το φτυάρι και είπε: — Δώσ’ το δω το εργαλείο! Πάω να ξεθάψω τις γαλότσες – και το τσίπουρο εκεί έμεινε! Εκεί η κυρά Φαίη σωριάστηκε ήσυχα απ’ τον φόβο της και λιποθύμησε. Ευτυχώς, το τσίπουρο του υπογείου πολύ βοήθησε μετά.

Στο χωριό ήταν η κυρά-Σούλα, γνωστή σε όλους μας, και πριν λίγες μέρες πέθανε ο γάτος της. Ήταν αξιοσέβαστος γάτος, με πολλά κατορθώματα εις βάρος των αδύναμων θηλυκών του είδους του, είχε τσακωθεί με ουκ ολίγους ανταγωνιστές και είχε εξοντώσει κάμποσα ποντίκια. Όμως τα γεράματα δεν χαρίζονται σε κανέναν· πέρασε σχεδόν είκοσι χρόνια μαζί της, χωρίς να χρειαστεί ποτέ σοβαρό „service”.

Τον τύλιξε η κυρά-Σούλα στο καθαρότερο λινό της πανί, πήρε τη φτυάρι και βγήκε πίσω από τον κήπο, εκεί που θάβουμε πάντα τα ζώα μας. Ο άντρας της, ο κύριος Βασίλης Ελευθερόπουλος, ήταν στο υπόγειο πειράζοντας τα βαρέλια και μουρμουρίζοντας βαρύγδουπες κατάρες που ακούγονταν μέχρι έξω.

Έχοντας δώσει τις τελευταίες τιμές στον γάτο της, έκλεισε τη μικρή λακουβίτσα και βγήκε από το πρανές, κρατώντας το φτυάρι γεμάτο χώματα. Εκείνη την ώρα περνούσε η γειτόνισσα, η κυρά-Φαίη, που είχε έρθει απ την Αθήνα.

Να 'σαι καλά, κυρά-Αλεξάνδρα, είπε και ρώτησε έτσι από ευγένεια: Τι κάνεις, βρε παιδί μου, πάλι χώματα κουβαλάς;

Αχ Φαίη μου, ο Βασίλης μου έφυγε Ταλαιπωρήθηκε ως τα γεράματα ο καημένος. Έκλαψα, κι ύστερα τον έθαψα πίσω απ τον κήπο.

Η Φαίη έμεινε άναυδη· μόλις χθες είχε δει τον κύριο Βασίλη στο μίνι μάρκετ να αγοράζει ζάχαρη, „Prime” τσιγάρα και μία μικρή ρακή.

Αποκλείεται, Αλεξάνδρα! Ο Βασίλης σου, λέει, πέθανε; Μα τον είδα μόλις χθες!

Χθες, ναι! Ήταν μια χαρά, σαν να νεαρός Χάρηκε όλη μέρα, έφαγε ολόκληρη σαρδέλα, κι αργά το βράδυ παίζαμε κιόλας στο κρεβάτι

Τα μάτια της Φαίης σιγά-σιγά στρογγύλευαν.

Κι από το πρωί έπεσε ο δικός μου Βασίλης, παραπονέθηκε Ξάπλωσε στο ντιβάνι, μουρμούρισε κάτι και ξεψύχησε

Η Φαίη σταυροκοπήθηκε μηχανικά.

Τι να πεις Έτσι είναι η ζωή· μια έχεις τον άνθρωπό σου, μια τον χάνεις. Μα το φτυάρι, γιατί το κρατάς ακόμη;

Τον έθαψα πίσω απ τον κήπο, παιδί μου. Τον σκέπασα σ ένα λευκό πανί και του έβαλα ένα κλαδάκι για να θυμάμαι το σημείο.

Η Φαίη, Αθηναία, δεν ήξερε καλά από χωριάτικα έθιμα. Της φάνηκε απίστευτο που η Αλεξάνδρα έθαψε έτσι απλά τον άντρα της πίσω απ τον μπαχτσέ, με ένα κλαδί για σημάδι.

Καλή μου, είσαι νοικοκυρά! Πήγες, τον έθαψες μονάχη σου! Δεν έπρεπε να ειδοποιήσεις τουλάχιστον τον δήμαρχο; Να καταγράψει εκείνος τον θάνατο;

Τώρα η Αλεξάνδρα την κοιτούσε λες και είχε πει κάποιο ανέκδοτο.

Χαχά, τι αστεία γυναίκα είσαι εσύ! Μπορεί να ήταν λιοντάρι ο Βασίλης, μα δεν τρέχουμε για κάθε Βασίλη στον αστυνόμο! Δεν προλαβαίνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι! Μήπως να φωνάξω και τον πρωθυπουργό;

Η Φαίη σωπαίνει. Η κυρά-Σούλα αλλάζει το φτυάρι στον άλλο ώμο.

Εσείς στην Αθήνα, τέτοια ξέρετε δικηγόροι, δικαστές, ειδικοί σύμβουλοι. Εμείς εδώ απλά. Πέθανε ο Μάξιμος; Παίρνεις φτυάρι και τελειώνεις. Πίσω απ τον κήπο, έχει χώρο πολύ.

Μάλιστα μουρμούρισε η Φαίη. Ακόμη δε σου έμαθα όλα τα χωριάτικα μυστικά. Μα γιατί στο ξερόχορτο, πίσω απ’ τον μπαχτσέ; Να τον έβαζες σε „ανθρώπινο” μέρος, δεν λες;

Η ερώτηση αρχίζει να εκνευρίζει την Αλεξάνδρα.

Και πού να τον πήγαινα άμα πάγωσε; Στο νεκροταφείο μαζί με τους χριστιανούς; Δεν θα ταν σωστό! Από παλιά εκεί πίσω τους θαβουμε όλους!

Η κυρά-Φαίη κάθισε προσεκτικά στον κορμό. Προσπαθούσε να μη βλέπει το λασπωμένο φτυάρι. Τα πόδια της έτρεμαν.

Μα είσαι φοβερή, γειτόνισσα. Όλους τους συγκεντρώνεις πίσω απ τον κήπο! Και πόσους έχεις θάψει εκτός από τον Βασίλη;

Και λίγους! σκέφτηκε η Αλεξάνδρα. Πριν τον Βασίλη, ήταν ο Μιχάλης: μαλακός στην καρδιά, αλλά μέσα πονηρός. Τη νύχτα μαζευόταν, έπεφτε δίπλα μου κι ως το πρωί μου βρεχόταν όλο το σεντόνι! Πώς τον χτυπούσα! Πιο παλιά ήταν ο Στέφανος ήσυχος, τρυφερός. Αλλά ήρθε κι η ώρα του. Τους άλλαξα πολύ.

Κι έμπηξε με ορμή το φτυάρι στη χλόη, σαν να κλεισε κεφάλαιο.

Τώρα όλοι στη σειρά: Βασίλης, Μιχάλης, Στέφανος οι λεβέντες μου. Κανένα πρόβλημα, πάντως, η Τόνια μου υποσχέθηκε σύντομα άλλο καινούργιο. Δεν πρόκειται να ξεμείνω!

Κανείς δεν ξέρει τι σκέφτηκε ακριβώς η Φαίη, γιατί τότε, πίσω της, πετάχτηκε ξαφνικά ο κύριος Βασίλης Ελευθερόπουλος καταλερωμένος, έξαλλος.

Θές να με πεθάνεις ρε φραγκοσυκιά; Εμένα με έθαψες ζωντανό στο υπόγειο, φώναζα, βαρούσα και δεν μ άκουγε κανείς! Μόλις κατάφερα να βγω κι αυτή κάθεται εδώ και χασκογελάει!

Άρπαξε νευριασμένα το φτυάρι απ τα χέρια της:

Άσ το εδώ το εργαλείο! Θα πάω να ξεθάψω τις μπότες μου κι άσε που ξέχασα και τη ρακή μου εκεί μέσα.

Κι εκεί, η κυρά-Φαίη σωριάστηκε αμίλητη στον κορμό κι έχασε τις αισθήσεις της. Άδικα πήγε η ρακή, τελικά χρησίμευσε πολύΓια μια στιγμή απλώθηκε σιγή στο χωριό. Μόνο τα πουλιά και τα βάτραχια ακούγονταν, και το ελαφρύ τσουβάλιασμα απ το παντελόνι του Βασίλη που τραβούσε βιαστικά για το υπόγειο. Η κυρά-Σούλα κοίταξε το χώμα που είχε ξεραθεί στα χέρια της και ξέσπασε σ ένα βροντερό γέλιο τόσο δυνατό που αντήχησε ως το πάνω χωριό. Ήταν το γέλιο της καινούριας μέρας, της γριάς που κάθε πρωί ξεκινάει από το μηδέν με ή χωρίς λεβέντες, με ή χωρίς γάτους.

Η Φαίη άνοιξε σιγά τα μάτια της, μπερδεμένη ανάμεσα σε γατιά, άντρες και φτυάρια, και ψιθύρισε: «Στην Αθήνα αυτά δεν γίνονται ποτέ». Τα δύο κορίτσια κοιτάχτηκαν και, χωρίς λέξη, ξέσπασαν μαζί σ ένα άλλο, πιο ήσυχο γέλιο. Γιατί κατάλαβαν σε έναν μπαξέ, πίσω από τα γεράματα και τα χώματα, όσο χωράει ένας Βασίλης, τόσο χωρά και η ζωή.

Και μόλις το βράδυ έπεσε, κάποιος, απ τη μεριά του κήπου, ορκίστηκε πως είδε δυο μάτια να γυαλίζουν κρυφά στο φως του φεγγαριού ίσως ήταν ο γάτος, ίσως ο Βασίλης, ίσως το ίδιο το πνεύμα της κυρά-Σούλας. Κι όλοι έμαθαν καλά πως, στο χωριό, τίποτα δε θάβεται στ αλήθεια μόνο αλλάζει θέση, βγάζει καινούρια νύχια, σηκώνεται να γελάσει ξανά με την πρώτη ευκαιρία.

Oceń artykuł
Στο χωριό της κυράς Σούλας, πέθανε ο γάτος της. Ήταν άξιος γάτος, με πολλές νίκες στο ενεργητικό του απέναντι στο αδύναμο γυναικείο φύλο της γατογειτονιάς, νικημένος αντίπαλους και πιασμένα ποντίκια. Όμως γέρασε, τί να κάνεις; Είκοσι σχεδόν χρόνια έζησε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς σοβαρή ανακαίνιση. Η κυρά Σούλα τύλιξε το αγαπημένο της τετράποδο σε καθαρό σεντόνι, πήρε το φτυάρι και το πήγε πίσω απ’ τον κήπο για να το θάψει. Ο άντρας της, ο μπάρμπα-Βασίλης, μαστόρευε στη γωνιά του αυλή, κάτω στο υπόγειο: κάτι έφτιαχνε εκεί χαμηλά και βλαστημούσε σιγανά. Αφού απέτισε τις τελευταίες τιμές στο γάτο-καμάρι της, η κυρά Σούλα σκέπασε το λάκκο και βγήκε από τα βάτα με το φτυάρι γεμάτο λάσπη στο χέρι. Τη στιγμή εκείνη περνούσε η γειτόνισσα – η αστικιά κυρά Φαίη. — Καλημέρα, κυρά Αλεξάνδρα! — την καλημέρισε η Φαίη, ρωτώντας τυπικά: — Τι κάνεις εκεί; — Να, — απάντησε η κυρά Σούλα. — Ο Βασιλάκης μου την έβγαλε, καημένος. Ο Θεός τον πήρε, γέρασε ο καψερός. Έκλαψα και τον έθαψα πίσω απ’ τον κήπο. Με αυτά τα νέα, η Φαίη ξέχασε πού πήγαινε. Δεν πάει πολύ που είδε χθες τον μπάρμπα-Βασίλη στο μπακάλικο, να παίρνει ζάχαρη, τσιγάρα και μισή μπόμπα τσίπουρο! — Δεν μπορεί! — είπε. — Ο Βασίλης σου πέθανε; Πώς τόσο ξαφνικά; Μόλις χθες τον είδα! — Ε, χθες ναι, πήδαγε γύρω-γύρω, — είπε η κυρά Σούλα. — Όλη μέρα κεφάτος, κι έφαγε και μια ρέγγα μόνος του. Ακόμα και στο κρεβάτι παίξαμε το βραδάκι… Τα μάτια της Φαίης σιγά-σιγά άνοιγαν διάπλατα. — Σήμερα όμως απ’ το πρωί βαρέθηκε ο Βασιλάκης μου, αρρώστησε… — ολοκλήρωσε η κυρά Σούλα. — Ξάπλωσε στο παγκάκι, κάτι μουρμούρισε και άφησε πνοή. Η Φαίη έκανε αυτόματα τον σταυρό της. — Ε, να τα βλέπεις… — είπε κουνώντας το κεφάλι. — Ήταν ο Βάσια, τώρα δεν είναι. Και το φτυάρι, γιατί το έχεις τώρα; — Ε, εκεί πίσω τον έθαψα, όπως είπα! — ξαναείπε η κυρά Σούλα. — Τον τύλιξα με καθαρό σεντόνι και τον έθαψα. Και έβαλα κι ένα κλαδάκι σημάδι, να μην ξεχάσω που τον έχω. Η Φαίη, πιο πολύ του αστικού τύπου γυναίκα, δεν ήξερε καλά τα χωριάτικα έθιμα. Αλλά της φάνηκε περίεργο που η Σούλα έτσι απλά έθαψε τον μακαρίτη σύζυγό της στο χορτάρι, έβαλε κι ένα κλαδάκι για σημάδι κι έξω απ’ την πόρτα. — Είσαι φροντιστική, Αλεξάνδρα, ό,τι και να πει κανείς! — ψέλλισε μπερδεμένη η Φαίη. — Πήγες και τον έθαψες έτσι; Μήπως δεν έπρεπε να φωνάξεις π.χ. τον χωροφύλακα, να δει το θέμα; Τώρα η κυρά Σούλα κοίταξε τη Φαίη παράξενα. — Τι λες, καλέ, — γέλασε. — Ο Βασιλάκης ήταν, βέβαια, παλικάρι… αλλά ποιος φωνάζει χωροφύλακα για τέτοια πράγματα; Ο αστυνόμος δεν προλαβαίνει να τρέχει για κάθε Βασιλάκη! Να φωνάξω και τον Εισαγγελέα μαζί; Η Φαίη σώπασε. Η κυρά Σούλα άλλαξε ώμο με το φτυάρι. — Μπορεί στην Αθήνα έτσι να τα κάνετε, — είπε συμφιλιωτικά. — Εκεί όλο νόμους, δικηγόρους, δικαιοσύνη… Εδώ στο χωριό είναι αλλιώς. Πέθανε ο Μάκης; Ε, και τι έγινε! Παίρνεις το φτυάρι και σκάβεις. Χώρος πίσω απ’ τον κήπο υπάρχει. — Ναι… — μουρμούρισε η Φαίη. — Νομίζω πως δεν τα ξέρω όλα για το χωριό σας. Γιατί όμως τον έθαψες εκεί, μέσα στ’ αγριόχορτα; Δεν τον έβαλες σε νεκροταφείο; Η αφέλεια της Φαίης άρχισε να εκνευρίζει την Αλεξάνδρα. — Πού να τον πάω, άμα πάγωσε; — ρώτησε φανερά εκνευρισμένη. — Δεν θα τον βάλω στο κοιμητήριο με τους καλούς χριστιανούς! Πολύ τιμή θα ‘ταν. Από πάντα τους πάντες πίσω απ’ τον κήπο θάβαμε. Η κυρά Φαίη κάθισε φοβισμένη πάνω σε ξύλινο κορμό. Το φτυάρι στα χέρια της Αλεξάνδρας δεν ήθελε να το κοιτάζει. Την είχε λούσει κρύος ιδρώτας και τα πόδια της λύγιζαν. — Μα καλά, γειτόνισσα… — ψέλλισε τελικά. — Όλους τους βάζεις εκεί πίσω; Πόσους έχεις εκτός απ’ τον Βασίλη; — Ε, αρκετούς, νομίζω, — σκέφτηκε η κυρά Σούλα. — Πριν τον Βασίλη, είχα τον Μιχάλη. Ήσυχος αλλά μέσα του τον ήξερα μπαμπέση. Τα βράδια σηκωνόταν ξαφνικά, ερχόταν δίπλα μου – το πρωί όλο το σεντόνι βρεγμένο. Πω-πω, τι ξύλο είχε φάει! Και πιο πριν, ο Σήφης… εκείνος ήταν καλόβολος. Αλλά κι αυτός στο τέλος μας άφησε. Έχω αλλάξει κάμποσους. Και με δύναμη κάρφωσε το φτυάρι στο χώμα, σαν να έβαζε τελεία. — Τώρα όλοι σε μια γραμμή πίσω απ’ τον κήπο! Ο Βασίλης, ο Μιχάλης, ο Σήφης… τα ομορφόπαιδά μου. Δεν πειράζει – η Τόνια είπε πως να περιμένω καινούριο, νέο… Λες να μη με φτάσουν; Τι σκέφτηκε η Φαίη, άγνωστο, γιατί εκείνη τη στιγμή πίσω από την κυρά Σούλα εμφανίστηκε καταματωμένος ο μπάρμπα-Βασίλης, κατσούφης όσο δεν γίνεται. — Θες να με θάψεις, κακούργα; — φώναξε στη γυναίκα του. — Εκεί μέσα με σκέπασαν ως απάνω, φώναζα, δεν μ’ άκουγες… Με τα χίλια ζόρια βγήκα έξω και εσύ εδώ ιστορίες! Της άρπαξε το φτυάρι και είπε: — Δώσ’ το δω το εργαλείο! Πάω να ξεθάψω τις γαλότσες – και το τσίπουρο εκεί έμεινε! Εκεί η κυρά Φαίη σωριάστηκε ήσυχα απ’ τον φόβο της και λιποθύμησε. Ευτυχώς, το τσίπουρο του υπογείου πολύ βοήθησε μετά.