Στο εργοστάσιο οι άντρες συχνά πείραζαν το επώνυμο του Σαβέλη. Το ίδιο και οι γυναίκες, ειδικά όταν το άκουγαν για πρώτη φορά.

На εργοστάσιο, το επώνυμο του Σταύρου γινόταν τακτικά αιτία για αστεία μεταξύ των αντρών. Και οι γυναίκες δεν πήγαιναν πίσω δηλαδή, ιδίως αν το άκουγαν πρώτη φορά. Έτσι, ένα ωραίο πρωινό εμφανίστηκε μια καινούρια φύλακας στην πύλη γυναίκα γύρω στα σαράντα που, μόλις είδε το πάσο του Σταύρου κι είπε το επίθετό του, έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο.

Α, Τριγλιανός; Υπάρχουν στ αλήθεια τέτοια επίθετα;
Το βλέπεις και μόνη σου! απάντησε ο Σταύρος, που αμέσως της μίλησε στον ενικό, γιατί φαινόταν αρκετά νεότερη. Βέβαια υπάρχουν.
Ενδιαφέρον, από πού σας ήρθε έτσι το επώνυμο; συνέχισε να ρωτάει η φύλακας. Γεια σου, Τριγλιανέ!
Ο Σταύρος ήταν πλέον βετεράνος στο να ξεφουρνίζει τσαχπίνικες απαντήσεις για τέτοιες περιπτώσεις.
Λένε πως η προγιαγιά μου, κάποτε δε θυμάμαι σε ποια γενιά έκανε ζουζουνιές με ένα καλικάντζαρο. Και μετά, να σου και το επίθετο
Αντί να γελάσει με το αστειάκι, η φύλακας έμεινε με ένα τόσο σοβαρό ύφος, που ο ίδιος ο Σταύρος έβαλε τα γέλια.
Σοβαρολογείτε τώρα; ψιθύρισε εκείνη τρομαγμένη.
Ε, ναι! συνέχισε εκείνος ακόμα πιο σαρκαστικά. Και μάλιστα, έχουμε όλοι οι Τριγλιανοί από τότε παραφυσικές ικανότητες. Οπότε πρόσεχε, καλλονή μου, μην τσακωθείς μαζί μου Αν με προκαλέσεις, θα σου εμφανιστώ νύχτα ντυμένος καλικάντζαρος ύπνο δε θα δεις!
Μετά από αυτό, η φύλακας τον κοίταξε καχύποπτα και του είπε σοβαρά:
Εμένα μη με τρομάζεις! Κι άμα θέλω βρίσκω και για καλικάντζαρους λύση. Προχώρα, μη σταματάς τον κόσμο.

Το βραδάκι όταν τέλειωσε η βάρδια, εκείνη πάλι στο πόστο της. Μόλις τον είδε έκανε μια μούρη ξινή.
Εε, καλλονή! Γιατί τέτοια ξινίλα; της είπε φιλικά.
Άκου να δεις, εγώ είμαι η Κατερίνα Παπαδοπούλου, όχι καλλονή! πέταξε εκείνη. Και μη με κοιτάς έτσι! Πέρασε και δρόμο σου!
«Ωπ», σκέφτηκε ο Σταύρος βγαίνοντας, «μάλλον εχθρό απέκτησα. Δε του αρέσουν τα αστεία».

Το πρωί δεν ήταν στη βάρδια. Όμως, στο μεσημεριανό στης καντίνα του εργοστασίου, ήρθε και έκατσε ξαφνικά απέναντι του ενώ ο ίδιος έτρωγε παστίτσιο με μπιφτέκι. Έσκυψε και του ψιθύρισε, έτσι συνωμοτικά που να μην την ακούσει διπλανός.
Για πες, Τριγλιανέ! Εσύ είχες δάχτυλο χτες τη νύχτα, έτσι;
Ο Σταύρος λίγο έλειψε να πεταχτεί το μπιφτέκι απ’ το στόμα του.
Τι λέτε, κυρία Παπαδοπούλου; βήχοντας άλλαξε σε πληθυντικό. Τι εννοείτε «είχα δάχτυλο»;
Μη κάνεις τον ανήξερο! τον στραβοκοιτάζει. Εσύ με προειδοποίησες
Για τι πράγμα;
Ότι δεν πρέπει να τα βάζω μαζί σου!
Και λοιπόν;
Απειλούσες ότι θα μου παρουσιαστείς καλικάντζαρος τη νύχτα! Δεν απειλούσες;
Εντάξει, μην τα λέτε αυτά! Χθες, απλά έκανα πλάκα!
Καλά, πλάκα λέει συνέχισε τσαντισμένη. Τη νύχτα όμως ποιος μου τράβαγε το πόδι;
Ποιος δηλαδή;
Ναι! Μόλις είχα κλείσει το μάτι, νιώθω το πάπλωμα να φεύγει και κάτι με τσάκ γλυκά στο πόδι. Νόμιζα πως θα τρελαθώ απ το φόβο!
Ε, κυρία Παπαδοπούλου σας παρακαλώ, σοβαρολογείτε; Νομίζετε ότι σκαρφάλωσα απ το παράθυρό σας να σας τραβήξω τα πόδια;
Δε με νοιάζει πώς μπήκες, αλλά το χέρι σου το ένιωσα!
Το δικό μου; σάστισε ο Τριγλιανός. Μήπως ήταν ο άντρας σας, ένα παιχνιδάκι;
Ποιος άντρας; αγρίεψε. Χώρισα εδώ και πέντε χρόνια! Ήσουν εσύ, ποιος άλλος;
Και πώς το συμπεράνατε;
Ε, είσαι Τριγλιανός! Και η προγιαγιά σου Καλά δε μας τα 'λεγες;
Αστειευόμουν καλέ! Σε όλους τα λέω αυτά, όλοι γελάνε πλην εσάς
Ε, παραγέλασες το βλέμμα της έσταζε απειλή. Εγώ ούτε ώρα δεν έκλεισα όλη νύχτα λόγω εσού. Τι επανέβλεπα γωνίες να ακούω θορύβους!
Όλα φαντασία σας είναι προσπάθησε να ηρεμήσει ο Σταύρος. Εγώ, με το σταυρό στο χέρι, αθώος!
Όμως η Παπαδοπούλου έγνεψε αρνητικά.
Άκου εδώ, Τριγλιανέ Δε θα το βγάλεις έτσι από πάνω σου. Εσύ το ξεκίνησες, εσύ να καθαρίσεις!
Δηλαδή;
Έμαθα πως δεν είσαι παντρεμένος
Και;
Τη νύχτα θα μείνεις στο σπίτι μου. Δε θα σε γκρινιάξει κανείς, έτσι;
Εγώ, εσάς; Τι εννοείτε;
Θέλω να διώχνεις τους συγγενείς σου απ’ το σπίτι μου όλη τη νύχτα!
Ποιους συγγενείς;
Τους καλλικαντζάρους σου! Εγώ θα κοιμάμαι, γιατί πλέον στο σκοτάδι δεν μπορώ να ύπνω. Με φως δε με πιάνει ύπνος! Κατάλαβες;
Κατάλαβα και με τρόμο έγνεψε καταφατικά ο Τριγλιανός, καταλήγοντας πως τσάμπα αντιλογία. Πότε να έρθω;
Μετά τη βάρδια σου. Θα πάμε μαζί να μη μου τη φέρεις. Θα σε ταΐσω, μετά σε κοιμίζω. Στις εννιά θα σε ξυπνήσω και θα κάτσεις όλη νύχτα δίπλα μου φρουρός.

Χρειάζεται αλήθεια να πούμε πως από εκείνη τη νύχτα, ο Σταύρος ποτέ πια δεν έφυγε από το σπίτι της Κατερίνας Παπαδοπούλου; Γιατί, ναι μεν λίγο αγχώδης και ψοφοδεής, αλλά γυναίκα της προκοπής. Φιλόξενη, ακόμα και περιέργως πώς τρυφερή. Ένας άντρας να θέλει; Λίγη τρυφερότητα και κατανόηση. Τα υπόλοιπα, τι να τα κάνει;Κι έτσι, κάθε βράδυ, εκείνος έφτανε με δυο μπουρεκάκια κι ένα χαμόγελο στη σακούλα, και εκείνη τον περίμενε με μια λαχτάρα μισοκρυμμένη πίσω από δήθεν αυστηρό βλέμμα. Ποτέ τους δεν είπανε αν φοβόταν στ αλήθεια τους καλικάντζαρους ο καθένας τους ήξερε καλά πως τα τέρατα που μας κυνηγούν τη νύχτα είναι πιο συχνά της φαντασίας μας, και γιατρειά τους είναι απλώς μια χούφτα γέλιο, μια μυρωδιά από σπιτικό φαγητό, και δύο κουβέντες έως το χάραμα.

Τα υπόλοιπα στο εργοστάσιο έμαθαν γρήγορα το μυστικό: ότι η καλύτερη άμυνα απέναντι σε όσα σε τρομάζουν δεν είναι να τα πολεμάς μόνος, αλλά να τα μοιράζεσαι με κάποιον που έχει χιούμορ και λίγο θάρρος ή, έστω, δείχνει να έχει. Κι αν καμιά φορά ο Σταύρος άρχιζε τις ιστορίες για προγιαγιάδες και καλικάντζαρους, όλοι γελούσαν μα η Κατερίνα, από την άλλη άκρη της καντίνας, του έκανε ένα βλέμμα που έλεγε: Πρόσεχε, μικρέ μάγκα, γιατί εδώ μέσα δεν περνούν εύκολα τα κόλπα σου!

Από τότε, κάθε Χριστούγεννα, κάτι παράξενο συνέβαινε: κανείς στο εργοστάσιο δεν πάθαινε πια αϋπνίες, ούτε φοβόταν νυχτερινά παράπονα ή σαστιμασμένα φαντάσματα. Γιατί, όπως λένε και τώρα, τα βράδια που μοσχομυρίζουν παστίτσιο και γέλιο, οι καλικάντζαροι βρίσκουν πάντα τα σπίτια που χουν φως και χαρά κι επιτέλους, προτιμούν να κάθονται κι αυτοί στο ζεστό, να ακούν ιστορίες και να μοιράζονται λίγη από τη μαγεία που φέρνει δυο άνθρωποι όταν σταματούν να φοβούνται το σκοτάδι και προσκαλούν ο ένας τον άλλον στο φως.

Oceń artykuł
Στο εργοστάσιο οι άντρες συχνά πείραζαν το επώνυμο του Σαβέλη. Το ίδιο και οι γυναίκες, ειδικά όταν το άκουγαν για πρώτη φορά.