Στο προειδοποιώ για τελευταία φορά: αν δεν αλλάξεις την αίθουσα δεξίωσης, αρνούμαι να σε παντρευτώ – απομένουν μόνο δύο εβδομάδες για το γάμο, κρατάω τα προσκλητήρια στα χέρια μου και δεν τολμώ να τα υπογράψω…🤨 – Τι σου έπιασε πάλι, Λία; ρώτησε με στενοχώρια ο μέλλοντας σύζυγος της. – Έχω ένα κακό προαίσθημα! – Λογικό είναι, χαμογέλασε εκείνος, δεν παντρεύεσαι κάθε μέρα. Το άγχος θα φύγει, σου το υπόσχομαι! – Πώς μπορείς να μου υποσχεθείς κάτι που δεν ξέρεις; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συμφωνήσεις μαζί μου; Πώς θα ζήσουμε μαζί αν ήδη τώρα δεν κάνεις καμιά υποχώρηση για μένα; – Δεν είμαστε και τόσο πλούσιοι, αγάπη μου, απάντησε εκείνος με παράπονο. Ήδη πλήρωσα την αίθουσα και το δείπνο, και αν ακυρώσουμε, χάνουμε όλη την προκαταβολή. – Αυτό δεν είναι το χειρότερο, αγαπημένε μου, απλά πίστεψέ με… – Όχι, δεν πιστεύω σε τέτοιες ανοησίες. Είναι τουλάχιστον ανόητο. Και στη χειρότερη, θα μείνουμε χωρίς ταξίδι του μέλιτος. Θα μου εξηγήσεις τελικά τι συμβαίνει; – Καλά, άκου λοιπόν. Αλλά μη μου πεις πως αυτά δεν συμβαίνουν! Αν δεν το πιστεύεις, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. – Στο υπόσχομαι, απάντησε εκείνος. – Στη δουλειά μας εμφανίστηκε πρόσφατα μία παράξενη κοπέλα, η Άννα. Πολύ κλειστή, δεν μιλάει με κανέναν και φοράει μόνο μαύρα. Ήρθε λοιπόν και μου λέει: „Χαιρετίσματα από τη γιαγιά Τατία”. – Τι; απόρησα, αφού η γιαγιά Τατία έχει τρία χρόνια που πέθανε. – Θέλεις να σου πω τι θέλει να σε προειδοποιήσει; με ρώτησε. Αλλά μετά τη δουλειά. Συμφώνησα. Και να τι μου αποκάλυψε: – Ήταν παλιά. Τότε στη γειτονιά μας άνοιξε ένα καινούριο εστιατόριο με αίθουσα εκδηλώσεων. Ο Στέφανος δούλευε οδηγός στα έργα και είχε καλό μισθό. Πρότεινε στη νύφη του, τη Ναταλία, να κάνουν το γαμήλιο γλέντι εκεί. Εκείνη χάρηκε πολύ, ήρθε από χωριό και ούτε εκείνη ούτε οι δικοί της είχαν πάει ποτέ σε εστιατόριο. Ήθελε να τους εντυπωσιάσει και να τους ευχαριστήσει. Την ημέρα εκείνη, η νύφη έλαμπε. Το λευκό φόρεμα και το πέπλο της πήγαιναν πολύ. Και ο γαμπρός πραγματικός κύριος… Μετά το γάμο, ο γαμήλιος στολισμένος κορτέζ και το λεωφορείο με τους καλεσμένους πήγαν στην αίθουσα. Όλοι έμειναν με το στόμα ανοικτό με τη διακόσμηση, εκτός από μια ηλικιωμένη που έγνεψε απογοητευμένη: – Πρώτη φορά στη ζωή μου, σε γάμο με ψεύτικα λουλούδια αντί αληθινά… Κακό σημάδι… Κανείς δεν έδωσε σημασία, τότε όλα ήταν πλαστικά: ρούχα, πιάτα, τα πάντα σχεδόν. Όμως οι καλεσμένοι έφεραν αληθινά λουλούδια, τα έβαλαν σε βάζα στα τραπέζια γαμπρού και νύφης. Στην κορύφωση της γιορτής, οι νεόνυμφοι σηκώθηκαν για αργό χορό. Όταν γύρισαν, η νύφη έμεινε άναυδη. Το μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα που είχε μπροστά της, είχε μαραθεί τελείως. Οι σερβιτόροι το πήραν, η διασκέδαση συνεχίστηκε – αλλά μετά από λίγο, η νύφη ζαλίστηκε και λιποθύμησε. Άνοιξαν τα παράθυρα, αλλά πάλι δεν ένιωθε καλά. Άρχισαν οι ψίθυροι: – Η νύφη είναι έγκυος… Άλλοι αστειεύονταν: – Αρκεί να μην είναι άρρωστη, η εγκυμοσύνη περνάει… Άλλος είπε στους γονείς της ότι είδε ένα ματωμένο σημάδι στο φόρεμα, αλλά όταν πλησίασαν, δεν υπήρχε τίποτα. Μετά, κυκλοφόρησε η φήμη ότι κάποιος είδε μια μυστηριώδη γυναίκα στα μαύρα να μπαίνει στην αίθουσα. Έψαξαν, αλλά δεν βρήκαν κανέναν. Η πρώτη νύχτα του γάμου μετατράπηκε σε εφιάλτη: οι νεόνυμφοι δεν μπόρεσαν να μείνουν μαζί, γιατί αισθάνονταν μια παρουσία στο δωμάτιο. Άκουγαν βήματα, ψίθυρους, και στον Στέφανο φαινόταν ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Το πρωί έπαθαν σοκ. Τότε δεν ήταν συνηθισμένα τα ταξίδια του μέλιτος. Γύρισαν αμέσως στη δουλειά και ο Στέφανος δεν έζησε να φτάσει στο Σαββατοκύριακο – σκοτώθηκε σε τροχαίο, ενώ ήταν έμπειρος οδηγός και η μέρα τέλεια. Η Ναταλία μαράζωσε, και ένα χρόνο μετά, εξαφανίστηκε και ποτέ δε βρέθηκε… – Ωραίο παραμύθι για να μας τρομάξεις, είπε ο Αλέξης. Τι σχέση έχει όμως με εμάς; – Άμεση, είπε κλαίγοντας σχεδόν η Λία. Γιατί αυτή η καταραμένη γαμήλια δεξίωση έγινε ακριβώς σε αυτήν την αίθουσα που έκλεισες! – Δεν καταλαβαίνω, είπε εκείνος πεισματικά. Εμείς τι φταίμε; Σε τόσους ανθρώπους συμβαίνουν πράγματα… – Λένε πως το εστιατόριο χτίστηκε πάνω σε παλιό νεκροταφείο. Και η αίθουσα που έχεις κλείσει είναι ακριβώς στο σημείο που ήταν ο τάφος μιας νύφης που αυτοκτόνησε λίγες μέρες μετά το γάμο της, όταν έπιασε τον άντρα της να την απατά… Κατάλαβες τώρα; – Όχι! Δεν πιστεύω σε μεταφυσικά! – Η άδικα χαμένη ψυχή της εκδικείται – παίρνει το γαμπρό μόλις μετά το γάμο και τη νύφη ένα χρόνο αργότερα. Κάποια στιγμή θα ξανασυμβεί… Μήπως αυτό είναι το σημάδι μας; Τι θα γίνει αν το δικό μας πάρει την κατάρα; Η γιαγιά δεν με ειδοποίησε τυχαία! – Δεν πιστεύω σε κατάρες, της πέταξε ο Αλέξης. Αν δεν θες να παντρευτείς, θα παντρευτώ τη Λέλα! – Η Λέλα ήταν φίλη της νύφης – Υπόγραψε τα προσκλητήρια ή… κρατώ το λόγο μου. Η Λία δίστασε ακόμα λίγο, αλλά τελικά είπε όχι στο γάμο. Τα λόγια του Αλέξη για γάμο με άλλη ήταν βαρύ χτύπημα. Και όντως, τήρησε την απειλή του και η Λέλα δέχτηκε αμέσως να τον παντρευτεί. Δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα, όταν το κακό έγινε – ο Αλέξης σκοτώθηκε σε τροχαίο με μηχανή, όταν τα φρένα του χάλασαν ξαφνικά. Η Λία τρόμαξε για τη Λέλα, αλλά δεν μπορούσε να της συγχωρήσει την προδοσία. Την άλλη μέρα πήγε να βρει τη συνάδελφο που της τα είπε όλα, μήπως μπορεί να βοηθήσει τη Λέλα, αλλά εκείνη είχε ήδη παραιτηθεί. Στη διεύθυνση της δήλωσης, δεν έμενε κανείς. Λένε πως αυτή η πιο ανατριχιαστική γαμήλια ιστορία έγινε στη δεκαετία του ’70, χωρίς κανένα επίσημο στοιχείο – λογικά, τέτοια πράγματα δεν έβγαιναν παραέξω τότε. Μα οι ντόπιοι ήξεραν καλά τι είχε συμβεί…😏🌿🥀✨✨

– Σε προειδοποιώ για τελευταία φορά, αν δεν αλλάξεις την αίθουσα της δεξίωσης, δεν παντρεύομαι, – απομένουν μόνο δύο εβδομάδες ως τον γάμο, κρατά στα χέρια της τις προσκλήσεις και διστάζει να τις υπογράψει…
-Τι έπαθες πάλι, Αργυρώ; ρωτάει απογοητευμένος ο μνηστήρας της.
-Έχω ένα πολύ άσχημο προαίσθημα!
-Αυτό είναι φυσιολογικό, απαντάει ο Παναγιώτης με ένα χαμόγελο, – δεν παντρεύεται κανείς κάθε μέρα. Το άγχος θα περάσει, στο υπόσχομαι, όλα θα πάνε καλά!
-Πώς μπορείς να μου υπόσχεσαι κάτι που δε γνωρίζεις; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συμφωνήσεις μαζί μου; Πώς θα ζήσουμε μαζί, όταν από την αρχή δεν κάνεις καμία υποχώρηση για μένα;
-Δεν είμαστε και πλούσιοι, καλή μου, για να σκορπάμε τα ευρώ έτσι, – μουρμούρισε ο Παναγιώτης, – έχω ήδη κλείσει την αίθουσα και το μενού, και έχω δώσει προκαταβολή. Αν ακυρώσουμε, δεν μας επιστρέφουν τα χρήματα.
-Αυτό δεν είναι το χειρότερο, πίστεψέ με αγάπη μου.
-Όχι, δεν μπορώ να πιστέψω σε τέτοιες ανοησίες. Είναι τουλάχιστον ανόητο. Και το πολύ πολύ να μείνουμε χωρίς ταξίδι του μέλιτος. Μπορείς επιτέλους να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει;
-Εντάξει, άκου τότε. Αλλά μη μου πεις μετά πως αυτά δεν συμβαίνουν. Το ότι δεν το πιστεύεις, δε σημαίνει πως δεν ισχύει.
-Σου το υπόσχομαι, λέει εκείνος καθησυχαστικά.
-Στη δουλειά μου μάς ήρθε πρόσφατα μια καινούργια, η Δανάη. Είναι πολύ κλειστή, ντύνεται πάντα με μαύρα, δεν μιλάει σε κανέναν. Κι ένα απόγευμα, ήρθε και μου λέει:
-„Χαιρετίσματα από τη γιαγιά Φωτεινή”.
-Τι είπες; απόρησα, γιατί η γιαγιά Φωτεινή έχει φύγει εδώ και τρία χρόνια.
-„Να σου πω τι θέλει να σε προειδοποιήσει;” ρώτησε, „αλλά μετά τη δουλειά, εντάξει;”
Συμφώνησα. Και να τι μου εκμυστηρεύτηκε.
-Ήταν πριν πολλά χρόνια. Μόλις είχαν χτίσει στη Θεσσαλονίκη ένα καινούριο κέντρο δεξιώσεων. Ο Στέλιος ήταν οδηγός στο εργοτάξιο, κέρδιζε καλά. Πρότεινε, λοιπόν, στη νύφη του, τη Μαριάννα, να κάνουν εκεί το γαμήλιο γλέντι. Ήταν από χωριό, η οικογένειά της φτωχή, ποτέ κανείς τους δεν είχε πατήσει σε τέτοιο μαγαζί. Ήθελε να τους εντυπωσιάσει και να περάσουν αξέχαστα.
Την ημέρα του γάμου, η Μαριάννα έλαμπε, της πήγαινε τόσο το λευκό νυφικό και το πέπλο. Κι ο γαμπρός σαν αληθινός κύριος. Μετά το μυστήριο, το κομβόι και το λεωφορείο με τους προσκεκλημένους ξεκίνησαν για την αίθουσα. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από τη διακόσμηση. Μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα σούφρωσε τα χείλη και μουρμούρισε:
-„Γιατί αντί για ζωντανά, έχουν γεμίσει το γάμο με τεχνητά λουλούδια; Κακό σημάδι”
Κανείς δεν έδωσε σημασία. Τότε, σχεδόν όλα ήταν συνθετικά: υφάσματα, σερβίτσια, ακόμα και τα στολίδια. Η βιομηχανία άνθιζε στα ’50-’60, κι αυτό το περιστατικό έγινε λίγο αργότερα. Όμως οι καλεσμένοι έφεραν αληθινά λουλούδια και τα έβαλαν σε βάζα μπροστά στους νεόνυμφους.
Στο αποκορύφωμα του γλεντιού, σηκώθηκαν για το πρώτο τους μπλουζ. Όταν γύρισαν, η Μαριάννα πάγωσε. Η ανθοδέσμη από τριαντάφυλλα που είχαν αφήσει μπροστά της είχε μαραθεί εντελώς.
Οι σερβιτόροι πέταξαν τα λουλούδια, το γλέντι συνεχίστηκε. Λίγο μετά, η νύφη άρχισε να νιώθει αδιαθεσία και λιποθύμησε. Άνοιξαν τα παράθυρα, λέγοντας πως ήταν αποπνικτικά. Μα σύντομα αρρώστησε ξανά. Οι ψίθυροι άρχισαν.
-„Η νύφη είναι έγκυος, φαίνεται”
-„Αρκεί να μην είναι άρρωστη η εγκυμοσύνη τσάμπα πράγμα!” αστειεύονταν κάποιοι.
-„Εγώ είδα αίμα στο φόρεμά της”, είπε κάποιος στους γονείς της.
Όταν πλησίασαν να ελέγξουν, δεν φαινόταν τίποτα. Άρχισε να κυκλοφορεί και η φήμη πως κάποιος είδε μια μαυροφορεμένη γυναίκα στην πόρτα. Την έψαξαν, αλλά δεν βρήκαν κανέναν.
Η πρώτη νύχτα του γάμου εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Στο δωμάτιό τους, ένοιωθαν ότι κάποιος αόρατος ήταν εκεί μαζί τους. Άκουγαν θροΐσματα, βήματα, και στον Στέλιο φάνηκε σαν να τον παρακολουθεί κάποιος επίμονα.
Το πρωί είχαν γεμίσει ανησυχίες. Τότε, μήνα του μέλιτος ελάχιστοι έκαναν. Ευθύς μετά το γάμο, γύρισαν δουλειά. Πριν καν περάσει άλλη εβδομάδα, ο Στέλιος σκοτώθηκε σ’ ένα ατύχημα. Το αυτοκίνητό του εξετράπη στο αντίθετο ρεύμα χωρίς εξήγηση. Ο δρόμος καλός, ο καιρός το ίδιο, κι εκείνος πολύ έμπειρος οδηγός. Κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε.
Η Μαριάννα μαράζωσε, κι ύστερα από ένα χρόνο, χάθηκε χωρίς ίχνος. Την αναζήτησαν, μάταια.
-Καλή τρομαχτική ιστοριούλα, είπε ο Παναγιώτης, αλλά τι σχέση έχει με εμάς;
-Άμεση, είπε η Αργυρώ δακρυσμένη, – γιατί αυτός ο γάμος έγινε ακριβώς στο χώρο που κράτησες εσύ για εμάς.
-Δεν καταλαβαίνω ακόμα Και τι σημασία έχει τι συνέβη τότε στους άλλους; Όλοι τραγωδίες έχουμε ακούσει.
-Λένε πως το κέντρο αυτό χτίστηκε πάνω σε παλιό νεκροταφείο. Η αίθουσα που έκλεισες είναι ακριβώς εκεί που είχαν θάψει την νύφη που αυτοκτόνησε λίγες μέρες μετά το γάμο της. Επειδή έπιασε τον άντρα της να την απατά. Καταλαβαίνεις τώρα;
-Όχι! Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοιες δεισιδαιμονίες!
-Η πονεμένη της ψυχή εκδικείται, λένε. Τον γαμπρό τον παίρνει στην ίδια εβδομάδα, τη νύφη σ ένα χρόνο. Κάποτε θα ξανασυμβεί. Τι κι αν τώρα είναι η σειρά μας; Δεν είναι τυχαίο που η γιαγιά ήρθε στον ύπνο μου να με προειδοποιήσει!
-Εγώ δεν πιστεύω σε κατάρες, βαρέθηκε ο Παναγιώτης τα ξεσπάσματα της Αργυρώς. Δεν θες να με παντρευτείς, θα πάω να παντρευτώ την Ισμήνη! (Η Ισμήνη ήταν η φίλη της νύφης.) Υπόγραψε τις προσκλήσεις ήθα το κάνω!
Η Αργυρώ, ύστερα από λίγο, ακύρωσε τον γάμο. Τα λόγια του Παναγιώτη για την Ισμήνη την ενόχλησαν, τη στιγμάτισαν.
Κι αυτός το εννοούσε. Και η Ισμήνη βγήκε ψεύτρα φίλη, τον δέχτηκε. Ούτε βδομάδα δεν πέρασε, και η κατάρα έπιασε: ο Παναγιώτης σκοτώθηκε με τη μηχανή του, όταν έμειναν τα φρένα.
Η Αργυρώ φοβήθηκε πραγματικά για την Ισμήνη, μα δεν κατάφερνε να της το συγχωρήσει. Την επόμενη ήθελε να ρωτήσει τη Δανάη πώς μπορεί να βοηθήσει την παλιά της φίλη, τώρα που σε έναν χρόνο θα έρθει κι η δική της ώρα. Όμως, εκείνη είχε ήδη φύγει από τη δουλειά. Στη διεύθυνση που είχε δώσει, δεν έμενε κανένας.
Λέγεται πως ο πιο τρομακτικός γάμος στην πόλη έγινε στα 70s. Πουθενά δεν βρήκα αποδείξεις. Και τότε, τέτοια πράγματα κρατιούνταν κρυφά.
Αλλά οι ντόπιοι τα θυμούνται καλά Μέσα στη μοναξιά της, η Αργυρώ περνούσε μέρες μπροστά στη θολή αντανάκλαση του εαυτού της στο παράθυρο, ψάχνοντας φευγαλέες σκιές πίσω απ το τζάμι. Κρατούσε ακόμα μια τελευταία πρόσκληση χωρίς υπογραφή, κυκλωμένη απ το φόβο και την ενοχή. Άραγε ήταν όντως κατάρα ή μήπως επιλογές που ξεγλιστρούν σαν φαντάσματα από τα χέρια μας;

Ένα βράδυ, αργά, άκουσε ένα ήσυχο χτύπημα στην πόρτα. Τρόμαξεποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Ξεκλείδωσε διστακτικά, μα στο κατώφλι δεν ήταν κανένας ζωντανός· μόνο ένα άσπρο, ευωδιαστό μπουκέτο από αληθινά τριαντάφυλλα. Στο χαρτάκι είχε γραφτεί με κομψά γράμματα: «Να αγαπάς, ακόμα κι εκεί που φοβάσαι».

Τότε, σαν να άκουσε τη φωνή της γιαγιάς της, ήσυχη, να της ψιθυρίζει πως οι κατάρες σπάνε εκεί που ανθίζει η συγχώρεσηκυρίως για τον εαυτό μας. Έκλαψε σιωπηλά, άφησε την πρόσκληση δίπλα στ αγριολούλουδα του μπαλκονιού και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, βγήκε στο φως της ζωής που περίμενε υπομονετικά τη θάρρος της.

Κανένας δεν έμαθε για τη Δανάη, κανένας δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια για την προειδοποίηση. Μα στο μικρό διαμέρισμα της Αργυρώς, κάθε άνοιξη, όταν τα πρώτα λευκά τριαντάφυλλα άνθιζαν στο παράθυρο, οι γείτονες ορκίζονταν πως το σπίτι μοσχοβολούσε χαρά κι ελπίδακι ας έλεγαν κάποιοι πως ακούγονταν να γελούν μαζί, μια γιαγιά και μια εγγονή πίσω απ τις κουρτίνες.

Oceń artykuł
Στο προειδοποιώ για τελευταία φορά: αν δεν αλλάξεις την αίθουσα δεξίωσης, αρνούμαι να σε παντρευτώ – απομένουν μόνο δύο εβδομάδες για το γάμο, κρατάω τα προσκλητήρια στα χέρια μου και δεν τολμώ να τα υπογράψω…🤨 – Τι σου έπιασε πάλι, Λία; ρώτησε με στενοχώρια ο μέλλοντας σύζυγος της. – Έχω ένα κακό προαίσθημα! – Λογικό είναι, χαμογέλασε εκείνος, δεν παντρεύεσαι κάθε μέρα. Το άγχος θα φύγει, σου το υπόσχομαι! – Πώς μπορείς να μου υποσχεθείς κάτι που δεν ξέρεις; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συμφωνήσεις μαζί μου; Πώς θα ζήσουμε μαζί αν ήδη τώρα δεν κάνεις καμιά υποχώρηση για μένα; – Δεν είμαστε και τόσο πλούσιοι, αγάπη μου, απάντησε εκείνος με παράπονο. Ήδη πλήρωσα την αίθουσα και το δείπνο, και αν ακυρώσουμε, χάνουμε όλη την προκαταβολή. – Αυτό δεν είναι το χειρότερο, αγαπημένε μου, απλά πίστεψέ με… – Όχι, δεν πιστεύω σε τέτοιες ανοησίες. Είναι τουλάχιστον ανόητο. Και στη χειρότερη, θα μείνουμε χωρίς ταξίδι του μέλιτος. Θα μου εξηγήσεις τελικά τι συμβαίνει; – Καλά, άκου λοιπόν. Αλλά μη μου πεις πως αυτά δεν συμβαίνουν! Αν δεν το πιστεύεις, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. – Στο υπόσχομαι, απάντησε εκείνος. – Στη δουλειά μας εμφανίστηκε πρόσφατα μία παράξενη κοπέλα, η Άννα. Πολύ κλειστή, δεν μιλάει με κανέναν και φοράει μόνο μαύρα. Ήρθε λοιπόν και μου λέει: „Χαιρετίσματα από τη γιαγιά Τατία”. – Τι; απόρησα, αφού η γιαγιά Τατία έχει τρία χρόνια που πέθανε. – Θέλεις να σου πω τι θέλει να σε προειδοποιήσει; με ρώτησε. Αλλά μετά τη δουλειά. Συμφώνησα. Και να τι μου αποκάλυψε: – Ήταν παλιά. Τότε στη γειτονιά μας άνοιξε ένα καινούριο εστιατόριο με αίθουσα εκδηλώσεων. Ο Στέφανος δούλευε οδηγός στα έργα και είχε καλό μισθό. Πρότεινε στη νύφη του, τη Ναταλία, να κάνουν το γαμήλιο γλέντι εκεί. Εκείνη χάρηκε πολύ, ήρθε από χωριό και ούτε εκείνη ούτε οι δικοί της είχαν πάει ποτέ σε εστιατόριο. Ήθελε να τους εντυπωσιάσει και να τους ευχαριστήσει. Την ημέρα εκείνη, η νύφη έλαμπε. Το λευκό φόρεμα και το πέπλο της πήγαιναν πολύ. Και ο γαμπρός πραγματικός κύριος… Μετά το γάμο, ο γαμήλιος στολισμένος κορτέζ και το λεωφορείο με τους καλεσμένους πήγαν στην αίθουσα. Όλοι έμειναν με το στόμα ανοικτό με τη διακόσμηση, εκτός από μια ηλικιωμένη που έγνεψε απογοητευμένη: – Πρώτη φορά στη ζωή μου, σε γάμο με ψεύτικα λουλούδια αντί αληθινά… Κακό σημάδι… Κανείς δεν έδωσε σημασία, τότε όλα ήταν πλαστικά: ρούχα, πιάτα, τα πάντα σχεδόν. Όμως οι καλεσμένοι έφεραν αληθινά λουλούδια, τα έβαλαν σε βάζα στα τραπέζια γαμπρού και νύφης. Στην κορύφωση της γιορτής, οι νεόνυμφοι σηκώθηκαν για αργό χορό. Όταν γύρισαν, η νύφη έμεινε άναυδη. Το μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα που είχε μπροστά της, είχε μαραθεί τελείως. Οι σερβιτόροι το πήραν, η διασκέδαση συνεχίστηκε – αλλά μετά από λίγο, η νύφη ζαλίστηκε και λιποθύμησε. Άνοιξαν τα παράθυρα, αλλά πάλι δεν ένιωθε καλά. Άρχισαν οι ψίθυροι: – Η νύφη είναι έγκυος… Άλλοι αστειεύονταν: – Αρκεί να μην είναι άρρωστη, η εγκυμοσύνη περνάει… Άλλος είπε στους γονείς της ότι είδε ένα ματωμένο σημάδι στο φόρεμα, αλλά όταν πλησίασαν, δεν υπήρχε τίποτα. Μετά, κυκλοφόρησε η φήμη ότι κάποιος είδε μια μυστηριώδη γυναίκα στα μαύρα να μπαίνει στην αίθουσα. Έψαξαν, αλλά δεν βρήκαν κανέναν. Η πρώτη νύχτα του γάμου μετατράπηκε σε εφιάλτη: οι νεόνυμφοι δεν μπόρεσαν να μείνουν μαζί, γιατί αισθάνονταν μια παρουσία στο δωμάτιο. Άκουγαν βήματα, ψίθυρους, και στον Στέφανο φαινόταν ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Το πρωί έπαθαν σοκ. Τότε δεν ήταν συνηθισμένα τα ταξίδια του μέλιτος. Γύρισαν αμέσως στη δουλειά και ο Στέφανος δεν έζησε να φτάσει στο Σαββατοκύριακο – σκοτώθηκε σε τροχαίο, ενώ ήταν έμπειρος οδηγός και η μέρα τέλεια. Η Ναταλία μαράζωσε, και ένα χρόνο μετά, εξαφανίστηκε και ποτέ δε βρέθηκε… – Ωραίο παραμύθι για να μας τρομάξεις, είπε ο Αλέξης. Τι σχέση έχει όμως με εμάς; – Άμεση, είπε κλαίγοντας σχεδόν η Λία. Γιατί αυτή η καταραμένη γαμήλια δεξίωση έγινε ακριβώς σε αυτήν την αίθουσα που έκλεισες! – Δεν καταλαβαίνω, είπε εκείνος πεισματικά. Εμείς τι φταίμε; Σε τόσους ανθρώπους συμβαίνουν πράγματα… – Λένε πως το εστιατόριο χτίστηκε πάνω σε παλιό νεκροταφείο. Και η αίθουσα που έχεις κλείσει είναι ακριβώς στο σημείο που ήταν ο τάφος μιας νύφης που αυτοκτόνησε λίγες μέρες μετά το γάμο της, όταν έπιασε τον άντρα της να την απατά… Κατάλαβες τώρα; – Όχι! Δεν πιστεύω σε μεταφυσικά! – Η άδικα χαμένη ψυχή της εκδικείται – παίρνει το γαμπρό μόλις μετά το γάμο και τη νύφη ένα χρόνο αργότερα. Κάποια στιγμή θα ξανασυμβεί… Μήπως αυτό είναι το σημάδι μας; Τι θα γίνει αν το δικό μας πάρει την κατάρα; Η γιαγιά δεν με ειδοποίησε τυχαία! – Δεν πιστεύω σε κατάρες, της πέταξε ο Αλέξης. Αν δεν θες να παντρευτείς, θα παντρευτώ τη Λέλα! – Η Λέλα ήταν φίλη της νύφης – Υπόγραψε τα προσκλητήρια ή… κρατώ το λόγο μου. Η Λία δίστασε ακόμα λίγο, αλλά τελικά είπε όχι στο γάμο. Τα λόγια του Αλέξη για γάμο με άλλη ήταν βαρύ χτύπημα. Και όντως, τήρησε την απειλή του και η Λέλα δέχτηκε αμέσως να τον παντρευτεί. Δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα, όταν το κακό έγινε – ο Αλέξης σκοτώθηκε σε τροχαίο με μηχανή, όταν τα φρένα του χάλασαν ξαφνικά. Η Λία τρόμαξε για τη Λέλα, αλλά δεν μπορούσε να της συγχωρήσει την προδοσία. Την άλλη μέρα πήγε να βρει τη συνάδελφο που της τα είπε όλα, μήπως μπορεί να βοηθήσει τη Λέλα, αλλά εκείνη είχε ήδη παραιτηθεί. Στη διεύθυνση της δήλωσης, δεν έμενε κανείς. Λένε πως αυτή η πιο ανατριχιαστική γαμήλια ιστορία έγινε στη δεκαετία του ’70, χωρίς κανένα επίσημο στοιχείο – λογικά, τέτοια πράγματα δεν έβγαιναν παραέξω τότε. Μα οι ντόπιοι ήξεραν καλά τι είχε συμβεί…😏🌿🥀✨✨