«Σε ποιον θέλετε να μιλήσετε;» Η Μαρία Δημητρίου μαζί με τον Νίκο βγήκαν στο προαύλιο και κοίταζαν την επισκέπτρια. «Στη Μαρία Δημητρίου! Είμαι η εγγονή της, μάλλον η δισέγγονή της. Είμαι η εγγονή του Αλέξη του μεγάλου γιου της Μαρίας Δημητρίου!»
Η Μαρία Δημητρίου καθόταν στον ηλιόλουστο παγκάκι, αναπνέοντας τις πρώτες ζεστές μέρες. Επιτέλους είχε έρθει η άνοιξη. Μόνο ο Θεός γνώριζε πώς η Μαρία είχε περάσει αυτόν τον χειμώνα.
«Δεν θα αντέξω άλλον έναν χειμώνα!» σκέφτηκε η Μαρία και αναστέναξε με ανακούφιση. Δεν φοβόταν πια να φύγει. Αντίθετα, το περίμενε. Είχε μαζέψει τα χρήματα καιρό πριν. Είχε αγοράσει και τα ρούχα της.
Τίποτα δεν την κρατούσε πια σε αυτόν τον κόσμο.
***
Κάποτε είχε μια μεγάλη οικογένεια τον σύζυγό της, τον Δημήτρη Ιωάννη, έναν ψηλό άντρα, και τέσσερα παιδιά τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Ζούσαν αρμονικά, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, και μαλώνουσαν σπάνια. Τα παιδιά μεγάλωναν ένα-ένα και έφευγαν μακριά.
Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι μπήκαν στο πανεπιστήμιο και μετά σκορπίστηκαν σε διάφορες πόλεις για δουλειά. Ο μεσαίος, που δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο, έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας και τελικά έφυγε στο εξωτερικό, όπου και έμεινε. Η κόρη επίσης δεν έμεινε στο χωριό πήγε στην Αθήνα και σύντομα παντρεύτηκε.
Στην αρχή, τα παιδιά επισκεπτόντουσαν συχνά τους γονείς τους. Έγραφαν γράμματα, και όταν ήρθαν τα κινητά, άρχισαν να τηλεφωνούν. Ένας-ένας ήρθαν και τα εγγόνια. Η Μαρία Δημητρίου περιστασιακά έπαιρνε την παλιά της τσάντα και έφευγε να βοηθήσει κάποιον από τους γιους της με τα παιδιά.
Αργότερα, τα εγγόνια μεγάλωσαν και δεν χρειαζόντουσαν πια τη γιαγιά. Οι κλήσεις έγιναν όλο και πιο σπάνιες. Και το να έρθουν να τη δουν, τα παιδιά το είχαν ξεχάσει δεν είχαν χρόνο. Δουλειά, οικογένεια, δικά τους παιδιά που μεγάλωναν.
Η τελευταία τους επίσκεψη στο πατρικό σπίτι ήταν μετά το θάνατο του πατέρα, του Δημήτρη Ιωάννη. Φαινόταν τόσο δυνατός, σαν να θα ζούσε εκατό χρόνια. Αλλά τελικά δεν ήταν έτσι.
Αφού έθασψαν τον πατέρα, τα παιδιά σκορπίστηκαν. Στην αρχή τηλεφωνούσαν στη μητέρα, αλλά σταδιακά οι κλήσεις σβήστηκαν.
Η Μαρία Δημητρίου προσπάθησε να πάρει αυτή τηλέφωνο, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι δεν είχαν χρόνο γι αυτήν και σταμάτησε. Έτσι έζησε τα τελευταία δέκα χρόνια. Κάθε χρόνο κάποιος από τα παιδιά τη θυμόταν και της τηλεφωνούσε, και τότε η γυναίκα χαμογελούσε μόνη της για μια εβδομάδα.
Μια μέρα, η Μαρία καθόταν στον παγκάκι και σκεφτόταν.
«Γεια σας, θεία Μαρία!» ένα νεαρό αγόρι στάθηκε πίσω από τον φράχτη και της χαμογέλασε. «Με θυμάστε;»
Η Μαρία μύρισε τα μάτια της:
«Νίκο! Εσύ είσαι;»
«Ναι, θεία Μαρία!» χάρι





