Μαμά, αυτή είναι η κοπέλα μου, Ελευθερία… ο Βαγγέλης προσπάθησε να το πει δήθεν αδιάφορα, αλλά μια παράξενη ταραχή γλίστρησε στη φωνή του. Κι εμείς θέλουμε… δηλαδή… ε… στη ουσία… ξέρεις… αυτό…
Ναι, ξέρω τι θες εσύ… η ματιά της μητέρας του ήταν σαν σκανάρισμα στην Ελευθερία. Το θέμα είναι τι θέλει το κορίτσι. Ελευθερία, ξέρεις καλά τον Βαγγέλη μου;
Τον ξέρω απέξω κι ανακατωτά, είπε η μέλλουσα νύφη, χωρίς ντροπή.
Πώς το είπες αυτό; η μητέρα, ξαφνιασμένη, μίλησε στον πληθυντικό από το άγχος. Μιλιούνται έτσι οι κοπέλες στην Ελλάδα;
Ε, στην ελληνική γλώσσα υπάρχει φράση, «τον ξέρω σαν την παλάμη μου». Αλλά ας αφήσουμε τον Βαγγέλη στην ησυχία του. Εμείς πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα. Ποιος ξέρει αν ταιριάζουμε;
Δηλαδή; η μητέρα έδειξε μια αγωνία.
Δηλαδή, θα χρειαστεί να περιμένουμε μαζί τα βράδια τον Βαγγέλη να γυρίσει από τις βόλτες του, να ακούσουμε το ροχαλητό του πίνοντας τσάι με βασιλικό. Δεν θα είμαστε συνεταίροι στην αγρύπνια;
Και πού κολλάω εγώ; η μητέρα προσπάθησε να πάρει τον έλεγχο. Εσύ δεν θα κοιμάσαι ξεχωριστά; Έτσι ελπίζω…
Μα, εσείς θα περιμένετε πίσω απ την πόρτα, όπως όλες οι μαμάδες.
Τι είναι αυτά που λέτε δηλαδή; απόρησε ο Βαγγέλης με την ονειρική αυτή συζήτηση.
Σώπα, φώναξαν ταυτόχρονα οι μέλλουσες συγγενείς.
Λοιπόν, κυρία Μαρία Παπαδοπούλου, θέλω να μάθω κάτι… Τσακώνεστε ποτέ; Γιατί ο Βαγγέλης όλο κάτι αποφεύγει να μου πει.
Τι πάει να πει «τσακώνεστε»; η μητέρα μεγάλωσε τα μάτια. Γίνονται τέτοια πράγματα στις νοικοκυρές;
Και βέβαια, χαμογέλασε αδιόρατα η Ελευθερία. Κάποιες δίνουν ξύλο στους άντρες τους με την παντόφλα μα την Παναγία.
Παναγία μου… η μητέρα έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της. Τι φράσεις, τι τρέλα…
Έλα τώρα… η Ελευθερία κοίταξε στη μητέρα με συννενόηση. Μην πείτε ότι ποτέ δεν σας πέρασε απ το μυαλό να ρίξετε ένα χαϊδάκι με την παντόφλα στον άντρα ή τον γιο…
Ε, μμμ… Η μητέρα κάτι πήγε να πει και μετά κατάλαβε. Όχι, ποτέ.
Εκτιμώ το στυλ σας, χαμογέλασε η Ελευθερία, αλλά δύσκολα το πιστεύω. Όλες οι μαμάδες το σκέφτονται καμιά φορά. Πάντως, όταν ήταν μικρός ο Βαγγέλης, του κάνατε ποτέ «κίνηση» με τη ζώνη;
Εκεί όχι! Τώρα η μητέρα ήταν ειλικρινής.
Δεν του έκανες; ξαναρώτησε με αστείο ύφος η Ελευθερία, χαϊδεύοντας τον Βαγγέλη διακριτικά στην πλάτη. Εγώ λέω του άξιζε μια μίνι τιμωρία… Αυτή η πλάτη όλο σε μπελάδες τρέχει! Μα, μην ανησυχείς, ο Βαγγέλης έχει πολλές ευκαιρίες να στρώσει.
Να φτιάξω ένα τσάι, κυρία Μαρία; Παρέα με λίγο γαλακτομπούρεκο που έφερα; Στα τσάγια λέγονται οι μυστικές εξομολογήσεις.
Όταν ήρθε το βράδυ κι ο πατέρας απ το στρατόπεδο, η Μαρία Παπαδοπούλου δήλωσε δυνατά μπροστά στον Βαγγέλη:
Αγάπη μου! Ο Βαγγέλης μας, επιτέλους, παντρεύεται!
Θεέ μου, να το ζήσω αυτό; ο πατέρας έκανε τον σταυρό του και μίλησε σα να πετούσε.
Ηρεμήστε! Εγώ ακόμα το σκέφτομαι, διόρθωσε ο Βαγγέλης.
Τέλος! είπα με αυστηρότητα η μητέρα. Αυτή τη φορά παντρεύεσαι. Κι αν αλλάξεις γνώμη, υιοθετώ την Ελευθερία!
Μα, δεν είναι ορφανή, γέλασε ο Βαγγέλης, έχει δικούς της γονείς.
Δεν πειράζει, επέμεινε αυστηρά η Μαρία. Τότε εσένα θα σε πάω πίσω στο μαιευτήριο να πω πως μου έδωσαν λάθος παιδί! Ο πατέρας θα το πει κι εκείνος!
Όταν χρειαστεί, θα ορκιστώ! κούνησε το κεφάλι ο πατέρας και έδειξε τη γροθιά χαμογελώντας περίεργα, σαν σε όνειρο περίπατο στο Μοναστηράκι, όπου όλα γίνονται και τίποτα δεν βγάζει πραγματικό νόημα…





