4 Νοεμβρίου
Πάλι τα ίδια! Διάβασα το μήνυμα στη συνομιλία της ομάδας του νηπιαγωγείου και πέταξα το κινητό στον καναπέ δίπλα μου. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται αυτά τα ατέλειωτα διαγωνισμούδια με έχουν εξαντλήσει.
Τι έγινε, μαμά; με ρώτησε η Δάφνη, σηκώνοντας το βλέμμα από το τετράδιο της.
Διαγωνισμός πάλι! Δεν αντέχω άλλο! Ποιος τα σκέφτεται αυτά; Και φυσικά, θέλουν να το παραδώσουμε μέχρι μεθαύριο. Κι εγώ αύριο έχω εφημερία. Πότε να το φτιάξω;
Θες να το κάνω εγώ; με κοίταξε η Δάφνη, σπρώχνοντας στην άκρη το βιβλίο των μαθηματικών. Σχεδόν τελείωσα τις ασκήσεις μου. Εντάξει, έχω ακόμη άλγεβρα, αλλά θα τη ρωτήσω αύριο τη Μαρίνα. Θα με βοηθήσει να καταλάβω τη δύσκολη άσκηση.
Όχι, κόρη μου, δες τα δικά σου. Είσαι στο τέλος του τριμήνου, έχεις και τεστ μπροστά σου.
Κι ο Βασιλάκης; Πάλι θα στεναχωρηθεί. Θυμάσαι που έκλαιγε την προηγούμενη φορά, που οι άλλοι πήραν βραβείο και τη δική του κατασκευή ούτε τη κοίταξαν; Και το είχε κάνει μόνος του…
Γι αυτό δεν τη κοίταξαν! ξίνισα. Όλοι οι άλλοι έχουν μαμάδες που μοιάζουν γλύπτριες. Φτιάχνουν κάτι κατασκευές με λεπτομέρεια που ούτε ενήλικας δεν καταφέρνει. Τα παιδικά; Μάλλον αστεία φαίνονται στις δασκάλες. Αυτό όμως που με ενοχλεί κυρίως είναι…
Τι είναι;
Ότι οι δασκάλες ορκίζονται πως όλα είναι μόνο από τα παιδιά. Αν τα έβλεπες θα γελούσες! Ούτε μεγάλοι τα φτιάχνουν με τέτοια λεπτομέρεια.
Μα γιατί κανείς δεν αντιδρά; Όλοι σκύβουν το κεφάλι και φτιάχνουν ό,τι ζητηθεί. Θυμάσαι τι έγινε όταν πήγα Α δημοτικού; Ώσπου ένας γονιός ξεστόμισε πως αυτά πρέπει να τα κάνουν τα παιδιά μόνα τους ή καθόλου.
Ναι, τότε που η κυρία Ειρήνη αποφάσισε να μην ανακατεύονται οι γονείς;
Ακριβώς! γέλασε η Δάφνη. Πόση χαρά είχε τότε η τάξη! Μετά η κυρία Ειρήνη απαίτησε να φέρουμε βελονάκι και νήματα στο μάθημα και ζήτησε από τη Ντίνα να πλέξει. Μάταια προσπάθησε…
Α, ναι, θυμήθηκα πόσο έτρεχα να βρω βελονάκια σε όλη τη γειτονιά! Φυσικά και το θυμάμαι.
Εκείνη την ημέρα η κυρία μαμάς είπε „η κάθε εργασία, αποκλειστικά από το παιδί”, κι από τότε αλλάξαμε όλοι μυαλά. Να έδιναν τα βραβεία στους ίδιους τους γονείς αντί για τα παιδιά να μην στεναχωριέται κανένα παιδί. Η Δάφνη έκλεισε το κασετίνα της. Να σου φτιάξω ένα τσάι; Να διαβάσω και στο Βασιλάκη παραμύθι;
Το θέλω πολύ! Σηκώθηκα και πλησίασα τη Δάφνη. Την αγκάλιασα σφιχτά και τη φίλησα στο μέτωπο. Πόσο μεγάλη έχεις γίνει! Δεν μπορώ να σε φτάσω να σε φιλήσω στο κεφάλι πια. Όλη του πατέρα σου, έγινες…
Μαμά, όχι πάλι για αυτόν… η Δάφνη απομακρύνθηκε ελαφρά. Δεν θέλω να θυμάμαι.
Δεν θα μιλήσουμε άλλο. Πήγαινε βάλε νερό να βράσει και εγώ να πάρω μερικά τηλέφωνα. Μου έδωσες καλή ιδέα.
Την κοίταξα φεύγοντας η πλάτη της ίσια σαν να της είχαν βάλει χάρακα. Πόσο παράξενο πράγμα τα γονίδια… Εγώ πάντα ήμουν ψηλή, γεμάτη, με ξανθά μαλλιά, όπως και ο Βασίλης μου. Η Δάφνη όμως… γεμάτη χάρη, μια φιγούρα σαν να είναι σκαλισμένη, με τέλεια στάση, λεπτό λαιμό, λεπτά δάχτυλα καρμπόν ο πατέρας της και η γιαγιά απ τη μεριά του. Χορεύτρια ήταν κι εκείνη. Όχι πρώτη μπαλαρίνα, αλλά πάντα ξεχώριζε στην ομάδα της. Αν και χαρακτήρας τους δεν έμοιαζαν η Δάφνη ήταν πάντα τόσο γλυκιά και έτοιμη να νοιαστεί για όλους. Και κάποιες φορές, όσοι το έβλεπαν, το εκμεταλλεύονταν…
Στο σπίτι μας ποτέ δεν έλειπαν τα ζωάκια που έφερνε η Δάφνη από το δρόμο. Τα φρόντιζε, τα γιατροπορεύε και, μόλις γίνονταν καλά, τα χάριζε σε καλές οικογένειες.
Από όλους μόνο ο γερο-γάτος που είχαμε βρει τον προηγούμενο χειμώνα έμεινε μαζί μας. Τότε η Αθήνα είχε παγώσει, τα σχολεία έκλεισαν, εγώ ήμουν στη δουλειά και η μικρή μαγείρευε για τον εαυτό της και για τον άρρωστο αδερφό. Βγήκε να πάρει κρεμμύδια από το διπλανό μίνι μάρκετ και καθώς επέστρεφε, γλίστρησε στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Εκεί, είδε τα χρυσά, μελένια μάτια ενός τεράστιου μαύρου γάτου. Του μίλησε τρυφερά και τελικά τον έπεισε να μπει στο σπίτι, όπου τον υποδέχτηκε με λίγο ζεστό γάλα.
Όταν τον είδα την επόμενη μέρα, ανασήκωσα τους ώμους.
Δάφνη, δεν νομίζω να επιβιώσει για πολύ. Είναι πολύ ταλαιπωρημένος
Έστω να νιώσει λίγη ζεστασιά, μαμά, μέχρι να φύγει. Και δεν ξανάγινε λόγος.
Ο γάτος, ο Κούζιας, όπως αποφάσισαν να τον ονομάσουν, έμεινε τελικά για πάντα. Ήταν περίεργο πως επισκίασε τόσο βαθιά τη ζωή μας, με μια σταθερή σιωπηλή παρουσία. Δεν γουργούριζε ποτέ, ούτε απαιτούσε χάδια, απλώς έμενε εκεί κοντά μας. Κι αυτά τα βραδινά ούτε που τα περίμενα να γίνουν σχεδόν εθισμός: εγώ μιλούσα μουρμουριστά για όλα όσα με πονούσαν κι εκείνος με κοίταγε σοφά, πάντα έτοιμος να ακούσει χωρίς να κρίνει.
Το ίδιο ένοιωσε και η Δάφνη μόνο που εκείνη δεν το δήλωσε ποτέ. Το κατάλαβα όταν, σχεδόν δήλωσα πως ο Κούζιας δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από μας, κι εκείνη απλά γέλασε με την έγνοια μου.
Μέσα σ έναν χρόνο, ο Κούζιας ξαναβρήκε το τρίχωμά του, έπαψε να θυμίζει τρύπιο παλτό και έγινε ένας περήφανος, πραγματικός γάτος. Όταν φίλες με ρωτούσαν για την προσωπική μου ζωή, απαντούσα χαμογελώντας: „Βρήκα τον τέλειο άντρα ακούει τα πάντα, αγαπάει τα παιδιά, τρώει λίγο, δεν φοράει κάλτσες!”
Από ένα σημείο και μετά, δεν με απασχολούσε η σκέψη για σχέση. Ένιωθα σαν μαριονέτα με σπασμένα κορδόνια τίποτα δεν μου κινούσε πια το ενδιαφέρον. Μόνο τα παιδιά μου έδιναν ζωή.
Όταν γεννήθηκε ο Βασιλιάς, δειλά δειλά πήρα πάλι τα πάνω μου, μέχρι όμως που χώρισα με τον άντρα μου. Εκείνος, τυπικός Έλληνας της παλιάς σχολής, δήλωσε ότι θα πληρώνει διατροφή μόνο αν τον αναγκάσει το δικαστήριο. Περίμενε, ίσως, να τον παρακαλέσω. Στην αρχή τα έβγαλα δύσκολα πέρα με έναν μισθό, αλλά σύντομα βρήκα μια δεύτερη δουλειά και δεν χρειάστηκε να του μιλήσω ξανά για οικονομικά.
Ωστόσο, όσο κι αν προσπαθούσα, ο χρόνος μου για τα παιδιά ολοένα και μίκραινε. Στην αρχή, έφτιαχνα μαζί τους κατασκευές, διάβαζα, ακόμα και έπλυνα τα πιάτα το βράδυ. Αλλά τελικά, οι απαιτήσεις ήταν υπερβολικές. Κάποια στιγμή, ένας διαγωνισμός στο νηπιαγωγείο έφερε τα πάνω κάτω. Όταν η δασκάλα με κατσάδιασε δημόσια, μαγειρεύοντας μαζί κι άλλους γονείς, έφυγα οργισμένη και αποφασισμένη πως αυτό θα αλλάξει.
Συνεννοήθηκα με τρεις μαμάδες και έναν μπαμπά του τμήματος. Πήραμε απόφαση στους επόμενους διαγωνισμούς να φτιάχνουν οι ίδιοι οι μικροί τα έργα τους όποια και αν είναι τα αποτελέσματα.
Στην επόμενη γιορτή στο νηπιαγωγείο, το καταλαβαίνεις, περπατούσα γεμάτη χαρά. Μέχρι να μπω, το „σκανδαλώδες” έργο του Βασίλη, ένα αρκουδάκι από πλαστελίνη που είχε πλάσσει μόνος του, ήταν κάπου ξεχασμένο στον πάγκο πίσω-πίσω. Το έβγαλα μπροστά, μπροστά· όσο κι αν κατσούφιασε η κυρία Άννα, δεν είπε τίποτα.
Αργούσα να πιστέψω το χαμόγελο του μικρού όταν άκουσε δυο γονείς να το βλέπουν και να το επαινούν. Η αυτοπεποίθηση του μικρού Βασιλάκη φούσκωσε!
Στη γιορτή η Δάφνη είχε ετοιμάσει με τον μικρό το ποίημα. Ο Βασιλάκης το είπε τέλεια κι έριξε και έναν χορό με τη μικρή Βαρβάρα. Ίσως, σκέφτηκα, να του πήγαινε ο χορός γιατί όχι;
Όταν τελείωσε η γιορτή, η κυρία Άννα μοίρασε βραβεία μόνο στα καλύτερα έργα _των γονιών_. Τότε σηκώθηκα κι εγώ και, κοιτώντας το κοινό, είπα:
Θα θέλαμε, ως γονείς, να πούμε κι εμείς ένα ευχαριστώ και να δώσουμε ένα χειροκρότημα σε όλα τα παιδιά που προσπάθησαν και κυρίως σε εκείνα που δούλεψαν μόνα τους. Να πούμε ότι η ουσία είναι η συμμετοχή και η δημιουργία, όχι μόνο το αποτέλεσμα.
Μοίρασα χειροποίητα μικρά γραπτά «βραβεία» και σοκολατάκια σε όλους. Το βλέμμα στα παιδιά άλλαξε τα χαμόγελα ήρθαν ξανά, οι γονείς σιγανογελούσαν. Και ύστερα είπα:
Μην ξεχνάμε να δίνουμε αξία στη μοναδικότητα. Να μην τη μετράμε μόνο με διακρίσεις!
Έφυγα πριν αρχίσουν τα σχόλια. Πήρα τον Βασίλη, του έβαλα το αγκωνάκι στο πανωφόρι, κι απομακρυνθήκαμε αγκαζέ προς το σπίτι που μας περίμενε η Δάφνη.
Μαμά;
Τι θες, βασιλιά μου; του χαμογέλασα.
Τελικά, αφού μου έδωσαν βραβείο, άρεσε η κατασκευή μου;
Μα είχες ακούσει! Η καλύτερη, γιατί ήταν δική σου. Κανείς δεν σε βοήθησε.
Μα ήταν λίγο στραβή.
Αναμενόμενο! Γι’ αυτό ήταν τέλεια.
Με κοίταξε με απορία ζευγαρώνοντας το βήμα του στο δικό μου. Ξαφνικά με ρωτά:
Μαμά, είσαι περήφανη για μένα;
Έσκυψα, έπιασα τα μικροσκοπικά του χέρια και τον κοίταξα στα μάτια.
Είμαι πολύ περήφανη γι αυτό που γίνεσαι. Επειδή δεν ζήτησες να κάνω για σένα αυτό που σου αναλογεί, επειδή με βοηθάς σπίτι, επειδή αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Εσύ έπλυνες τα πιάτα χτες, ενώ η Δάφνη διάβαζε. Αυτό παίζει να ήταν πιο σημαντικό από κάθε κατασκευή αυτό είναι αντρική αξία.
Και τι πάει να πει „πραγματικός άντρας”, μαμά;
Σημαίνει να μπορείς να στηριχτείς στις δικές σου δυνάμεις, αλλά και να ξέρεις να λες ευχαριστώ. Να πιστεύεις ότι όλα τα πράγματα μαγείρεμα, πλύσιμο, διάβασμα είναι για όλους. Να βοηθάς χωρίς να το ζητούν και να μοιράζεσαι τον χρόνο σου. Αυτό είναι το παν.
Μαμά, να κάνουμε γιορτούλα απόψε;
Και βέβαια! Θες τούρτα ή παγωτό;
Τούρτα!
Καθισμένη το βράδυ στην κουζίνα, με τσάι με φασκόμηλο, τους κοίταζα να γελάνε. Ο Κούζιας κουλουριασμένος κάτω από το τραπέζι, το σπίτι έμοιαζε ήσυχο. Για να είναι ευτυχισμένα τα παιδιά, αρκεί να τα κάνεις να νιώσουν σημαντικά και αγαπημένα, σκέφτηκα. Αυτό φτάνει. Τίποτα άλλο.
Από το εξής, όποτε ερχόταν καινούριο μήνυμα στο κινητό, το έβαζα στο αθόρυβο και ζήτησα η μητέρα της Λίζας να με ενημερώνει μόνο για τα ουσιώδη.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Βασιλιάς μπήκε σε Σχολή Ευελπίδων κι ο στραβούλης αρκούδος του, απομεινάρι των πρώτων προσπαθειών, κάθισε στο ράφι της κουζίνας πλάι στη συλλεκτική τσαγιέρα δώρο από τη Δάφνη, η οποία είχε μετακομίσει για σπουδές στην Αθήνα.
Η ζωή κύλισε και βρέθηκα ξανά με τον εαυτό μου και τον γερο-γάτο. Αλλά σιγά-σιγά, βρήκα καινούρια αγάπη έναν άνδρα γελαστό, με χοντρά χέρια και καλοσύνη, ανεπιτήδευτο, τόσο διαφορετικό από τον πρώτο μου άντρα. Ο Γιώργος μου, με αγκάλιασε εμένα και τα παιδιά σαν να ήταν δικά του. Δεν χρειάζονταν λόγια όταν μοιραζόμασταν ένα βράδυ κάτω από το κιόσκι, με κρασί και μεζέδες, κι έβλεπα τη Δάφνη να μας χαζεύει από το μπαλκόνι, ήξερα: αυτή είναι η ευτυχία, εκεί που, ακόμη κι όταν δεν χρειάζεται να μιλήσεις, ο άλλος σε ακούει αληθινά με την καρδιά του.
Κάπως έτσι οι εποχές εναλλάσσονται, όπως τα φύλλα που θροΐζουν στα πόδια μας όταν περπατάμε πιασμένοι χέρι-χέρι σε ένα αθηναϊκό πάρκο και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από αυτό.





