Σήμερα είμαι 33 χρονών, αλλά ακόμα ντρέπομαι όταν θυμάμαι τι έκανα στα 18 μου, λίγο πριν κλείσω τα 19.

Σήμερα είμαι 33 χρονών, αλλά ακόμα ντρέπομαι για αυτό που έκανα όταν ήμουν 18, σχεδόν 19.
Ήμουν φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο και η ζωή μου κυλούσε άνετα.
Δεν ήμασταν πλούσιοι στο σπίτι, αλλά δεν μας έλειπε τίποτα.
Η μητέρα μου ήταν φιλόλογος σε λύκειο κι ο πατέρας μου οδοντίατρος.
Στο σπίτι βασίλευε πάντα η σταθερότητα υπήρχε πάντα φαγητό, τάξη, ηρεμία.
Είχαμε μια γυναίκα που ερχόταν να μας βοηθάει με το καθάρισμα, οπότε το μόνο που όφειλα εγώ ήταν να προσέχω το δωμάτιό μου και να διαβάζω.
Από μικρή είχα συνηθίσει να αριστεύω και να μην προκαλώ προβλήματα αυτό ήταν το «καθήκον» μου.
Στο πανεπιστήμιο είχα σχέση πάνω από ένα χρόνο με ένα παιδί ήσυχο ονομαζόταν Μανώλης, από οικογένεια ίδιας περίπου τάξης με τη δική μου, διαβαστερός, καλοσυνάτος, τον συμπαθούσαν όλοι, ακόμα και οι γονείς μου.
Πηγαίναμε σινεμά ή για παγωτό, βόλτες στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, και όλα κυλούσαν ήρεμα, προβλέψιμα, χωρίς δράματα.
Δεν καταλάβαινα τότε ότι η σταθερότητα είναι προνόμιο.
Σε ένα πάρτι συμφοιτήτριας γνώρισα τον άλλον, τον Γιώργο.
Ήρθε με τη μηχανή του, ντυμένος αλλιώτικα, μιλούσε δυνατά, γελούσε πολύ, δεν σπούδαζε, δούλευε ως μηχανικός σε συνεργείο.
Από εκείνο το βράδυ, άρχισε να με κυνηγάει μου έστελνε μηνύματα, με περίμενε έξω από το πανεπιστήμιο, μου έλεγε πως είμαι «πολύ ωραία για να είμαι με βαρετά αγόρια».
Άρχισα να βγαίνω κρυφά μαζί του.
Έλεγα ψέματα στον Μανώλη, στους γονείς μου, και στις φίλες μου.
Με τον Γιώργο όλα ήταν αδρεναλίνη βόλτες με τη μηχανή παραλιακά στη Θεσσαλονίκη, μπύρες σε παγκάκια, δυνατή μουσική, αυθόρμητες εξορμήσεις.
Ένιωθα ζωντανή, διαφορετική, επαναστάτρια.
Μόλις σε λίγους μήνες μου πρότεινε να μείνουμε μαζί.
Δεν είχα το κουράγιο να χωρίσω «το καλό παιδί» γιατί δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ, όμως τελικά το αποφάσισα κι έφυγα.
Ένα βράδυ, μάζεψα λίγα ρούχα χωρίς να με καταλάβει κανείς, άφησα ένα σημείωμα και έφυγα.
Πήγα στο σπίτι του, όπου έμενε με τους δικούς του.
Εκεί ξεκίνησε η πραγματικότητα.
Το σπίτι μικρό, ακατάστατο, με ζέστη.
Από το να ξυπνάω για πανεπιστήμιο, άρχισα να ξυπνάω για να φτιάχνω πρωινό, να σκουπίζω, να σφουγγαρίζω, να καθαρίζω μπάνια, να πλένω με το χέρι.
Ήξερα να μαγειρεύω μόνο ρύζι κι αυγά.
Η μητέρα του με κοιτούσε περίεργα όταν το φαγητό ήταν απλό.
Ο πατέρας του γκρίνιαζε για τα πάντα.
Έκλαιγα στο μπάνιο, νιώθοντας ανήμπορη.
Παράτησα το πανεπιστήμιο γιατί δεν είχα λεφτά για εισιτήριο και ούτε χρόνο να διαβάσω.
Ο Γιώργος άλλαξε.
Στο συνεργείο έπινε μπύρα κάθε μέρα «για τη ζέστη» και τα σαββατοκύριακα έφευγε με τους φίλους του.
Ερχόταν αργά, πολλές φορές μεθυσμένος, φώναζε, γκρίνιαζε για το σπίτι, για μένα, πως «δεν ήξερα να είμαι πραγματική γυναίκα».
Έλεγε ότι ήμουν κακομαθημένη, άχρηστη, κι ότι οι γονείς μου με έκαναν ανίκανη.
Ένιωθα παγιδευμένη, χωρίς χρήματα, χωρίς πτυχίο, χωρίς να έχω που να πάω.
Οι μέρες περνούσαν κι εγώ σκεφτόμουν τη ζωή που είχα.
Το καθαρό μου δωμάτιο, το ήσυχο κρεβάτι μου, τα τετράδια του πανεπιστημίου, τη μητέρα μου που ρωτούσε αν έφαγα, τον πατέρα μου που με πήγαινε στη σχολή με το αυτοκίνητο.
Σκεφτόμουν και τον Μανώλη πόσο γλυκός ήταν, πόσο με φρόντιζε.
Αναρωτιόμουν πώς τα αντικατέστησα όλα αυτά.
Μια μέρα πήρα την απόφαση.
Δεν είπα τίποτα σε κανέναν.
Με έστειλαν σε ένα φτηνό super market, μισή ώρα με τα πόδια.
Ήξεραν πως αργούσα πάντα.
Βγήκα με μια άδεια τσάντα, περπάτησα δυο τετράγωνα και αντί για το μαγαζί, μπήκα σε λεωφορείο για το σπίτι των γονιών μου.
Όλη τη διαδρομή έτρεμα, φοβόμουν πως θα με διώξουν.
Όταν έφτασα, η μητέρα μου η Ελένη άνοιξε την πόρτα και στάθηκε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα άρχισε να κλαίει.
Κι εγώ το ίδιο.
Είχαν περάσει σχεδόν δέκα μήνες χωρίς νέα μου.
Ο πατέρας μου, ο Σταύρος, βγήκε από το σαλόνι και με αγκάλιασε σιωπηλός.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου καθαρό, ήσυχο, ασφαλές, χωρίς φωνές, χωρίς φόβο.
Δεν μπόρεσα ποτέ να ξαναβρώ τον Μανώλη.
Είχε πια προχωρήσει.
Αλλά ξαναβρήκα τους γονείς μου.
Γύρισα στο πανεπιστήμιο.
Ξανάρχισα να διαβάζω.
Και κατάλαβα κάτι που με πόνεσε να το παραδεχτώ δεν ήμουν δυστυχισμένη πριν.
Η ζωή μου δεν ήταν βαρετή.
Ήταν σταθερή.
Εγώ ήμουν αυτή που δεν έμαθε να εκτιμά το καλό, μέχρι που γνώρισα το κακό.

Oceń artykuł
Σήμερα είμαι 33 χρονών, αλλά ακόμα ντρέπομαι όταν θυμάμαι τι έκανα στα 18 μου, λίγο πριν κλείσω τα 19.