Στα δεκατέσσερα μου χρόνια, ήδη βίωνε τις ημικρανίες με ημιπληγία κρίσεις σπάνιες που μπορούσαν να μου αφήσουν το μισό σώμα άχρηστο. Μια δεκαετία το αντέχα με μια βαριά αντοχή, καθώς τα επεισόδια έρχονταν προβλέψιμα μέχρι που ξαφνικά έχασαν κάθε ρυθμό. Οι κρίσεις με βύθισαν στη μονοτονία τους, μέρα με τη μέρα, ώσπου έχασα τη διαύγεια, τη δυνατότητα να δουλεύω, το νου μου σχεδόν. Οι ειδικοί δοκίμασαν κάθε τι που μπορούσαν να σκεφτούν: εναλλαγές φαρμάκων, ενέσεις Botox, επώδυνες παρεμβάσεις στα νεύρα, αυστηρές δίαιτες. Τίποτα δεν άγγιξε τον πυρήνα του προβλήματος. Μόνο τα παυσίπονα με κράταγαν όρθια, κι ας τα μισούσα. Δύο ή τρία χρόνια πριν, άκουσα τη λέξη που κανείς δεν περίμενε σαν „λύση”: εγκυμοσύνη. Ίσως, μου έλεγαν με ελπίδα που έμοιαζε απελπισία, το σώμα να κάνει «επανεκκίνηση» με τα δικά του ορμονικά ρυθμίσματα.
Στα δεκατέσσερά μου χρόνια, στην Καλαμάτα όπου μεγάλωσα, κανείς δεν γνώριζε για ημικρανίες με ημιπληγία, ούτε καν οι γιατροί μιλούσαν γι αυτές μόνο στις ιατρικές σχολές στην Αθήνα. Οι κρίσεις μου επέστρεφαν κάθε μήνα, αφήνοντάς με να μουδιάζει η αριστερή μου πλευρά, να τραυλίζω σαν να είχα πάθει εγκεφαλικό. Ως τα είκοσι τέσσερα, ήμουν ακόμη συντονίστρια σε μια τεχνική εταιρία στην Θεσσαλονίκη. Με κατέκλυζε το άγχος αλλά το αγαπούσα: οι προθεσμίες, ο ρυθμός, η αίσθηση σκοπού. Μετά το είκοσι τέσσερα, οι ημικρανίες ήρθαν για να μείνουν. Χρόνια, απρόβλεπτες, εκφοβιστικές.
Ονομάζομαι Ειρήνη Παπαδοπούλου και πριν εκείνες κυριαρχήσουν, ήμουν γεμάτη όνειρα, σχεδόν έτοιμη να κατακτήσω τον κόσμο. Το καθημερινό μαρτύριο, τα νυσταγμένα πρωινά, ο νευρολόγος μου, ο κύριος Αντωνίου, να προσθέτει φάρμακα με ονόματα που δεν χωρούσε το στόμα μου. Μου έκαναν Botox στο κεφάλι και τις γνάθους πόνος, ελπίδα και μετά απογοήτευση. Μπλοκ στα νεύρα που με άφηναν παγωμένη, μια εβδομάδα πριν φανεί ήττα ξανά.
Τα χάπια δεν κατόρθωσαν τίποτα.
Ήρθαν μέρες που δεν σήκωνα το κεφάλι απ το μαξιλάρι. Ο άντρας μου, ο Νίκος, με σήκωνε μέχρι το μπάνιο. Φοβόμουν πως θα πέσω η αριστερή μου πλευρά δεν μ υπάκουε. Έχασα τη δουλειά μου, την ανεξαρτησία μου, και σταδιακά, τον αυτοσεβασμό. Το τελευταίο μου καταφύγιο ήταν τα αναλγητικά τα φοβόμουν, δεν ζούσα χωρίς αυτά. Κι έτσι επέστρεψα στη δουλειά έστω και με μισή καρδιά.
Μετά, εμφανίστηκε μια καινούρια πρόταση απ τους γιατρούς. Παράξενη, σχεδόν ανεξήγητη.
Εγκυμοσύνη.
Τρεις νευρολόγοι σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο μου είπαν πως, για γυναίκες σαν εμένα, μια ολοκληρωμένη εγκυμοσύνη ίσως να είναι ένα ορμονικό «restart». Κανένα φάρμακο δεν μπορούσε να το αναπαραγάγει αυτό.
Απομείναμε με τον Νίκο άφωνοι. Θέλαμε παιδί, όχι όμως σαν πείραμα. «Είναι ένα στοίχημα», παραδέχθηκε ο κύριος Αντωνίου. «Αλλά μπορεί να σταματήσει εντελώς τις ημικρανίες».
Φοβόμουν, αλλά ο τρόμος να ζήσω έτσι άλλη μια δεκαετία ήταν μεγαλύτερος.
Η απόφαση έκαιγε μέσα μας μήνες. Κάθε φορά που η ημικρανία έκλεβε το σώμα μου, κάθε φορά που ο Νίκος πήγαινε να πει κάτι και τελικά σώπαινε, το ερώτημα κρέμονταν ανάμεσά μας: Άξιζε να φέρουμε έναν άνθρωπο στον κόσμο αν δεν έβγαινα από αυτόν τον εφιάλτη;
Ο κύριος Αντωνίου τα έβαλε όλα στο τραπέζι: κίνδυνοι, επιπλοκές, τίποτε εγγυημένο. Αλλά πρόσθεσε: «Ειρήνη, το έχω δει να συμβαίνει. Δεν υπόσχομαι, αλλά το έχω δει».
Το σκέφτηκα με έναν τρόπο που δεν έφευγε, βράχος στο στήθος.
Μια βραδιά, μετά από μια κρίση που με πέταξε στο πάτωμα του μπάνιου, το παγωμένο πλακάκι στο μάγουλό μου, μουγκή και ανίκανη να μιλήσω, ο Νίκος δίπλα μου, μου χάιδευε τα μαλλιά σιωπηλά. Όταν η παράλυση καταλάγιασε ψιθύρισα: «Δεν αντέχεται πια έτσι».
Ούτε προσπάθησε να με πείσει.
Κουβεντιάσαμε με τις ώρες φόβος, ενοχή, αν ευσταθούσε μια εγκυμοσύνη σε τέτοια αβεβαιότητα. Τελικά μου είπε: «Αν αυτό σου δώσει πίσω μια πραγματική ζωή το παιδί δεν θα νομίζει ποτέ πως είναι βάρος. Θα ξέρει πως σε έσωσε».
Κι εκεί σφραγίστηκε η απόφαση.
Η εγκυμοσύνη ήρθε δύσκολα. Επτά μήνες μετρώντας τεστ, εξετάσεις, ματαιώσεις. Όταν είδα το θετικό, έκλαψα τόσο που ο Νίκος νόμισε πως χάθηκε κάτι. Ήταν λύτρωση, φόβος, ελπίδα όλα μαζί.
Το πρώτο τρίμηνο ήταν αμείλικτο: ορμόνες, ναυτίες, ζάλη. Οι ημικρανίες δεν έφυγαν, άλλαξαν. Άρχισαν να μειώνονται, παροδικά λιγότερο έντονες. Ήταν μια ψεύτικη, μα συγκλονιστική αλλαγή.
Στους έξι μήνες, από τις καθημερινές κρίσεις, βρέθηκα να παλεύω δύο ή τρεις φορές τη βδομάδα όχι ανώδυνο, αλλά υποφερτό.
Όταν πέρασε μια μέρα ολόκληρη χωρίς πονοκέφαλο έκλαψα μπροστά στον ταμία του σούπερ μάρκετ, που με κοίταξε λες κι ήμουν τρελή. Δεν με ένοιαξε: είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που ένιωσα ελεύθερη έτσι.
Ο Νίκος ξαναπήρε πίσω το χαμόγελό του. Ξεκίνησα να ζω και πάλι, με μια εύθραυστη ελπίδα. Μα το ταξίδι δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Στον έβδομο μήνα, ένα πρωτόγνωρο επεισόδιο: παροδική τύφλωση, και μουδιασμένα και τα δύο χέρια. Η λέξη που φοβόμουν έπεσε βαριά: «Προεκλαμψία».
Ο κόσμος μας έπεσε απότομα. Υψηλή πίεση, κίνδυνοι για μένα και το παιδί ακόμη και ο κύριος Αντωνίου έμοιαζε ανήσυχος. Με εισήγαγαν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Αέρας παγωμένος, μυρωδιά απολυμαντικού, η καρδιά μου να χτυπά στους ήχους των μηχανημάτων. Κάθε ώρα, έλεγχοι. Δεν άντεχα να νιώθω πάλι εξαρτημένη απ όλους.
Παρά τον φόβο, οι ημικρανίες συνέχισαν να υποχωρούν.
Τα προβλήματα όμως της πίεσης, άλλαξαν τη ροή. Οι γιατροί άρχισαν να συζητούν πρόωρο τοκετό. «Θέλουμε να φτάσουμε όσο πιο κοντά γίνεται στις σαράντα εβδομάδες», είπε ο κύριος Αντωνίου, «αλλά κάθε μέρα μετρά». Ο Νίκος δεν ξεκόλλησε από δίπλα μου ούτε νύχτα ούτε μέρα τρώγοντας μόνο σουβλάκια από το κυλικείο, κρατώντας μου το χέρι στα check-up.
Στις 35 εβδομάδες, τα πάντα αγρίεψαν. Η πίεση εκτοξεύτηκε. Ένιωσα πονοκέφαλο τέτοιο που φοβήθηκα για χειρότερη κρίση, όμως δεν ήταν παράλυση ήταν πίεση, πρήξιμο, κάτι ζόρικο.
Η μαιευτήρας μπήκε με ήσυχη φωνή: «Ειρήνη, πρέπει να γεννήσουμε το παιδί. Σήμερα».
Κοίταξα τον Νίκο. «Είναι νωρίς; Θα τα καταφέρει;»
«Είναι δυνατή», ψιθύρισε, λυγίζοντας.
Μια ώρα μετά, μου έκαναν πρόκληση τοκετού. Το δωμάτιο έλαμπε αφύσικα, παντού μηχανήματα και γιατροί έτοιμοι για τα πάντα. Μου έβαλαν μαγνήσιο για τις κρίσεις το σώμα μου βάρος διπλό, λες και ο κόσμος με τραβούσε κάτω.
Δώδεκα ώρες. Κάθε λεπτό μια αγωνία.
Στις 03:12, η κόρη μας ήρθε ουρλιάζοντας στον κόσμο: Δανάη μικροσκοπική αλλά δυνατή, τέλεια.
Την κράτησα πάνω μου, δάκρυα να καίνε τα μάγουλά μου. Ο Νίκος με φίλησε στο μέτωπο: «Το κατάφερες. Είναι εδώ».
Το θαύμα όμως ήρθε μετά.
Δύο μήνες μετά τη γέννα, στις τέσσερις το χάραμα, την κρατούσα αγκαλιά να αποκοιμηθεί, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν πονούσα εβδομάδες, καν ούτε μια ημικρανία.
Στους τέσσερις μήνες, ενενήντα μέρες χωρίς κρίση.
Στον ένατο, ο κύριος Αντωνίου είπε τα λόγια-δικαίωση: «Ειρήνη, οι ημικρανίες ημιπληγίας είναι σε ύφεση».
Γύρισα στη δουλειά, ξαναέτρεξα στη Νέα Παραλία, σχεδίασα χωρίς τρόμο την κάθε επόμενη μέρα.
Κάποιες νύχτες, παρατηρώ τη Δανάη μου να κοιμάται, και σκέφτομαι πώς κάτι τόσο μικρό επανεκκίνησε ολόκληρη τη ζωή μου. Οι γιατροί είχαν δίκιο η εγκυμοσύνη τα άλλαξε όλα. Όχι μαγικά, αλλά όπως ξημερώνει ο ήλιος: αργά, αμυδρά, κι όταν αποτραβήξεις το βλέμμα βλέπεις πως όλα έχουν φωτιστεί.
Οι ημικρανίες δεν έσβησαν απλά.
Με απελευθέρωσαν.





